Οι δύο μέρες στην ανοιξιάτικη Πίζα δεν ήταν και πολύ εύκολες. Κάπου δέκα άνθρωποι, κλεισμένοι μέσα στο παλιό γραφείο του μεγαλύτερου ιταλού νευροφυσιολόγου, του Moruzzi, προσπαθούν να ξεπεράσουν τις συχνά αξεπέραστες δυσκολίες. Είναι δυνατόν για τα αντιφατικά αποτελέσματα, όταν αυτά προκύπτουν από διαφορετικές μεθοδολογίες, να φταίει ακριβώς αυτή η διαφορά; Ή μήπως κάτι πολύ πιο σημαντικό μας διαφεύγει; Μήπως πρέπει ν’ αλλάξουμε την οπτική μας γωνία; Μήπως πρέπει να εφεύρουμε τελείως νέους τρόπους προσέγγισης, που θα επιβεβαιώσουν τη μια ή την άλλη άποψη ή θα απορρίψουν και τις δύο; Ή μήπως η αλήθεια βρίσκεται μέσα σ’ αυτή την αντιφατικότητα; Μήπως πλησιάζουμε στην κατάσταση εκείνη όπου, όπως λέει κάποιος καλός φίλος, η επιστήμη απλώς θα θέτει ερωτήματα στα οποία δεν θα μπορεί ν’ απαντήσει ή μήπως παίρνουμε τους εαυτούς μας πολύ στα σοβαρά χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος; Μπορεί να ισχύει το τελευταίο, αλλά η κατάσταση μέσα στο γραφείο του Moruzzi ήταν πολύ φορτισμένη. Στα συνοφρυωμένα πρόσωπα σπάνια έσκαγε ένα χαμόγελο, και αυτό από ευγένεια ή από αμηχανία. Ούτε μπορούσες ν’ ανάψεις τσιγάρο, αφού ενοχλούσε μερικούς.


Η βόλτα στην πλατεία των Θαυμάτων με το Ντουόμο, το βαπτιστήρι και τον κεκλιμένο Πύργο, όλα κτίρια των Μεδίκων μετά την κατάκτηση της Πίζας από τους Φλωρεντιανούς, τον 14ο αιώνα, υπήρξε ιδιαίτερα ανακουφιστική. Εκεί στο καφενείο απέναντι από τον κεκλιμένο Πύργο ή στο διπλανό ταβερνάκι, αργά το βράδυ, η κουβέντα μοιραία γύριζε στους παλιούς μεγάλους δάσκαλους. Ο Santiago Ramon Υ Cajal ήταν στο μυαλό όλων μας, όχι μόνο γιατί στην παρέα μας είχαμε δύο εξαίρετους ισπανούς νευροανατόμους, αλλά γιατί όλοι μας, με θαυμασμό, έχουμε εντρυφήσει στις δουλειές του. Δουλειές που από τον περασμένο αιώνα μάς δίδαξαν πώς είναι φτιαγμένο το νευρικό σύστημα. Τις πρωτότυπες ζωγραφιές των νευρικών κυττάρων του εγκεφάλου μαζί με τις ιδιόχειρες σημειώσεις του μπορεί να τις δει κανείς στα τετράδιά του, που φυλάσσονται στο Ινστιτούτο Cajal της Μαδρίτης. Εικόνες που τις έφτιαξε παρατηρώντας με το πρωτόγονο μικροσκόπιό του τομές εγκεφάλου επεξεργασμένες με μια μέθοδο που είχε ανακαλύψει ο ιταλός συνάδελφός του Camillo Golgi ­ τεχνική που είναι γνωστή σαν χρώση Golgi. Αυτές οι εικόνες των νευρικών κυττάρων δεν ξεπεράστηκαν ποτέ, παρά την τρομερή εξέλιξη της τεχνολογίας και ιδίως των τεχνικών απεικόνισης του εγκεφαλικού ιστού.


Η μεγάλη όμως συμβολή του Cajal δεν ήταν αυτή η ιχνογράφηση, αλλά το γεγονός ότι εισήγαγε την κυτταρική θεωρία στο νευρικό σύστημα. Είπε δηλαδή ότι ο εγκέφαλος αποτελείται από ανεξάρτητα νευρικά κύτταρα. Μια θεωρία που ως περίπου τα μέσα του 20ού αιώνα αντιμάχονταν πολλοί και σημαντικοί επιστήμονες του νευρικού συστήματος. Ανάμεσά τους ήταν και ο Camillo Golgi, ο οποίος, χρησιμοποιώντας την ίδια μεθοδολογία, υποστήριζε το τελείως αντίθετο, ότι δηλαδή ο εγκέφαλος είναι ένα ενιαίο και αδιαίρετο δίκτυο κυττάρων, υποστηρίζοντας έτσι τη θεωρία του δικτύου. Να λοιπόν μια έντονη επιστημονική διαφωνία, που επιλύθηκε μόνο με το πέρασμα του χρόνου και με την εισαγωγή στην έρευνα νέων τεχνικών, οι οποίες επιβεβαίωσαν τον Cajal. Στις αρχές όμως του 20ού αιώνα η σύγχυση ήταν προφανής και η επιτροπή του βραβείου Nobel απεφάσισε να δώσει το βραβείο συγχρόνως και στους δύο. Εκεί, την ώρα της απονομής και κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, ο Golgi βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί κατά του Cajal και κατά όσων αυτός υποστήριζε. Ο Cajal από την άλλη πλευρά, ψύχραιμος και ήπιος άνθρωπος, διατύπωσε τις απόψεις του δίνοντας στον Golgi τον έπαινο για την τεχνική του.


Ο Cajal ήταν ένας άνθρωπος με δημοκρατικές αρχές. Στο Ινστιτούτο όμως όπου δούλευε είχε την εξουσία ένας αχταρμάς από ασήμαντους και εμπαθείς ανθρώπους. Αυτή η συντηρητική πλειοψηφία κατάφερε, παρά την αντίδραση του Cajal, να εκδιώξει από το Ινστιτούτο τον καλύτερο μαθητή του, τον Pio Rio Ortega. Ποτέ δεν ομολογήθηκε επίσημα για ποιους ακριβώς λόγους εκδιώχθηκε ο Ortega. Φαίνεται όμως ότι ο λόγος ήταν η ομοφυλοφιλία του. Ο Cajal φρόντισε να του βρει μια άλλη δουλειά και κάθε τόσο συναντιόνταν οι δυο τους στα καφενεία της Μαδρίτης. Πίνοντας τον καφέ τους κουβέντιαζαν για την επιστήμη τους, έχοντας μαζί τους τα τετράδια με τις ζωγραφιές και τις σημειώσεις τους. Ενα – δύο χρόνια προτού πεθάνει ο Cajal, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Ortega περιγράφει μια από τις πλέον σημαντικές κατηγορίες κυττάρων του εγκεφάλου ­ μια κατηγορία νευρογλοιακών κυττάρων ­, η οποία ως τότε ήταν άγνωστη.


Σε λίγα χρόνια ο Φράνκο θα εγκαταστήσει τη δικτατορία του, ο Ortega δεν θ’ αντέξει και το 1938 θα διαφύγει στην Αγγλία. Δύο χρόνια αργότερα θα μεταναστεύσει στην Αργεντινή, και από αυτόν θα ξεκινήσει μια από τις πιο σημαντικές σχολές νευροεπιστημών, η σχολή της Αργεντινής. Η ιστορία του Ortega είχε ένα αίσιο τέλος, τουλάχιστον στο επιστημονικό επίπεδο. Δεν συνέβη το ίδιο όμως με τον «πατέρα των υπολογιστών», τον Alan Turing, ο οποίος δικάστηκε επειδή ήταν ομοφυλόφιλος, το δικαστήριο του επέβαλε ψυχοθεραπεία και στις αρχές της δεκαετίας του 1950 αυτοκτόνησε με υδροκυάνιο που παρασκεύασε ο ίδιος. Γράφοντας όλα αυτά και σκεφτόμενος άλλα πολλά, θυμήθηκα τα λόγια του Charles Mingus, του μεγάλου μπασίστα της τζαζ, για την αριστουργηματική του σύνθεση «Το πολεμικό τραγούδι της Αϊτής». «Είναι ένας άγριος θρήνος», λέει ο Mingus, «δεν μπορώ να το παίξω σωστά παρά μόνο όταν σκέφτομαι την προκατάληψη, το μίσος, τους διωγμούς και πόσο άδικα είναι όλα αυτά».


Είχε προχωρήσει η νύχτα και χάρη στο όμορφο κρασί Chianti οι πάντες έχουν καλμάρει. Ο ισπανός φίλος θα μας αποκαλύψει ότι ο Cajal εκτός από την καθαρά νευροβιολογική έρευνά του ασκούσε και την ψυχανάλυση! Εβλεπε ασθενείς και εφάρμοζε ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Ηταν μια αποκάλυψη. Πώς όμως ο Cajal στη Μαδρίτη ήταν τόσο καλός γνώστης της ψυχαναλυτικής θεωρίας, που ο Φρόιντ μόλις τότε διατύπωνε στη Βιέννη, έτσι που να μπορεί να την ασκεί και στην πράξη; Ηταν και αυτό αποτέλεσμα της ιδιοφυΐας του ή μήπως η έλλειψη υπερπληροφόρησης βοηθούσε τους ανθρώπους να σκέφτονται πολύ περισσότερο;


Ο συνειρμός με έφερε έξαφνα σ’ ένα από τα πρώτα κείμενα του Φρόιντ, ένα ξεχασμένο κείμενο που ήταν, αν δεν κάνω λάθος, η διπλωματική του εργασία. Παρουσιάστηκε από τον τότε φοιτητή της Ιατρικής Σίγκμουντ Φρόιντ σε κάποια επιστημονική συνεδρίαση της σχολής του, που έγινε στις 15 Μαρτίου του 1877. Είχε πάει για λίγους μήνες στο εργαστήριο ζωολογίας και συγκριτικής ανατομίας της Τεργέστης για να μελετήσει την ιστολογική κατασκευή των γεννητικών οργάνων του χελιού. Χρησιμοποιώντας ένα μικροσκόπιο παρόμοιο με εκείνο του Cajal μελέτησε εκατοντάδες χέλια. Σχεδίαζε και αυτός στο τετράδιό του ιστολογικές εικόνες και κατέγραφε με εκπληκτική λεπτομέρεια αυτά που έβλεπε. Γιατί μπήκε σε αυτή την περιπέτεια; Ηταν η φιλοδοξία ενός νεαρού φοιτητή της Ιατρικής να κάνει κάτι το ιδιαίτερα πρωτότυπο ή μήπως, όπως υπαινίσσονται οι μελετητές, που ανέσυραν αυτό το προ-αναλυτικό κείμενο από την αφάνεια, ο Φρόιντ ενδιαφερόταν για την εξέλιξη, από την καθαρά δαρβινική σκοπιά, της ατομικότητας;


Και αν ισχύει το δεύτερο, τότε τι είναι ο Cajal και ο Φρόιντ; Είναι οι κορυφαίοι δύο αποκλινουσών σχολών στις επιστήμες της συμπεριφοράς, της βιολογικής και της ψυχολογικής; Ή μήπως η προσωπική τους ιστορία υποδεικνύει ότι είναι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος;


Ο κ. Ηλίας Κούβελας είναι καθηγητής της Φυσιολογίας στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών.