Μετά τη «Μητέρα του σκύλου» και τον «Παλαιό των ημερών» το καινούργιο μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι χαρακτηρίζεται «γελαστικό». Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη γλώσσα, το συντακτικό, τη στίξη αλλά και συχνά την ορθογραφία ως όπλα κωμωδίας
Ποια θέση έχει το «Πάντα καλά» στο σύνολο του έργου σας;
«Θα έλεγα πως το μυθιστόρημα αυτό είναι διαλεκτικά αναπόφευκτο αποτέλεσμα των προηγούμενων (πεζών και θεατρικών) έργων μου, τα οποία απαιτούσαν από τον αναγνώστη-θεατή εισιτήριο υψηλού ψυχικού κόστους. Και καταλήγω εδώ σε ένα είδος σατυρικού δράματος, μετά από την τριλογία. Είναι, νομίζω, ένας ύμνος προς το ζην, εις πείσμα… εις πείσμα τίνος; Δεν γνωρίζω. Ισως εις πείσμα της φράσης του Μπέκετ “η ζωή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις. Η ζωή δεν αξίζει τον κόπο ούτε να την εγκαταλείψεις”».
Πρόσφατα εκδόθηκαν επτά αριστοφανικές μεταφράσεις σας. Αισθάνεστε να έχετε επηρεαστεί από το ύφος του μεγάλου κωμωδιογράφου της αρχαίας Αθήνας;
«Ο Αριστοφάνης είναι μαζί με τον Μότσαρτ οι παντοκράτορες του ρυθμού. Με τις κωμωδίες του γράφει το ρέκβιεμ του υψηλότερου ανθρώπινου πολιτισμού. Εμείς είμαστε μια χώρα που από το 1821 συνεχώς επιχειρεί να αρχίσει τη ζωή της, αλλά δεν το κατορθώνει. Δεν έχουμε παρακμή, επειδή δεν είχαμε ποτέ ακμή. Οχι, δεν νομίζω να έχω επηρεαστεί. Ξέρω βέβαια πως τα πάντα με επηρεάζουν, κανείς δεν συνειδητοποιεί πλήρως τι τον επηρεάζει».
Σε ποιον βαθμό αντανακλάται η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα στο τελευταίο μυθιστόρημά σας «Πάντα καλά»;
«Οχι, ούτε αντανακλάται καμιά πραγματικότητα στο βιβλίο μου ούτε και θα το ήθελα ούτε και είναι αυτό ο στόχος του μυθιστορήματος. Δεν καταγράφω “εξαιρετικά γεγονότα” (αυτό είναι δουλειά της δημοσιογραφίας, λέει ο Τζέιμς Τζόις). Δεν φωτογραφίζω, αλλά ζωγραφίζω. Ποιος ο λόγος να φωτογραφίζεις τη ζωή, όταν την έχεις ζωντανή μπροστά σου; Δεν είμαι κοινωνιολόγος. Ο συγγραφέας πρέπει μόνο να διαθέτει ενόραση στις μεθόδους και τα κίνητρα του σύμπαντος, της ψυχής. Θέλω να πω, καθόλου δεν είναι πρόθεσή μου και δουλειά μου να κάνω “κοινωνική” κριτική, ή τοιχογραφία. Θα ‘λεγα πως το βιβλίο γράφτηκε με την αισθητική του κωμικού ονείρου, όπου οι μορφές επεκτείνονται και το όραμα περνάει, τελικά, από τον καθημερινό στον αποκαλυψιακό και στον μαγικό χώρο (ιδέ φινάλε του βιβλίου). Και όλα αυτά μέσα στον ρυθμό του Μότσαρτ και το στυλ της παλαιάς βωβής ταινίας του Μπάστερ Κίτον όπου οι ήρωες προχωρούν αδιαφορώντας για τον συγγραφέα τους, κάτω από καταιγισμό των gags».
Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα που σας έφερε στον νου τις ηρωίδες αυτού του βιβλίου;
«Τα αρχικά ερεθίσματα παραμένουν δυσάλωτα στη λογική. Ούτε και επιχειρώ να τα εξιχνιάσω ως ντετέκτιβ. Ενα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ζωής περνάει μέσα σε μια κατάσταση η οποία δεν μπορεί να αποδοθεί “λογικά”, με τη χρήση μιας “ξύπνιας” γλώσσας και μιας¨”ορθής” πλοκής. Η ζωή μας απαρτίζεται από ευτυχίες, βασανισμούς και ενοχές για ό,τι θεωρούμε αμαρτία. Ας πούμε ότι εγώ, στο βιβλίο αυτό, βγάζω τη γλώσσα μου στον βασανισμό και στην ενοχή. Και περνάμε όλοι ωραία.
Είναι μια δοξολόγηση του ζην και του ενστίκτου, όπως αυτό δρούσε πριν από την έλευση της χριστιανικής φιλοσοφίας. Η μόνη μας ελπίδα για ευτυχία, λέει ο Λόρκα, ίσως εναποτίθεται σ’ αυτό: να ζήσεις την ορμέμφυτη ζωή σου στο ακέραιο. Κάπου αλλού, για να δείξει το κάλλος της Γρανάδας, λέει για κάποιον αόμματο ζητιάνο: Δώστε του ελεημοσύνη· επειδή η μεγαλύτερη δυστυχία στη ζωή είναι αυτή: να είσαι τυφλός στη Γρανάδα. Αν βάλουμε το ζην στη θέση της Γρανάδας; Η ζωή δεν διδάσκεται, ούτε μαθαίνεται: βιώνεται. Και το υπάρχειν ξεπερνά τη δυνατότητα ορισμού που διαθέτουν οι λέξεις. Αυτές είναι ανίκανες να δώσουν ολοκληρωμένη περιγραφή εκείνου που προσπαθούν να περιγράψουν».
Ποιες αναφορές υπάρχουν σε προηγούμενα έργα σας, και κυρίως στη «Μητέρα του σκύλου»;
«Οι αναφορές στα δύο προηγούμενα μυθιστορήματά μου είναι εμφανείς. Ειδικά η παρέμβαση της Ραραού στο φινάλε προετοιμάζεται εμφανώς από τη μέση περίπου του βιβλίου. Μου αρέσει η μέθοδος του μεγάλου Φόκνερ: δημιουργεί μια μυθική επαρχία από υπαρκτούς χώρους και οι ήρωές του περιφέρονται από το ένα μυθιστόρημά του στο άλλο, σε διαφορετικούς χρόνους του βίου τους. Στο φινάλε (όπου “παίζω” και εγώ) η Ραραού παρουσιάζεται μαγικά και επωνύμως πλέον. Εδώ αντιγράφω ένα εύρημα από ταινία του Κισλόφσκι».
Πώς προχωρείτε στη σύνθεση ενός αφηγηματικού έργου; Γνωρίζετε από την αρχή το τέλος;
«Ναι. Σε όλα μου, θεατρικά και πεζά, γνωρίζω εξαρχής αρχή, μέση και τέλος. Επειδή η αρχή ενός έργου προσδιορίζει αδήριτα το τέλος του. Δίνω στους ήρωές μου άδεια να υπάρξουν, τους ορίζω γραμμή πλεύσεως, και αυτοί ανελίσσονται με δική τους πρωτοβουλία. Ενώ ξέρω βέβαια πως δεν είναι “αντίγραφα”, φωτογραφίες ζώντων, αλλά πλάσματα πρωτογενή, ενός πρωτογενούς κόσμου, όπου, φυσικά, η πρώτη ύλη είναι παρμένη από τον δικό μας κόσμο.
Στα τελευταία κείμενα του Μπέκετ υπάρχει η φράση: “Μια νύχτα, καθώς ήταν καθισμένος στο τραπέζι του και κρατούσε το κεφάλι του στα χέρια, είδε τον εαυτό του να σηκώνεται και να φεύγει”. Οι ήρωες του βιβλίου μου, πολύ απασχολημένοι με τη χαρά της ζωής, δεν θα ευκαιρήσουν ποτέ να εισέλθουν σ’ αυτή τη συνταρακτική φράση του μεγάλου Σαμ».
Ποια η σχέση των ηρώων σας με τον χρόνο;
«Το κείμενο θέλω να είναι ένα σύμπαν, δηλαδή ένα αέναο γίγνεσθαι. Ξέρω τώρα (δηλαδή ανέκαθεν το ήξερα) πως η Τέχνη δεν διδάσκεται: βιώνεται. Ούτε και ορίζεται. Και πως άλλο είναι ο εν χώρω χρόνος, αυτός που μετριέται με τα ρολόγια, και άλλο η “διάρκεια”, δηλαδή ο χρόνος όπως τον βιώνει κάθε άνθρωπος. Και το γράφειν είναι από μόνο του μια μορφή εξορίας, αλλά μια εξορία που την επέλεξες μόνος σου, εξορία που σημαίνει ανεξαρτησία, αποδέσμευση, χώρος όπου μπορείς να γελάς. Αυτό το έργο γελάει επειδή υπάρχει, επειδή εσύ υπάρχεις. Επειδή η ύπαρξη είναι η μόνη μας επιλογή. Θα μου πείτε, λόγια βαρύγδουπα για τους “αθώους” ήρωές μου. Ναι».
Στο βιβλίο σας υπάρχει ένα παιχνίδι με τις εκφράσεις, με το συντακτικό, με τα λογοπαίγνια. Τι υποδηλώνουν αυτές οι περιπέτειες των σημασιών των λέξεων;
«Κάπου στο βιβλίο γράφει πως μια ηρωίδα “χρησιμοποιούσε το όνομα του κυρίου Γιάγκου έτσι, ως επίρρημα”. Οι ήρωές μου είναι αγράμματοι και ανυποψίαστοι περί την γραμματική και την εννοιολογία ήρωες κωμωδίας. Χρησιμοποιούν αδίστακτα όποιον όρο τούς βολεύει, αδιαφορώντας για το νόημά του. Κάπου λένε, νομίζω, και για τον Κολοκοτρώνη στη μάχη του Τεπελενίου. Αυτό είναι, ακόμη, και ένας τρόπος σατιρισμού της ταλαιπωρίας που δέχεται η γλώσσα μας σήμερα, από αγράμματους, πολιτικούς, τραγουδιστές, δημοσιογράφους και συγγραφείς. Εχουμε όλοι υποστεί φράσεις όπως “ο Χ. διέρρευσε την είδηση…” ή “η φιλοσοφία αυτού του τιρμπουσόν έχει ως εξής:…” και άλλα θλιβερά παρόμοια. Αλλωστε στο γελαστικό αυτό μυθιστόρημα η γλώσσα, το συντακτικό, η στίξη, αλλά συχνά και η ορθογραφία χρησιμοποιούνται ως όπλα κωμωδίας. Επιπλέον, σε πολλά μέρη ενδιαφέρομαι περισσότερο για τον ήχο και τον ρυθμό μιας λέξης παρά για το νόημά της. Οι ήρωες του βιβλίου είναι αδίστακτα απλοί: προκειμένου να ζήσουν και να μας διασκεδάσουν, ποδοπατούν και στίξη και σημασίες λέξεων. Ο Χέρμαν Μέλβιλ προτιμούσε, έλεγε, “τον ήρεμο, αρθρωμένο λόγο μιας μεγάλης ψυχής εν αναπαύσει από όλα τα έργα του Σαίξπηρ”. Βέβαια δεν ξέρω αν στο δικό μου μυθιστόρημα κατοικούν “μεγάλες ψυχές”. Ξέρουν όμως ότι το παρελθόν τους δεν θα είναι αναθηματική στήλη, αλλά μια ρέουσα διαδοχή από συνεχή “τώρα”. Και γελάνε δίχως θωράκιση, χωρίς όπλο, ανυπεράσπιστοι, γι’ αυτό ελεύθεροι».
Τα μυθιστορήματά σας βρίθουν ζωντανών διαλόγων. Πόσο έχετε επηρεαστεί από το θέατρο στη σύνθεση των αφηγηματικών έργων σας;
«Αφάνταστα πολύ. Ευτυχώς».
Στα έργα σας έχουν διαπιστωθεί μια «ασεβής διάθεση» και ένα «βιτριολικό χιούμορ». Εχετε πρόθεση να σκανδαλίσετε;
«Η αλήθεια μου δεν έχει επιθετική πρόθεση. Εάν σκανδαλίζει, ενδεχομένως, θα σκανδαλίζει μυαλά δειλά και ακινητοποιημένα. Νομίζω πως ο χαρακτηρισμός “βιτριολικός” σ’ αυτό το βιβλίο δεν ισχύει, διότι είμαι με το μέρος των ηρώων μου. Είμαι συνένοχός τους. Τους εγκρίνω. Πιστεύω ότι τα έργα γράφονται από, και για, ανθρώπους με ελαττώματα».
Αθροιστικώς από τα μυθιστορήματά σας βγαίνει ένα στίγμα της ελληνικής πραγματικότητας. Πόσο κοντά στην αλήθεια βρίσκεται αυτό το στίγμα;
«Δεν βλέπω κανένα στίγμα ελληνικής ή άλλης πραγματικότητας. Οι γάλλοι κριτικοί βρίσκουν δικό τους τον “Παλαιό των ημερών”. Του έχουν γράψει κριτικές τόσο εγκωμιαστικές που θα μου επιτρέψετε να μην τις παραθέσω. Προσεχώς μάλιστα θα τον εκδώσουν και σε έκδοση “τσέπης”. Οι εφημερίδες “Liberation” και “Humanite” μού έστειλαν ειδικό δημοσιογράφο για συνέντευξη. Οι Ισπανοί, για το ίδιο βιβλίο, λένε πως είναι “δικό τους”, βγαλμένο από Γκόγια και Μπουνιουέλ. Ο ιταλός εκδότης μου, ελληνιστής διάσημος, επιμένει πως “Η μητέρα του σκύλου” και το “Πάντα καλά” έχουν ηρωίδες Ιταλίδες.
Φυσικά, η κορνίζα του έργου είναι φτιαγμένη από ελληνική ιστορία. Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνεται απ’ αυτή την κορνίζα δεν είναι ούτε Χρονικό ούτε Ιστορία. Ο Ζενέ λέει στον “Σχοινοβάτη” του: “Εσύ δεν ήρθες εδώ για να ψυχαγωγήσεις το Κοινό: για να το μαγέψεις ήρθες”».
Ποια η σημασία τού να είναι ο συγγραφέας μεταφραστής και ο μεταφραστής συγγραφέας;
«Σκέφτομαι να μεταποιήσω τον τίτλο “μεταφραστής” σε “συγγραφέας μεταφράσεων”. Εχουν αμφότεροι το ίδιο όπλο και την ίδια μέριμνα: γλώσσα και ύφος, στυλ. Χωρίς γνώση της γλώσσας δεν υπάρχει ύφος. Χωρίς ύφος δεν υπάρχει έργο. Ο μύθος μονάχος δεν αρκεί. Τον ίδιο μύθο χρησιμοποιούν ένα ερωτικό τραγουδάκι (ο Μιμίκος και η Μαίρη, π.χ.) και το “Ρωμαίος και Ιουλιέτα”. Η ύπαρξη ύφους, στυλ, τα διαφοροποιεί. Αυτό δεν το ξέρουν πολλοί (πάρα πολλοί) που γράφουν χωρίς να κατέχουν το ύφος, ελαυνόμενοι ίσως από μάταιον ίμερο αθανασίας. Αλλά το λυπηρό και επιζήμιο, και επίφοβο, δεν είναι οι πέντε “αθώοι” συγγραφείς, είτε οι εκατό ανόητοι, ελαφροί, ελαφρότατοι τραγουδιστές. Το επίφοβο είναι οι μυριάδες “θαυμαστές” που τους αναγνωρίζουν ύπαρξη, αυτό το εύθρυπτο, πνευματικά ολιγαρκέστατο κοινό.
Για τον Αριστοφάνη, ειδικά, το κράτος θα έπρεπε να εμποδίζει τη γελοιοποίησή του με τις διασκευές έργων του για παιδικές σκηνές, που δεν είναι παιδικές αλλά παιδαριώδεις».



