Η πολιτική παρέμβαση εναντίον της ανεργίας είναι το κύριο κοινωνικό μέλημα όλων των κυβερνήσεων και ακόμη περισσότερο εκείνων που εμπνέονται από την Αριστερά. Οι αποσπασματικές όμως μορφές αυτής της παρέμβασης επιτάσσουν μια περαιτέρω παραδοχή. Για να είναι πιστευτό ότι τα κοινωνικά αδιέξοδα δεν είναι οριστικά, δεν αρκεί να λαμβάνονται μέτρα και να θεσπίζονται κίνητρα. Πρέπει, επί πλέον, να υποτεθεί ότι, παρά την τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας, η «ευέλικτη» και ευλύγιστη αγορά εργασίας την οποία απαιτεί η έξωθεν προσδιοριζόμενη ανάπτυξη θα μπορεί να «φτιάνει» και θα φτιάνει επαρκείς «θέσεις». Αν το ζήτημα της ανεργίας συνοψίζεται σε ζήτημα δημιουργίας των αγοραίων προϋποθέσεων για να μπουν όλα τα άτομα στο ανταγωνιστικό παιχνίδι της επιβίωσης τότε θα πρέπει η ελεύθερη αναπτυσσόμενη αγορά να εμφανίζεται ως εγγενώς «απασχολησιογόνα».


Η πραγματικότητα όμως μας λέει εντελώς το αντίθετο. Τα ποσοστά ανεργίας σκαρφαλώνουν συνεχώς. Και τίποτε δεν φαίνεται να προδικάζει ότι τα αυξάνοντα ποσοστά κέρδους και η καλπάζουσα παραγωγικότητα θα ανοίξουν, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, μαζικές καινούργιες θέσεις εργασίας. Συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Το κύριο αποτέλεσμα των τελευταίων εξελίξεων στην κατανομή των πόρων παγκοσμίως είναι η καλπάζουσα αύξηση της ανισότητας, η συνακόλουθη αύξηση των κερδών και η συρρίκνωση όλων των μορφών κοινωνικής αλληλεγγύης. Αυτό είναι το κυριότερο αποτέλεσμα της καταστατικής απορρύθμισης της προόδου, που έπεται της συρρίκνωσης της πολιτικής. Τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η απορρυθμισμένη ελεύθερη αγορά και η ελεύθερη τεχνική πρόοδος δεν οδηγούν και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση της απασχόλησης, αλλά μεταφράζονται σε διόγκωση της ανεργίας. Η τεχνική και επιστημονική πρόοδος δεν συνεπάγεται λοιπόν την ορατή διεύρυνση των θέσεων εργασίας. Και ούτε προβλέπεται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί στο ορατό μέλλον.


Αυτό είναι και το «μεγάλο μυστικό» που πρέπει να αποκρυβεί. Οπως δε και όλες οι κοινωνίες, έτσι και η δική μας δεν μπορεί να αναπαραχθεί αλλιώς παρά τηρώντας τα μυστικά της ή τουλάχιστον παίζοντας τον ρόλο εκείνου που τηρεί τα μυστικά. Και ο ενσαρκωτής της αδιάβλητης απορρυθμισμένης αυθεντίας είναι η ελεύθερη και ανταγωνιστική αγορά, που οι χρησμοί της πρέπει να εμφανίζονται τόσο αισιόδοξοι όσο και αμφίσημοι. «Ει Αλυν διαβής, μεγάλην αρχήν καταλύσεις». Αν δηλαδή αναθεωρήσεις το αξίωμα της αρρύθμιστης ανταποδοτικότητας, θα καταλύσεις την πρόοδο ή τουλάχιστον αυτό που σήμερα ονομάζουμε πρόοδο. Και αν λοιπόν ακόμη κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξωθείται έξω από τις εργασιακές σχέσεις, η λύση θα έλθει έξωθεν. Και πρέπει να έλθει έξωθεν. Στο μέλλον, όλα θα πάνε καλύτερα. Αν αφήσουμε το κεφάλαιο και την αγορά να λειτουργήσουν απερίσπαστα το μόνο επίμαχο ζήτημα, το ζήτημα των θέσεων εργασίας, θα λυθεί εν τέλει από μόνο του. Αυτό ίσως να συνοψίζει τη σημαντικότερη κοινωνικοπολιτική μυθοποίηση των τελευταίων δεκαετιών.


Και στο μεταξύ, η πολιτική χειμάζει, πουλώντας απλώς ελπίδα. Ως ετερόφωτη και ετερόνομη, διατύπωσε ένα νέο «πασχάλειο» στοίχημα. Το στοίχημα μιας καθολικής εξωγενούς και εξωπολιτικής προόδου η οποία εμφανίζεται ως ιστορική νομοτέλεια και ως εντελέχεια της «ορθολογικής» φύσης των πραγμάτων. Η πρόοδος θα έλθει μόνη της. Στο μεταξύ, χρειάζεται απλώς «υπομονή». Τα θύματα της δομικής ανεργίας οφείλονται στην αναγκαία «περίοδο προσαρμογής» της κοινωνίας στις εξωπολιτικές επιταγές της νέας τεχνολογίας. Και όπως πάντοτε, και αυτήν τη φορά, η «κρίση» εμφανίζεται ελπιδοφόρα: θα καταστραφούν οι παρωχημένες μορφές για να δώσουν τη θέση τους στις νέες δυνάμεις που θα μας οδηγήσουν στο λαμπρό μέλλον. Τα προβλήματα είναι «απλώς» προσωρινά. Η ελεύθερη αγορά – πραγματικότητα είναι εκεί για να φέρει τη γη της επαγγελίας.


Ως τότε όμως οι ορατές επιπτώσεις της κρίσης προσαρμογής παραμένουν καταλυτικές. Ακόμη και αν η ατέρμων πρόοδος θα τους απορροφήσει, υποτίθεται κάποτε, οι δομικά άνεργοι και περιθωριακοί είναι εκεί, ορατοί, απειλητικοί, βουβοί ή θορυβώδεις. Το σύστημα απειλείται να εκραγεί παντού. Οχι μόνο από τους εργαζομένους, αλλά κυρίως και από εκείνους που εξωθούνται έξω από το σύστημα. Ετσι, για να διατηρεί μιαν ελάχιστη πειστικότητα, η σχετική αλληλεγγύη οφείλει, ακόμη και ως ελαχιστοποιημένη, να επεκταθεί και στους εκτός κοινωνίας. Η διαπραγμάτευση, η οποία προηγουμένως μπορούσε να νοείται ως απλός και πολιτικά προσδιορίσιμος επιμερισμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, εκρήγνυται υπό το βάρος των έξωθεν δεδομένων. Σήμερα προσετέθη και ένας νέος τρίτος όρος, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο τις εκλογικευτικές αλυσίδες: οι πληθυσμοί των μονίμως ανέργων, των μη απασχολήσιμων, των περιθωριακών, εκείνων που δεν έχουν ούτε τις γνώσεις και τις δεξιότητες, αλλά ούτε και τη βούληση να παλέψουν για να βρουν δουλειά. Η ρύθμιση της σχετικής κοινωνικής αλληλεγγύης και της κατανομής δεν μπορεί λοιπόν να απευθύνεται πια μόνο στους «φτωχούς» ανέργους που καλούνται να γίνουν εργαζόμενοι, αλλά οφείλει να επεκταθεί και στους «εκτός κοινωνίας». Και αυτοί βρίσκονται ταυτόχρονα και εκτός πολιτικού παιχνιδιού, εκτός διαπραγματευτικών διαδικασιών.


Ετσι, για να έχει νόημα η «σχετική» αλληλεγγύη πρέπει να επεκταθεί και εκτός των τειχών. Το υπόλοιπο «τρίτο», που ούτε συμμετέχει ούτε γνωρίζει ούτε καν ελπίζει, θα πρέπει να είναι άμεσο αντικείμενο πολιτικών και οικονομικών παρεμβάσεων. Κάτι τέτοιο είναι προφανώς αναγκαίο, ακόμη και για να είναι δυνατόν να ελπίζουν «οι άλλοι». Αυτή καθαυτή λοιπόν η μάχη κατά της ανεργίας δεν αποτελεί επαρκή εκδήλωση άμεσης κοινωνικής αλληλεγγύης. Ούτε κατασκευάζει «θέσεις» ούτε βοηθάει ευθέως εκείνους που είναι από έξω. Η κοινωνική αλληλεγγύη εμφανίζεται όχι μόνον επικουρική και σχετική, αλλά επίσης και μερικής και μόνον εμβέλειας, και επί πλέον ίσως και προσχηματική. Μαζί με τις θέσεις εργασίας θα πρέπει λοιπόν να κατασκευασθούν και οι κατάλληλοι μελλοντικοί εργαζόμενοι. Μαζί με την ανεργία, η πολιτική θα πρέπει δηλαδή να χειραγωγήσει και τους κοινωνούς προς την κατεύθυνση της ανεπιφύλακτης αποδοχής των όλο και πιο στενόχωρων όρων της εργασιακής ανταποδοτικότητας. Η θεωρία του «ανθρώπινου κεφαλαίου» είναι η θεμελιώδης αφετηριακή κοινωνικο-ψυχολογική αξία που πρέπει να ενσταλαχθεί στις συμπεριφορές των κοινωνών. Ετσι και μόνο, οι κοινωνοί θα αχθούν στο να αποδεχθούν ότι οφείλουν οι ίδιοι να οργανώνουν τη ζωή τους και τις στάσεις τους σύμφωνα με τις ανέκκλητες επιταγές της έξωθεν προόδου. Και έτσι, όταν ολοκληρωθεί η κοινωνική ευμάρεια που θα επέλθει μαζί με τη νέα τεχνολογία, η «προσωρινή» ιστορική αξία της κοινωνικής αλληλεγγύης θα μπορεί να εξαφανισθεί ή τουλάχιστον να περιθωριοποιηθεί.


Με αυτήν την έννοια, όλα τα «κακά» του παρόντος αντιμετωπίζονται ως επιλύσιμα μέσω του έξωθεν μέλλοντος. Και συνεπώς τίποτε δεν επιτρέπεται να οργανωθεί αν απειλείται η απρόσκοπτη έλευση αυτού του «μέλλοντος», που είναι ταυτόχρονα στοίχημα και φετιχοποιημένη φυγή προς τα εμπρός. Η εξωπολιτικά ενεργοποιούμενη πρόοδος δεν επιτρέπεται λοιπόν να τεθεί σε αμφιβολία. Το Πολιτικό Εξωθεν μόνο θα δώσει τη λύση. Αυτό λατρεύουμε και σε αυτό θυσιάζουμε. Και γι’ αυτό και η οποιαδήποτε πολιτική μάχη επιτρέπεται να προγραμματισθεί μόνο στο μέτρο που εμφανίζεται συμβατή με τις υποτιθέμενες προϋποθέσεις της ανταγωνιστικής ανάπτυξης. Ο φετιχισμός της τεχνικής – επιστημονικής – οικονομικής ανάπτυξης ως καθολικής προόδου έχει οδηγήσει στη συρρίκνωση της δυνατότητας της πολιτικής να θέτει υπό τον θεσμικό και αξιακό της έλεγχο το μέλλον της σχετικής αλληλεγγύης και της οργάνωσης της εργασίας. Και έτσι, το «σύστημα» φαίνεται να επιβάλλει τους όρους του. Καμία πολιτική δεν θεωρεί ότι θα μπορούσε, ακόμη και αν το ήθελε, να οργανώσει και να προγραμματίσει αξιακά το «μέλλον» των εργασιακών σχέσεων και το μέλλον της αλληλεγγύης.


Υπό τους όρους αυτούς, καμία πολιτική, ούτε εκείνη που στηρίζεται στην Αριστερά, δεν θεωρεί ότι μπορεί να παρέμβει στα θεμελιώδη ερωτήματα, «τι πρέπει να παραχθεί», «πώς πρέπει να παράγεται το προϊόν», τι «πρέπει» να είναι εμπόρευμα, ποιο πρέπει να είναι το νόημα του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, πώς ενδεχομένως θα ήταν δυνατόν να νοείται και να κατοχυρώνεται ένα «αρνητικό» και «αμυντικό» και μόνον ατομικό δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ποια πρέπει να είναι η σχέση ανάμεσα στο αγοραίο και στο μη αγοραίο και στο εμπόρευμα και στο μη εμπόρευμα, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην επιβίωση και στην εργασία ή ανάμεσα στο ατομικό συμφέρον και στο κοινό συμφέρον, πώς σημαίνεται η άρθρωση ανάμεσα στο υλικό και στο συμβολικό, πώς πρέπει να επηρεάζει η αύξηση της παραγωγικότητας την οργάνωση της παραγωγής ή πώς και σε ποια σημεία ορίζουμε το αμετάθετο ελάχιστο της συμβολικής κατασκευής του Ολου ως πολιτικής κοινωνίας μέσω του προσδιορισμού του ορίου της σχετικής αλληλεγγύης και περαιτέρω το ερώτημα αν υπάρχουν «δημόσιες αξίες» και «δημόσια αγαθά» που πρέπει να προηγούνται των ιδιωτικών συμφερόντων ή το ακόμη θεμελιωδέστερο ερώτημα αν υπάρχει αξιακή αυτονομία της οργανωμένης κοινωνίας και του πολιτικού. Ολα αυτά τα ζητήματα εμφανίζονται ως απαγορευμένα, περιττά ή και άνευ αντικειμένου. Ο Πόντιος Πιλάτος δεν αρκείται να νίπτει τας χείρας του, αλλά εξοπλίζεται και με ωτασπίδες.


Ετσι, είναι σαφές ότι το κεντρικό ζήτημα της «αλληλεγγύης» δεν μπορεί να τεθεί αλλιώς παρά ως ζήτημα νέου ορισμού της αρμοδιότητας της πολιτικής. Της αρμοδιότητας να μπορεί να κρίνει ανά πάσα στιγμή τον τρόπο που συναρθρώνεται αξιακά το υλικό και το συμβολικό, το ποσοτικό και το ποιοτικό. Της αρμοδιότητας να θέτει το ζήτημα της σχέσης «ανάπτυξης» και «προόδου» ως ανοικτό ερώτημα και όχι ως έξωθεν δεδομένο. Της αρμοδιότητας να σκέπτεται και να ενεργεί στρατηγικά, και να μην είναι καθηλωμένη στις ηθελημένες τακτικές της παρωπίδας. Της αρμοδιότητας να συλλογίζεται δημοκρατικά και να αποφασίζει κυριαρχικά τι και πόσο πρέπει να «θυσιάζουν» οι σημερινές γενεές ­ και κυρίως τα σημερινά «θύματα» ­ χάρη των μελλουσών γενεών που έχουν υποτίθεται εξασφαλισμένη την είσοδό τους στη βασιλεία των ουρανών. Της αρμοδιότητας να αξιολογεί τη σχέση του Ολου με τον χρόνο. Αυτό εξάλλου υπήρξε πάντα το διακύβευμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην Αριστερά και στη Δεξιά. Η σχέση ανάμεσα στο άθροισμα και στο υπόλοιπο είναι και πρέπει να είναι ανοικτή και αξιακά προσδιοριζόμενη. Και ταυτόχρονα η σχέση αυτή δεν μπορεί να επιλυθεί επί τη βάσει των αρχών της τυπικής λογικής. Οσο υπάρχει ανισότητα, υπάρχουν και ανυπέρθετες συγκρούσεις. Ολα γίνονται για να ορισθεί ο τρόπος που θα μοιρασθεί το «καταραμένο μερίδιο», όχι μόνο στον χώρο, αλλά και στον χρόνο, ανάμεσα στο σήμερα και στο αύριο.


Για να τεθούν όμως και πάλι τα ζητήματα αυτά, θα πρέπει να επανέλθει η πολιτική, θα πρέπει να επανακοινωνικοποιηθούν και να επαναπολιτικοποιηθούν τα «απαγορευμένα» ζητήματα των όρων εργασίας, της αξιωματικά «ανταποδοτικής» σχέσης εργασίας και αμοιβής, του δικαιώματος στην παιδεία και στον πολιτισμό, ως μη κατ’ ανάγκην συναρτημένα με την παραγωγή, το επάγγελμα και την ανταγωνιστική εργασία, του δικαιώματος στην επιβίωση και στα θεμελιώδη αγαθά όπως η υγεία, η στέγη, η τροφή και το περιβάλλον και κυρίως το ζήτημα της «ελάχιστης» συμβολικής δόμησης της κοινωνίας και της αλληλεγγύης. Θα πρέπει να επανέλθει η δυνατότητα του αυτοθεσπιζόμενου Ολου να κρίνει αν θέλει κυριαρχικά για το ζήτημα της ανταποδοτικότητας και της ευλυγισίας στην οργάνωση των παραγωγικών σχέσεων.


Ο κ. Κ. Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.