«Tο δικό μου πρόβλημα είναι ότι σε όλα τα κείμενα που αγαπώ αληθινά θέλω να ζήσω μέσα τους σαν να επρόκειτο για ένα υπέροχο τοπίο. Φυσικά αυτό είναι αδύνατον» γράφει η αμερικανίδα θεωρητικός Μπόνι Μαράνκα στο βιβλίο της «Ecologies of Theater». Και συνεχίζει: «Μια από τις ψευδαισθήσεις του θεάτρου, νομίζω, είναι η προσπάθεια να κάνει το κοινό να νιώσει ότι μπορεί να ζήσει σε άλλους κόσμους. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Προτιμώ να παραδέχομαι τη διαφορετικότητά μου ως παρατηρητή, ως ταξιδιώτη».
Ταξιδεύοντας σε δύο διαφορετικούς θεατρικούς χρόνους συνειδητοποιούμε σταδιακά, κατά τη διάρκεια της παράστασης, τη ζωτικότητα της συνύπαρξής τους. Ο διάλογός τους διαρκής: σε «φανταστικό» χρόνο η φωνή των ηθοποιών βυθισμένων στο ποιητικό μεγαλείο της σαιξπηρικής τραγωδίας του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας· σε «πραγματικό» χρόνο η φωνή του αφηγητή, σε τόνο ανάλαφρο, σχεδόν περιπαικτικό, σχολιάζει, εξηγεί, μεταφέρει την ίδια ιστορία σε πλάγιο λόγο, σε ύφος απλό, στρωτό, σαν να τη διηγείται σε φίλους.
Στο μεταίχμιο των δύο χρόνων εκτυλίσσεται ο χορός των μεταμορφώσεων: οι γλάστρες που γίνονται κήπος, η σκηνή που γίνεται πασαρέλα, τα κοστούμια εποχής χιλιοφορεμένα μακό, οι λέξεις κεράσια που σκάνε στον τοίχο, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα τα πρόσωπα όλων των ηθοποιών.
Με ρυθμούς πυρετώδεις οι ήρωες τσαλαβουτούν και πηγαινοέρχονται μεταξύ χρόνων και χώρων προσπαθώντας να μας παρασύρουν μαζί τους. Δεν είναι μόνο οι άμεσες τακτικές μέσω των οποίων επιδιώκεται η εμπλοκή των θεατών – που θα ζητηθεί προαιρετικά να απαντήσουν σε ερωτήσεις του τύπου: Τι είναι πιο δύσκολο σήμερα: να βρει κανείς δουλειά ή να κοιμηθεί με κάποιον; Εχετε ερωτευθεί ποτέ; Πώς ήταν; Εχετε κατασκοπεύσει το αντικείμενο του πόθου σας;
Εχουμε να κάνουμε με μια συνολικότερη στρατηγική αφύπνισης του θεατή, οι λειτουργίες του οποίου τίθενται συνεχώς σε δοκιμασία: καλείται να γεμίσει τα «κενά», να ερμηνεύσει τους συνειρμούς, να παρακολουθήσει τις πολλαπλές και παράλληλες εστίες δράσης. Με άλλα λόγια, να ανταποκριθεί σε μια διαφορετικού τύπου θεατρική γλώσσα, αυτή που αντικατοπτρίζει τη δημιουργική διαδικασία, αυτή που γεννιέται από τη συρραφή αποσπασμάτων, φράσεων, ήχων, προσωπικών βιωμάτων και χειρονομιών, μεταξύ των οποίων ο συνδετικός κρίκος δεν είναι πάντοτε ο αναμενόμενος και ίσως για αυτόν ακριβώς τον λόγο η σχέση τους διέπεται από αίσθηση δροσιάς και ελευθερίας.
Μια χοροεσπερίδα, το βαθύ μυστήριο της πρώτης ματιάς, περιστέρι περιτυλιγμένο με άργιλο, obsession-carnation, η Ιουλιέτα στο μπαλκόνι, η ιστορία μιας κοπέλας που περιμένει στο χιόνι κάπου στην Κίνα, η Ιουλιέτα που περιμένει κολλώντας κίτρινα χαρτάκια στον πίνακα ανακοινώσεων, ο καπνός των τσιγάρων, don’t leave me high, don’t leave me dry, η πρώτη τους νύχτα, μίλα, γιατί δεν μιλάς, «άκου πώς το λέει ο Σαίξπηρ», ο Μπρεχτ, η πάλη των ψευδαισθήσεων, η «αγωνία» του ηθοποιού, «μόνη μου πρέπει να παίξω αυτή τη σκηνή;», η φαντασίωση του αφηγητή, «πάντως εγώ θα ήθελα αυτοί οι δύο να ζήσουν», το αναπόδραστο της μοίρας, του έργου κ.ο.κ.
«Το θέατρο υπάρχει παντού γύρω μας και είναι υποχρέωση του επίσημου θεάτρου να μας υπενθυμίζει ότι έτσι είναι» έλεγε ο Τζον Κέιτζ. Ο Ρωμαίος νεκρός και η Ιουλιέτα γαντζωμένη επάνω του να θρηνεί βγάζοντας ήχο απόκοσμο, λυπητερό σαν το κλάμα κουκουβάγιας στο δάσος. Ο Ρωμαίος νεκρός και η Ιουλιέτα να μη θέλει να τον εγκαταλείψει ακόμη και όταν τα φώτα έχουν κλείσει και το τέλος του θεατρικού χρόνου έχει σημάνει, η επιστροφή στην «πραγματικότητα» έχει αρχίσει. Οι δύο ηθοποιοί, τα σώματά τους μπλεγμένα, καθυστερούν να σηκωθούν και να υποκλιθούν μαζί με τους υπόλοιπους: η ψευδαίσθηση είναι γλυκιά και δύσκολα την αποχωρίζεται κανείς.
Χιούμορ, συναίσθημα, αποδομιστική διάθεση και φαντασία: ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και η ομάδα του συνεχίζουν την πορεία τους με ενθουσιασμό, με διάθεση πειραματισμού και εξερεύνησης, επιτυγχάνοντας αποτελέσματα ολοένα και πιο γοητευτικά.
H παράσταση θα κέρδιζε, νομίζω, αν είχε μικρότερη διάρκεια: όπως και στην περυσινή δουλειά, τον «Εθνικό Υμνο», διακρίνουμε και εδώ μια διάθεση φλυαρίας, ένα άγχος να συμπεριληφθούν τα πάντα, όλες οι θεωρίες και όλες οι αναφορές. Λιγότερη φλυαρία και, κατ’ επέκταση, πιο ξεκάθαρη δομή: από τη στιγμή που το πρωτότυπο κείμενο δίνεται μέσω επιλεγμένων αποσπασμάτων – ως «τρίτη μνήμη» – οι συντελεστές θα έπρεπε να φροντίσουν περισσότερο ώστε οι επεμβάσεις τους να μη δυσχεραίνουν την κατανόηση της πλοκής, όπως συμβαίνει σε κάποια σημεία. Τέλος, οι ηθοποιοί χρειάζεται να δουλέψουν εντατικά τη φωνή τους, η οποία, όταν υψώνεται, γίνεται συνήθως ενοχλητική. Εξαιρέσεις αποτελούν εδώ η χαμηλών τόνων Αγγελική Παπούλια και ο νεοεμφανιζόμενος Χρήστος Πασσαλής, που επιτυγχάνει πάθος και ένταση χωρίς κακοφωνία. Ενδιαφέρουσα η παρουσία του Γιώργου Βαλαή, ο οποίος έπλασε έναν αφηγητή ελαφρώς επιθετικό, ελαφρώς είρωνα, προσδίδοντας μιαν ευπρόσδεκτη street διάθεση στο εγχείρημα. Χρειάζεται όμως και αυτός να προσέξει τη φωνή του.
Παρά τις όποιες ενστάσεις, η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός – και αυτό είναι το πιο σημαντικό, αυτό που πρέπει να τονιστεί ξανά και ξανά – καταφέρνει να μιλήσει με γλώσσα σύγχρονη, ζωντανή, που μας αφορά, την ίδια στιγμή που οι περισσότερες θεατρικές δουλειές γύρω μας επιμένουν σε φόρμες και μεθόδους ξεπερασμένες, άκαμπτες, νεκρές.



