H Μεταμόρφωση του κοινότοπου (1981), έργο του αμερικανού φιλοσόφου και τεχνοκριτικού Αρθουρ Ντάντο, συγκαταλέγεται, μαζί με τις Γλώσσες της τέχνης του Νέλσον Γκούντμαν (1968, ελληνική μετάφραση υπό έκδοση στη σειρά «Ευμενείς έλεγχοι» των εκδόσεων Εκκρεμές) και το H ζωγραφική ως τέχνη (1987) του Ρίτσαρντ Γούλχαϊμ, στις πιο σημαντικές συμβολές της αναλυτικής φιλοσοφικής παράδοσης στον χώρο της αισθητικής. Σε αυτή την παράδοση, τόσο η προσοχή απέναντι στους πειραματισμούς και τις κατακτήσεις της σύγχρονης τέχνης όσο και η μακρόχρονη τριβή με την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης συμπλέουν ανέμελα με μια ρηξικέλευθη και ενίοτε εικονοκλαστική προσέγγιση των ζητημάτων της αισθητικής: οι τρεις στοχαστές όχι μόνο συμμερίζονται την άποψη ότι η γλωσσική διάσταση δεν συνιστά κάποιας λογής εμπόδιο σε ό,τι αφορά την πρόσβασή μας στην καλλιτεχνική πραγματικότητα αλλά διατείνονται ότι αυτό που κατανοούμε ως τέχνη εξαρτάται ως επί το πλείστον από εκείνα που σκεφτόμαστε και λέμε γι’ αυτήν.
Το οντολογικό ερώτημα
Ωστόσο, ενώ, από τη μια πλευρά, ο Νέλσον Γκούντμαν προσεγγίζει τη σημασία των έργων τέχνης βασιζόμενος σε αμιγώς σημειωτικές θεωρήσεις και, από την άλλη, ο Ρίτσαρντ Γούλχαϊμ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχολογική διάσταση της καλλιτεχνικής διαδικασίας, στο επίκεντρο του εγχειρήματος του Αρθουρ Ντάντο τίθεται ένα ερώτημα οντολογικής φύσης: δεδομένης της θεωρητικής περιπλοκής που επέφεραν κατά τον 20ό αιώνα οι παραβατικού χαρακτήρα πράξεις ορισμένων καλλιτεχνών (από τα πρώτα «ready-mades» του Μαρσέλ Ντυσάμπ ως την «καίρια» – για τον συγγραφέα – εμφάνιση της ποπ αρτ), τι είναι αυτό που μας επιτρέπει εφεξής να διακρίνουμε τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης (λ.χ. ένα απλό κρεβάτι) από κάποια αντικείμενα-έργα τέχνης (φέρ’ ειπείν, ένα αληθινό κρεβάτι που το ζωγράφισε ο P. Ράουσενμπεργκ); Με άλλα λόγια, ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία διαχωρίζουμε τα «απλά» τεχνουργήματα (ή τα βιομηχανικά αντικείμενα) από τα έργα τέχνης; Θέτοντας τούτο το (σωκρατικής έμπνευσης) ερώτημα, ο Αρθουρ Ντάντο οικοδομεί μεθοδικά, αλλά συγχρόνως και με πηγαία αίσθηση του κωμικού, μιαν απάντηση, αποτυπώνοντας με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο τα σπάνια χαρίσματά του: τις γνώσεις του σε σχέση με την καλλιτεχνική παράδοση και την ιστορία της φιλοσοφίας, την αυθόρμητη προσήλωσή του σε όψεις του πειραματισμού της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, την οξύτητα του βλέμματός του, καθώς και την ικανότητά του να υφαίνει βήμα το βήμα, στηριζόμενος σε μια σειρά από ιδιαιτέρως ευφυή και ανατρεπτικής υφής νοητικά πειράματα, ένα σφιχτοδεμένο δίκτυο επιχειρημάτων.
Μέσα από την επινόηση και τη μεθόδευση αυτών των διαδοχικών νοητικών πειραμάτων, τα οποία εγγράφονται στην παράδοση που συγκρότησε ο Μπόρχες αφ’ ης στιγμής δημοσίευσε το διήγημά του με τίτλο «Πιέρ Μινάρ, συγγραφεύς του Δον Κιχώτη», ο Αρθουρ Ντάντο μάς προσκαλεί να φανταστούμε ένα ιδιαίτερο, κάθε φορά, σύνολο από πανομοιότυπα αντικείμενα, αντικείμενα που το μάτι δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει (που είναι δηλαδή αδιαχώριστα από καθαρά αντιληπτική άποψη), και όπου ένα τουλάχιστον από αυτά δεν είναι έργο τέχνης, ενώ ένα άλλο – ή και περισσότερα – είναι. Παράλληλα, με τη ρητή αντιπαράθεσή του σε επιχειρήματα και απόψεις που προέρχονται από τη φιλοσοφική και τη λογοτεχνική παράδοση (με σημείο εκκίνησης τον Σωκράτη και σημείο αφετηρίας ορισμένους μαθητές του Βιτγκενστάιν, καθώς και με συνεχείς αναφορές ή υπαινιγμούς στον Σαίξπηρ, στον Ντεκάρτ, στον Χιουμ, στον Καντ, στον Νίτσε, στον Χάιντεγκερ, στον Σαρτρ κ.ά.), ο Αρθουρ Ντάντο, καθώς διαμορφώνει σταδιακά τη δική του φιλοσοφική θεώρηση, συζητεί με κριτικό τρόπο κάποιες περισσότερο ή λιγότερο παραδοσιακές αισθητικές έννοιες όπως η μίμηση, η ομοιότητα, η (ανα)παράσταση, η καλαισθησία, η ψυχική απόσταση (ή ανιδιοτέλεια), η μεταφορά, η έκφραση και το ύφος.
Το κριτήριο διαχωρισμού
Ετσι, ο αμερικανός στοχαστής μάς παρακινεί, κρατώντας μας θαρρείς από το χέρι, να εξοικειωθούμε με το δίκτυο των επιχειρημάτων του, το οποίο συγκλίνει με την εμπέδωση των ισχυρισμών του: εφόσον, λέει ο Ντάντο, τίποτε δεν μας επιτρέπει να ξεχωρίζουμε δύο αντικείμενα βασιζόμενοι απλά και μόνο σε κριτήρια αντιληπτικής τάξεως, εφόσον το έργο τέχνης δεν μπορεί να ταυτιστεί με το φυσικής τάξεως αντικείμενο που απλώς λειτουργεί ως το όχημά του (λ.χ., ένα τελάρο ή ένα κομμάτι από μέταλλο ή από λίθο), τότε το κριτήριο διαχωρισμού ανάμεσα στα απλά αντικείμενα και στα έργα τέχνης σχετίζεται με το γεγονός ότι, κάθε φορά που λέμε για ένα αντικείμενο ότι είναι έργο τέχνης, η δήλωσή μας αυτή ανήκει περισσότερο στην τάξη των ερμηνειών ή των ταυτίσεων και λιγότερο στην τάξη των ευθέων κατηγορικών κρίσεων. Με άλλα λόγια, από την απουσία διαφοράς ή διάκρισης συνάγεται ένα κριτήριο διαχωρισμού: σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, τα έργα τέχνης είναι πάντοτε «αναφορικά με κάτι», ή διαθέτουν «αναφορικότητα» (aboutness), συνεπάγονται δηλαδή τη δυνατότητα της ερμηνείας, πράγμα το οποίο δεν ισχύει σε ό,τι αφορά τα απλά τεχνουργήματα.
Μολονότι τα επιχειρήματα του Ντάντο παίρνουν ορισμένες φορές τεχνική χροιά και ο λόγος του γίνεται, αραιά και πού, εξαιρετικά ελλειπτικός (οσάκις ο φιλόσοφος συνομιλεί ενδιάθετα με κάποιους από τους συγχρόνους του καλλιτέχνες, φιλοσόφους ή ιστορικούς της τέχνης), η μετάφραση της κυρίας Μαριλένας Καρρά κατορθώνει να μεταδώσει την αγχίνοια, το χιούμορ και το ανεπανάληπτο εικονοκλαστικό ύφος του συγγραφέα της Μεταμόρφωσης του κοινότοπου, παρεμβαίνοντας ελάχιστα – πιθανότατα υπερβολικά ελάχιστα -, απλά και μόνο για να δικαιολογήσει τις πιο κρίσιμες μεταφραστικές της επιλογές. Ωστόσο, το μεταφραστικό ετούτο επίτευγμα είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο, διότι, με αυτόν τον τρόπο το ελληνικό αναγνωστικό κοινό γνωρίζει για πρώτη φορά μερικά από τα ζητήματα που θέτει η σύγχρονη αισθητική αναζήτηση, ενώ συγχρόνως έρχεται σε επαφή με μία από τις πιο ζωντανές συνιστώσες της.
Ο κ. Παναγιώτης Πούλος είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας και Αισθητικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.



