Η φωνή του στο τηλέφωνο παραπέμπει ανησυχητικά σε μια οικεία καπνισμένη βραχνάδα, κάτι σαν Τομ Γουέιτς. Μιλάω με τον αισίως 71 ετών ιταλοαμερικανό γραφίστα Τόνι Παλαντίνο, εκείνον τον φευγάτο τύπο που φιλοτέχνησε εν έτει 1960 τα «σπασμένα» γράμματα για το «Psycho» («Ψυχώ»), κάνοντας τον Αλφρέδο Χίτσκοκ να τρέχει και να μη φτάνει. Μου μιλάει από το γραφείο του στη διασταύρωση της 56ης Οδού και της Πρώτης Λεωφόρου αλλά «πρέπει να δεις το σπίτι που έφτιαξα πρόσφατα με ένα τερατώδες λόμπι, ένα μεγάλο σιντριβάνι και μια πισίνα πάνω στο δώμα. Είναι κιτς αλλά υπέροχο!». Μιλάμε για τη Νέα Υόρκη και τα οπτικά ιδιώματα του Ανατολικού Χάρλεμ που τον «γαλούχησαν» τη δεκαετία του ’30 και του ’40, για τον πρώτο λογότυπο που αντίκρισε σε ηλικία 10 χρόνων μέσα σε ένα στριπτιζάδικο, για τους pop art πειραματισμούς του που προηγήθηκαν της pop art, για την εγγονή του την Αλέξα ­ «την αγαπάω τόσο πολύ που την άφησα να βάψει το γραφείο ό,τι χρώμα ήθελε. Το έκανε ένα εκθαμβωτικό πράσινο». Σε λίγες ημέρες, στις 11 Ιουνίου, έρχεται στην Ελλάδα για μια διάλεξη περί γραφιστικής επικοινωνίας, προσκεκλημένος του Μουσείου Ντιζάιν της Θεσσαλονίκης και του φίλου του Στέργιου Δελιαλή. Μιλάει εκνευρισμένα για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το εν λόγω μουσείο που εδώ και τρία χρόνια (από τον Ιούνιο 1998) είναι… άστεγο. «Είναι πολύ λυπηρό αυτό που γίνεται… Πίστεψέ με υπήρχε πολύς κόσμος που δεν είχε καν ακούσει το όνομα “Θεσσαλονίκη”. Και πάνω που βρέθηκε ένα τέτοιο μουσείο ντιζάιν να τοποθετήσει την πόλη στον χάρτη, απειλούν να το αφήσουν στον δρόμο» (σ.σ.: ο ίδιος ο κ. Δελιαλής θα μας πληροφορήσει ότι παρά την υπογραφή σύμβασης με το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης τον Δεκέμβριο του 1998 και παρά την ύπαρξη έτοιμου χώρου για τη μεταστέγαση της μόνιμης συλλογής του μουσείου δεν έχει σημειωθεί καμία… πρόοδος).


Και αφού όλη η κουβέντα μας έχει να κάνει με την τέχνη της επικοινωνίας, παίρνω το θάρρος και «παραγγέλνω» στον κ. Παλαντίνο μία γραφιστική πρόταση για το 2004. Σε τέσσερις ημέρες θα βρω στο e-mail μου δύο έτοιμες αφίσες για τους Ολυμπιακούς της Αθήνας. (Οχι τίποτε άλλο, για να μην κλαιγόμαστε ότι δεν μας φτάνει ο χρόνος.)





­ Είναι αλήθεια ότι η τέχνη σας γεννήθηκε προκειμένου να μπορέσετε να συνεννοηθείτε με τους γονείς σας που δεν μιλούσαν αγγλικά;


(γελώντας) «Οπως ακριβώς τα λέτε. Οταν ήμουν πιτσιρικάς, πέντε ή έξι ετών, έμενα ελάχιστα στο σπίτι γιατί οι γονείς μου μιλούσαν μόνο ιταλικά και εγώ δεν καταλάβαινα λέξη. Προτιμούσα να τρέχω στους δρόμους με τα άλλα τσογλανάκια του ανατολικού Χάρλεμ. Το ήξερα μέσα μου, έπρεπε να εφευρεθεί ένας κώδικας επικοινωνίας μεταξύ μας. Καθόμουν λοιπόν σιγά σιγά και ζωγράφιζα, π.χ., ένα άλογο. Υστερα το έδειχνα στον πατέρα μου. Εκείνος αναφωνούσε “cavallo! ” και έτσι εγώ ξεσήκωνα κάτι κουτσοϊταλικά και εκείνος μάθαινε κάποιες αγγλικές λέξεις. Κάμποσα χρόνια αργότερα είχα γίνει ειδικός στο να εικονογραφώ λέξεις».


­ Με ποιον άλλο τρόπο συνέβαλε το οικογενειακό σας περιβάλλον σε αυτό που τελικά γίνατε;


«Ξέρετε τώρα, ήμασταν μια μεγάλη, θορυβώδης φαμίλια εγκατεστημένη στην 126ή Οδό. Οι γονείς μου μετανάστες από την Ιταλία. Ο πατέρας μου ένας απλός μεροκαματιάρης. Μοναδικός όμως ως προς το ότι “δινόταν” σε ό,τι και αν έκανε. Και ευτυχώς αυτό δεν διέφυγε της προσοχής μου. Τον έβλεπα να κάνει τη χειρότερη αγγαρεία, όπως το να κουβαλάει πέτρες και να τις αναμειγνύει με τσιμέντο, και ωρίμαζε μέσα μου η πεποίθηση ότι σε όλα μπορείς να είσαι καλός, αρκεί να μένεις πιστός και ντόμπρος στην ηθική της δουλειάς σου, να είσαι υπερήφανος γι’ αυτό που κάνεις. Ενα καλοκαίρι πήγα να δουλέψω για λίγο δίπλα του και σταδιακά μυήθηκα σε αυτό το ολοκληρωτικό δόσιμο».


­ Δεν είναι κάπως ζόρικο να μεγαλώνει κανείς στο ανατολικό Χάρλεμ;


«Ναι, είναι ζόρικα αλλά ήταν για μένα καλό σχολείο, γιατί ο κόσμος γενικά είναι… ζόρικος. Ημουν τυχερός που μπορούσα να “ρουφάω” μόρφωση από οτιδήποτε. Να, τον πρώτο μου λογότυπο τον είδα 10 ετών στα καμαρίνια ενός στριπτιζάδικου: το κολάζ με τις μασημένες τσίχλες που κολλούσαν οι κοπέλες πάνω σε ένα νοβοπάν. Πιτσιρικάς ήμουν σκληρό καρύδι, έμπλεκα συνεχώς σε καβγάδες. Κάποια στιγμή τα άφησα αυτά, άρχισα να πηγαίνω σε μουσεία και να ζωγραφίζω. Μετά συνειδητοποίησα ότι δεν έφταναν μόνο τα σκίτσα, έπρεπε να έχω και ιδέες».


­ Περιγράψτε μου μια ακραία αντίδραση σε κάποια γραφιστική ιδέα σας.


«Αρκετό ενδιαφέρον έχει μια ιστορία πολλά χρόνια πίσω. Μιλάμε για τα τέλη της δεκαετίας του ’50… Απέναντι ακριβώς από το σπίτι μου κατεδάφιζαν μια εκκλησία προκειμένου να χτίσουν, λέει, στη θέση της ένα κτίριο με γραφεία. “Ιησού Χριστέ! Αυτό είναι μια σοβαρότατη ένδειξη ότι οι καιροί αλλάζουν” σκέφτηκα. Οταν πια τελείωσαν με τις εργασίες της κατεδάφισης, το μόνο που είχε απομείνει ήταν μια θεόρατη τρύπα και γύρω γύρω ένας φράκτης. Δεν άντεξα. Πήρα τα ξημερώματα κάτι κολλητούς και αρχίσαμε να γράφουμε με σπρέι πάνω στα χαλάσματα: “Φανταστείτε ένα πάρκο εδώ ακριβώς”. Τις επόμενες ημέρες έγινε χαμός. Το έλεγαν παντού, στις εφημερίδες, στο ραδιόφωνο. “Ποιος στο διάολο το έκανε αυτό;”. Η Εκκλησία έσπευσε να σβήσει τα πάντα, περνώντας τον τοίχο με μπογιά από πάνω. Μα πώς ήταν δυνατόν να αφήσει ο Θεός να δημιουργηθεί εκεί ένα ολόκληρο πάρκο; Φυσικά χτίστηκε ο ουρανοξύστης».


­ Πώς αντέδρασε ο ίδιος ο Χίτσκοκ όταν αντίκρισε τον ανισόρροπο λογότυπο του «Ψυχώ»;


«Α, ήταν ένας πολύ γλυκός άνθρωπος. Βρήκε το νούμερό μου και μου τηλεφώνησε. Μου είπε: “Είδα το εξώφυλλο που κάνατε για το Ψυχώ (σ.σ.: το μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Μπλοκ πάνω στο οποίο βασίστηκε το ομώνυμο χιτσκοκικό έργο). Είναι καταπληκτική δουλειά και θα ήθελα να το αγοράσω”. Του είπα: “Περίφημα! Πόσα δίνετε;”. “Μιλήστε με τον μάνατζέρ μου” μου απάντησε. Το είχα “μυριστεί” από νωρίς ότι ήθελαν τον λογότυπο για μεγάλη διαφημιστική καμπάνια προώθησης της ταινίας με αφίσες κτλ. κτλ. και ζήτησα 5.000 δολάρια, ποσό εξωφρενικό για την εποχή. Είπαν το “ναι” χωρίς άλλη κουβέντα».


­ Δεν τον συναντήσατε δηλαδή ποτέ διά ζώσης;


«Οχι, ποτέ».


­ Αλήθεια, ποιους λογότυπους θα επιλέγατε για να «προωθήσετε» τον εαυτό σας;


«Ο ένας είναι αναμφίβολα αυτός του “Psycho”. Ισως γιατί πρόκειται για μια ψυχολογική, εσωτερική αντίληψη του καθαρού νοήματος της λέξης. Στο βιβλίο του Μπλοκ, όπως και στην ταινία του Χίτσκοκ, ο ήρωας, ένας βέρος ψυχοπαθής, εμφανίζεται κατακερματισμένος. Η προσωπικότητά του έχει υποστεί σοβαρά ρήγματα, είναι “σπασμένη” σε διαφορετικά κομμάτια. Ετσι “έσπασα” και εγώ τα γράμματα που την απεικονίζουν. Ο δεύτερος είναι ο λογότυπος που έφτιαξα για την εταιρεία Panebianco… Μοιάζει σαν να έγινε με το τίποτε ­ μεγάλο ατού στη γραφιστική. Αυτοί οι δύο λογότυποι είναι ενδεικτικοί του πώς αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου: όχι ως καλλιτέχνη ή διανοούμενο αλλά ως άνθρωπο της επικοινωνίας».


­ Δεν είναι μεγάλη ευθύνη να περνάς μηνύματα ευρείας κατανάλωσης;


«Εχω πλήρη επίγνωση των ευθυνών που έχει η δουλειά μου. Για να είμαι ειλικρινής, όταν διαπιστώνω ότι κάτι γίνεται δυσλειτουργικά, εξεγείρομαι. Με συναρπάζει η δυνατότητα να στέλνω ένα μήνυμα που να “αιχμαλωτίζει” τον κόσμο. Και είναι δύσκολο να το πετύχεις αυτό, γιατί οι περισσότεροι βομβαρδίζονται με οπτικά ερεθίσματα όλη σχεδόν τη ζωή τους. Πρέπει να συλλάβεις κάτι εξαιρετικά απλό, διαυγές και οικείο. Είναι όπως όταν συναντάς κάποιον. Αν είναι περίπλοκος, “ξενερώνεις” αμέσως. Αντιθέτως, όσο πιο οικείος σού είναι τόσο πιο κοντά του έρχεσαι».


­ Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη φίρμα, ιδέα ή αξία που επ’ ουδενί δεν θα αναλαμβάνατε να εκπροσωπήσετε;


«Οχι. Θα έκανα οτιδήποτε. Ακόμη και τσιγάρα έχω κάνει στο παρελθόν και δεν με πείραξε καθόλου. Μόνο τον Χίτλερ θα ξαπόστελνα. Αυτός ο τύπος ήταν ένα ρεμάλι, δεν θα αναλάμβανα ποτέ τίποτε για αυτόν. Συμβιβασμούς δεν έχω κάνει. Πάντως σας διαβεβαιώ ότι τις περισσότερες φορές είμαι ένας πολύ σώφρων μπίζνεσμαν και μπορώ να προφυλάσσω εαυτόν από τυχόν απειλές».


­ Για τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι θα κάνατε κάτι;


«Στην πολιτική οι κανόνες διαφοροποιούνται γιατί τις περισσότερες φορές “παίζονται” υπόγεια παιχνίδια χειραγώγησης του κοσμάκη. Αν λοιπόν ερχόταν ο Μπερλουσκόνι να μου παραγγείλει κάτι, θα όφειλα να ενημερωθώ σε βάθος για τη στρατηγική του, να γνωρίσω σε τι μονοπάτια βαδίζει. Οπως και να ‘χει, βρήκα επικοινωνιακά ευφυές αυτό που έκανε: να στείλει πριν από τις εκλογές μια ιλουστρασιόν βιογραφία του σε κάθε ιταλιάνικο νοικοκυριό! Ειλικρινά, θα πέθαινα να βρω ένα αντίτυπο!».


­ Περισυλλέγετε πάντα «άχρηστα» αντικείμενα που βρίσκετε στους δρόμους της Νέας Υόρκης;


«Ναι, αυτά τα “άχρηστα” αντικείμενα είναι για μένα ζώντες οργανισμοί. Ολόκληρα κομμάτια ζωής έχουν περάσει από μέσα τους και αυτό για μένα συνιστά τέχνη. Πρόκειται για αντικείμενα που δεν είναι ποτέ “φτιαχτά” και ακόμη και αν δεν σου αρέσουν δεν μπορείς να αρνηθείς τις ανάσες που τα έχουν διαποτίσει. Μου αρέσει, για παράδειγμα, όταν επισκέπτομαι ένα παλιό παραδοσιακό κτίριο και νιώθω τη λειότητα που έχουν τα σκαλοπάτια του από τα βήματα που έχουν περάσει από πάνω τους. Υπάρχει κάτι ανεπάντεχα όμορφο σε αυτά τα σκαλοπάτια. Υπήρξαν τόσοι άνθρωποι που τα ανεβοκατέβηκαν χρόνια ολόκληρα για τρισεκατομμύρια διαφορετικούς λόγους. Αυτό για μένα συνιστά τέχνη».


­ Ποιοι είναι οι λογότυποι που δεν έπαψαν ποτέ να σας στοιχειώνουν;


«Σίγουρα ο λογότυπος της Καθολικής Εκκλησίας είναι πραγματικά συγκλονιστικός: ένας άνθρωπος κρεμασμένος σε έναν σταυρό, σε κοινή θέα. Μένει ανεξίτηλος στο μυαλό σου, όπως και τα περί αυτόν δόγματα της καθολικής πίστης… Δεν θα παραλείψω βέβαια το μάτι της CBS. Είναι τόσο επικοινωνιακά διαυγές, τόσο γνήσιο. Ενας άλλος λογότυπος που μου αρέσει κυρίως για την οικειότητα που δημιουργεί παρά για την αισθητική του αξία (αν και είναι καταπληκτικό το πώς κινείται, το πώς ξεδιπλώνεται) είναι η σβάστικα. Το μήνυμα που εμπερικλείει είναι στην πραγματικότητα εκείνο που την κάνει να γαντζώνεται στη μνήμη».


­ Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από τη γραφιστική;


«Η ταύτισή της με τη διαφήμιση. Και ότι οι πιο πολλοί βλέπουν, π.χ., έναν λογότυπο εστιάζοντας με μανία στο αισθητικό του μέρος και αδιαφορώντας παντελώς για την επικοινωνιακή αξία του».


­ Η μορφή δηλαδή υπηρετεί τη λειτουργία;


«Ακριβώς. Οπως διακήρυσσε το Bauhaus. Και αν αυτό “δουλέψει”, γεννιέται κάτι όμορφο. Είναι αυτό που σας έλεγα νωρίτερα. Οταν συναντήσεις έναν τύπο και “κολλήσεις” μαζί του, αυτομάτως γίνεται όμορφος. Και όσο πιο πολύ τον γνωρίζεις τόσο πιο όμορφος δείχνει, όχι γιατί διαθέτει νόστιμο μουτράκι αλλά γιατί έχεις αρχίσει να αναγνωρίζεις το εσωτερικό του. Αυτή η κατανόηση, η οικειότητα, είναι που σε έλκει. Οταν κατανοείς κάτι, λες “ουάου, ωραίο είναι αυτό”, χαμογελάς, νιώθεις καλά μέσα σου. Να, όπως ακριβώς σου συμβαίνει όταν παίρνεις να διαβάσεις μια σελίδα του Χέμινγκγουεϊ. Δεν πρέπει να “κολλάμε” με δυσνόητα μηνύματα. Πρέπει να μάθουμε να λέμε σε όποιον μας τα πουλάει: “Δεν θέλω τις μαλακίες σου, ρε φίλε, πρέπει να μου πεις καθαρά αυτό που θέλεις”».


­ Εχετε πλέον φθάσει στην αρκετά ώριμη ηλικία των 71 ετών. Τι θα λέγατε ότι σας δίδαξε τελικά μια ολόκληρη ζωή με σχήματα, χρώματα και λογότυπους;


«Οτι η φύση είναι η ουσία. Το να είσαι γνήσιος, το να είσαι τίμιος είναι η ουσία. Τίποτε άλλο».


Αθήνα 2004



Τι θα λέγατε, αλήθεια, αν σας ζητούσαμε να φιλοτεχνήσετε μια αφίσα-πρόταση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004; ρωτήσαμε τον Τόνι Παλαντίνο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. «Πολύ ευχαρίστως» απάντησε «αρκεί να μου στείλετε κάποιες πληροφορίες που να με κατατοπίσουν κάπως ως προς την πολιτική των Αγώνων της Αθήνας. Τις έχω ανάγκη για να μπορέσω να εντοπίσω εκείνο το σημείο που θα μπορέσω να αναγάγω γραφιστικά σε κάτι παγκόσμιο». Οι πληροφορίες εστάλησαν και εκείνος συνεπής στην υπόσχεσή του μας έστειλε σε τέσσερις ημέρες μέσω e-mail δύο γραφιστικές προτάσεις για το 2004, αποκλειστικά για «Το Βήμα», τις οποίες και παραθέτουμε αριστερά και δεξιά.


Ο Τόνι Παλαντίνο θα δώσει διάλεξη με θέμα «Communication Design: The client’s message is fine… interpreting is the problem». Στις 11 Ιουνίου στο Κέντρο Αρχιτεκτονικής του Δήμου Θεσσαλονίκης (Αγγελάκη 13), στις 8.30 μ.μ.