Οσοι παραδέχονται ότι το κίνημα της πολιτικής ορθότητας είναι ο φόβος και ο τρόμος των Αμερικανών θα πρέπει εξίσου να παραδεχθούν ότι με το έργο τους οι αδελφοί Τζόελ και Ιθαν Κοέν δεν φαίνεται ότι ακολουθούν και τόσο πιστά τους κανόνες καλής συμπεριφοράς.
Κυνικοί αλλά ποτέ βλάσφημοι (ή… σχεδόν ποτέ) οι Κοέν εντοπίζουν με ειρωνικό χιούμορ αλλά και συμπάθεια τα τρωτά μιας Αμερικής που οι Αμερικανοί προτιμούν να μη θυμούνται ή στην καλύτερη περίπτωση να παραβλέπουν. Ισως γι’ αυτό οι ταινίες των αδελφών Κοέν στην Αμερική ενδιαφέρουν ελαχίστους και στην Ευρώπη θεωρούνται οάσεις μέσα στην έρημο της επανάληψης του αμερικανικού κινηματογράφου.
Από την πρώτη κιόλας ταινία τους, το «Μόνο αίμα» (1984), ένα ακανθώδες νεονουάρ ερωτικής απιστίας και αποτρόπαιων φόνων, τα δύο τρομερά παιδιά από τη Μινεσότα έθεσαν ξεκάθαρα τους όρους τους. Στον «κόσμο» των Κοέν, ο οποίος ελάχιστα εν τέλει διαφέρει από τον πραγματικό, δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, καλοί και κακοί, υπάρχουν απλοί άνθρωποι που πέφτουν θύματα των αδυναμιών τους.
Στο «Μπάρτον Φινκ» ένας ιδεαλιστής θεατρικός συγγραφέας συνθλίβεται στα γρανάζια ενός μηχανισμού που δεν καταλαβαίνει (Χόλιγουντ) ενώ οι γκάγκστερ της ποτοαπαγόρευσης στο «Πέρασμα του Μίλερ» πάσχουν από… κουταμάρα. Στο «Φάργκο» ένας δειλός, απεγνωσμένος οικογενειάρχης στρέφεται αδέξια προς το έγκλημα αναζητώντας λύση στο αδιέξοδό του και στον «Μεγάλο Λεμπόφσκι» ένα ρεμάλι των 70s αναλαμβάνει άθελά του καθήκοντα ιδιωτικού ντετέκτιβ εξαιτίας μιας περίεργης συνωνυμίας. Οι ήρωες των Κοέν καθρεφτίζουν μια κοινωνία λιγότερο έξυπνη, λιγότερο όμορφη, λιγότερο καθαρή και λιγότερο ισχυρή από όσο θα ήθελε να είναι. Σε αυτούς τους ήρωες αποτυπώνονται η πονηριά και η ευφυΐα των Κοέν.
Η τελευταία ταινία τους, το «Ω, αδελφέ μου, πού είσαι;», μας μεταφέρει στον αμερικανικό Νότο την περίοδο της οικονομικής κρίσης και ακολουθεί τρεις δραπέτες (Τζορτζ Κλούνεϊ, Τζον Τορτούρο και Τιμ Μπλέικ Νέλσον) στον δρόμο τους προς το σπίτι. Στους αρχικούς τίτλους αυτού του μιούζικαλ περιπλάνησης διαβάζουμε ότι το σενάριο είναι βασισμένο στην… «Οδύσσεια». Οι ίδιοι οι Κοέν όμως ομολογούν στο «Βήμα» ότι δεν έτυχε ποτέ να διαβάσουν το ομηρικό έπος. «Κάναμε όμως τη σχετική έρευνά μας» λένε. «Είδαμε την ταινία με τον Κερκ Ντάγκλας…».
Προτού ξεκινήσουμε πείτε μας με τι καινούργιο ασχολείσθε αυτόν τον καιρό.
Ιθαν Κοέν: «Εννοείτε πριν από την Ιαπωνία;».
Ποια Ιαπωνία;
Ιθαν: «Εμ… Ναι… Σκοπεύουμε… Λέμε η επόμενη ταινία μας να γυριστεί στην Ιαπωνία. Προς το παρόν τελειώνουμε μια ταινία νουάρ που είχαμε ξεκινήσει το καλοκαίρι».
Τζόελ Κοέν: «Ναι, τη γυρίζουμε με τη Φραν (σ.σ.: Φράνσες Μακ Ντόρμαντ, η γυναίκα του Τζόελ), τον Μπίλι Μπομπ Θόρντον και τον Τζιμ Γκαντολφίνι».
Ιθαν: «Και τον Μάικλ Μπανταλούκο. Αλλά δεν έχει τίτλο ακόμη».
Πώς αυτό;
Ιθαν: «Δεν είχαμε σκεφθεί κάποιον τίτλο. Αυτό μάλιστα συνέβη για πρώτη φορά: να ξεκινήσουμε μια ταινία χωρίς πρώτα να της δώσουμε τίτλο».
Μάθαμε ότι ένας κουρέας, λέει, έχει σχέση με την υπόθεση…
Τζόελ – Ιθαν (χαμογελώντας μαζί): «Ναι! Ενας κουρέας…».
Τζόελ: «Ενας κουρέας στη Σάντα Ρόζα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’40».
Μήπως πρόκειται να δούμε τη βερσιόν των αδελφών Κοέν για τον «Κουρέα της Σεβίλλης»;
Τζόελ – Ιθαν (μαζί): «Οχι, όχι».
Τζόελ: «Υπάρχει μια δολοφονία… Υστερα μπαίνει το στοιχείο του μελοδράματος…».
Και της κωμωδίας φυσικά.
Ιθαν: «Οχι. Οχι και τόσο της κωμωδίας…».
Κάποιος που έχει διαβάσει το σενάριο το βρήκε νοσηρά αστείο.
Τζόελ: «Προσπαθούμε να φτιάχνουμε τις ταινίες μας κάπως… περίεργα. Δεν ξέρω».
Πότε γράφετε το σενάριο της επόμενης ταινίας σας; ενώ γυρίζετε την προηγούμενη;
Τζόελ – Ιθαν (μαζί): «Μμμμ…».
Ιθαν: «Ποτέ ενώ γυρίζουμε. Θέλω να πω, μια παραγωγή τραβάει μακριά και έχει πολλές ευθύνες. Ξέρετε… Χα! Ξέρετε… (σ.σ.: βρίσκεται προφανώς σε αμηχανία σαν να μη θέλει να αποκαλύψει) Μερικές φορές γράφουμε το επόμενο σενάριο ενώ κάνουμε το μοντάζ μιας ταινίας. Τις περισσότερες φορές όμως γράφουμε στα διαστήματα που μεσολαβούν ανάμεσα στις ταινίες, ενώ δεν κάνουμε τίποτε άλλο δηλαδή».
Πώς συνεργάζεστε όταν γράφετε μαζί; Ο ένας μιλάει, ο άλλος γράφει; και οι δύο μιλούν; και οι δύο γράφουν;
Τζόελ: «Καθόμαστε σε ένα δωμάτιο μαζί και συζητάμε τις σκηνές και τους ήρωες. Δεν μοιραζόμαστε σκηνές, δηλαδή, αυτό θα κάνει εκείνος, αυτό θα κάνει ο άλλος ή κάτι τέτοιο».
Διαφωνείτε συχνά;
Τζόελ: «Μμμμ, όχι».
Μάλλον προτιμάτε να το αποφεύγετε, έτσι;
Τζόελ: «Μμμμ, ναι».
Δεν είναι παράξενο όμως; Δύο αδέλφια που πάντα εργάζονται παρέα και ποτέ δεν τσακώνονται…
Τζόελ – Ιθαν (μιλάνε μαζί με κατανόηση): «Εμμμ, ναι, ξέρεις…».
Ιθαν: «Υποθέτω ότι ο περισσότερος κόσμος δεν τα πάει και τόσο καλά με το συγγενικό περιβάλλον του, διότι όποτε μας ρωτούν αυτή την ερώτηση και γίνεται συχνά προκαλεί πάντοτε έκπληξη το γεγονός ότι η συμπεριφορά που έχουμε ο ένας απέναντι στον άλλον δεν διαφέρει και πολύ από τη συμπεριφορά μας απέναντι στους υπόλοιπους συνεργάτες μας. Μιλάς γι’ αυτά που έχεις στο μυαλό σου, ο άλλος έχει κάποιες ιδέες, τις συζητάς. Αυτό κάναμε επί χρόνια, αυτό εξακολουθούμε να κάνουμε και σήμερα. Συζητώντας τις ιδέες ξεκαθαρίζει το τοπίο και καταλήγεις κάπου. Αυτό θέλουμε».
Τζόελ: «Η συνεργασία μας δεν είναι το αποτέλεσμα μιας μελετημένης μεθόδου και δεν διαφέρει από αυτήν που έχουμε με τους άλλους ανθρώπους οι οποίοι συνεργάζονται επί χρόνια μαζί μας: τον Ρότζερ (σ.σ.: Ντίκινς, διευθυντής φωτογραφίας), τον Ντένις Γκάσνερ (σ.σ.: ο σχεδόν μόνιμος σκηνογράφος τους). Η συλλογικότητα και η συνεργασία βρίσκονται στη φύση της κινηματογραφίας. Για να γυρίσεις μια ταινία χρειάζεσαι πολλούς ανθρώπους και εμείς προτιμάμε να διατηρούμε καλές σχέσεις με τους ίδιους συνεργάτες για μεγάλα χρονικά διαστήματα ηθοποιούς και τεχνικούς».
Εχει πάντως πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίον χειρίζεστε τους διαλόγους των χαρακτήρων σας αλλά και το πώς περασμένες εποχές και καταστάσεις αντανακλώνται στους ηθοποιούς σας. Πώς το αποσπάτε αυτό από τους ηθοποιούς σας; Πόσο τους επιτρέπετε να αυτοσχεδιάζουν;
Τζόελ: «Οχι αυτοσχεδιάζοντας. Σε καμία περίπτωση σε ό,τι αφορά τους διαλόγους».
Ιθαν: «Από την αρχή είναι μάλλον φανερή η προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα, επομένως ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι απαραίτητος».
Τζόελ: «Γι’ αυτό και απαγορεύεται… (γελούν και οι δύο πονηρά) Οχι, για να είμαστε ειλικρινείς, ορισμένες φορές την ώρα των προβών ο διάλογος πράγματι αλλάζει διότι συχνά αλλιώς φαντάζεσαι ότι θα ακουστούν πράγματα που γράφεις και αλλιώς τελικά ακούγονται. Πολλές φορές παίζει ρόλο και ο τρόπος με τον οποίον τα λέει ο συγκεκριμένος ηθοποιός, σε αναγκάζει να κάνεις αλλαγές. Οταν όμως ξεκινούν τα γυρίσματα, τα πράγματα έχουν πια ξεκαθαρίσει. Και σ1ε ό,τι αφορά τους διαλόγους δεν αλλάζουν».
Αλλωστε θα πρέπει να έχετε πολύ συγκεκριμένες ιδέες για το τι θέλετε να κάνετε. Δημιουργείτε μια ατμόσφαιρα που επιβάλλει αυστηρότητα και συνέπεια.
Τζόελ: «Δεν θα συμφωνήσω. Σε ό,τι αφορά το σενάριο και τους διαλόγους αυτό ίσως να ισχύει. Πέραν τούτου, όμως, τα κριτήριά μας για τη διανομή των ηθοποιών σχετίζονται αποκλειστικά με το πόσο καλοί είναι οι ηθοποιοί που θέλουμε. Οι ηθοποιοί κάνουν επίσης επιλογές σε ό,τι αφορά τη δουλειά τους, το πώς δηλαδή θα πρέπει να αποδώσουν τους χαρακτήρες».
Ιθαν: «Υποθέτω ότι θα σας έκανε μεγάλη εντύπωση το πόσο λίγο συζητάμε με τους ηθοποιούς στα σετ. Ευτυχώς “πιάνουν το νόημα” από την αρχή. Αν δεν “το έπιαναν”, δεν θα είχε νόημα να συνεργαστούν μαζί μας».
Νιώθετε ότι υπάρχει δημιουργική πρόοδος από τη μία ταινία σας στην άλλη;
Τζόελ: «Ναι. Στο “Ω, αδελφέ μου, πού είσαι;”, π.χ., το στοιχείο του μιούζικαλ μάς βοήθησε να σκεφθούμε νέες μεθόδους προσέγγισης της ιστορίας μας. Ούτως ή άλλως δεν μας αρέσει να επαναλαμβανόμαστε. Είναι βαρετό».
Οντως η μουσική, τόσο των μπλουζ όσο και των country western τραγουδιών, προφανώς υπήρξε μία από τις αφορμές όχι μόνο για την ιδέα του «Ω, αδελφέ μου, πού είσαι;» αλλά και για την πραγμάτωσή της. Θέλετε να αναφερθείτε λίγο παραπάνω σε αυτήν; Είναι αλήθεια ότι προτού γράψετε το σενάριο είχατε επιλέξει τα τραγούδια της ταινίας επειδή είσαστε φαν των συγκεκριμένων μουσικών ειδών;
Ιθαν: «Συνέβη σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις και με συγκεκριμένα τραγούδια, όχι στο σύνολο της ταινίας. Γενικώς η μουσική στον αμερικανικό Νότο την εποχή του οικονομικού κραχ ήταν στοιχείο αρκετά ελκυστικό. Γνωρίζαμε ότι έτσι μας δινόταν η ευκαιρία να γυρίσουμε μια ταινία για τις μουσικές ρίζες της Αμερικής και αυτό μας είχε τραβήξει από την αρχή την προσοχή. Γράφοντας το σενάριο σκεφθήκαμε συγκεκριμένα τραγούδια που τοποθετούνταν σε συγκεκριμένα σημεία της ιστορίας, το casting και η διανομή των τραγουδιών όμως έγιναν ενώ το σενάριο είχε ήδη ολοκληρωθεί. Αν κάτι εξασφαλίσαμε από την αρχή ήταν η συνεργασία του Τ-Μπόουν Μπερνέτ, του οποίου οι γνώσεις για αυτά τα μουσικά είδη είναι μοναδικές. Επίσης αυτός ήταν που μας έκανε κοινωνούς σε πολλά πράγματα που δεν είχαμε καν ακούσει. Μαζί αποφασίσαμε τι “κολλάει” πού».
Προσπαθήσατε μήπως να κάνετε και μια δήλωση σε ό,τι αφορά τις φυλετικές διαφορές στη μουσική του τότε αμερικανικού Νότου;
Ιθαν: «Οχι ιδιαίτερα… Ακούγεται κλισέ αλλά είναι και αλήθεια το πόσο η ροκ-εν-ρολ και η ποπ μουσική είναι ένα αμάλγαμα μαύρης και λευκής μουσικής».
Τζόελ: «Αν υπάρχει μια τέτοια δήλωση στην ταινία υπονοείται. Διότι έχει ενδιαφέρον το πώς οι τόσο διαφορετικοί ήχοι των μπλουζ και της country western διαμορφώθηκαν ανταλλάσσοντας “πληροφορίες” ο ένας με τον άλλον. Οι ήχοι αυτοί έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον διότι διευκρινίζουν ξεκάθαρα την ουσιαστική πηγή τους: η κέλτικη επιρροή στην country μουσική και η αφρικανική επιρροή στα μπλουζ. Εχει ενδιαφέρον πώς ξεχωρίζουν ως μουσικές φόρμες».
Σκεφθήκατε να χρησιμοποιήσετε την πραγματική φωνή του Τζορτζ Κλούνεϊ για μερικές από τις σκηνές όπου τραγουδά;
Τζόελ – Ιθαν (μαζί, γελώντας): «Ναι! Το σκεφτήκαμε».
Τζόελ: «Ολοι όσοι έχουν σκηνές όπου τραγουδούν στην ταινία τραγούδησαν πραγματικά έστω και για λίγο. ´Η τουλάχιστον έκαναν πρόβες. Ο Τιμ Μπλέικ Νέλσον έχει φυσική φωνή για country western τραγούδια. Ο Τζορτζ έχει καλή φωνή, όχι όμως και τόσο ταιριαστή για βαριά βουνίσια μουσική. Αλλωστε πρόκειται για ένα είδος δύσκολο ακόμη και γι’ αυτούς που μπορούν να τραγουδήσουν. Ο Ντιν Καμίνσκι ο οποίος αντικαθιστά τον Τζορτζ όλη του τη ζωή τραγουδά τέτοια τραγούδια».
Και πώς ο Ομηρος μπήκε στη μέση;
Τζόελ: «Τι πράγμα;».
Η Οδύσσεια, ο Ομηρος. Πώς προέκυψαν;
Ιθαν: «Α, ο Ομηρος! Αμ, έλα ντε…».
Αρχίζουν και μιλούν μαζί γελώντας, είναι αδύνατον να τους παρακολουθήσω.
Με άλλα λόγια, δεν διαβάσατε ποτέ την Οδύσσεια;
Τζόελ: «Οχι. Εγώ τουλάχιστον δεν την έχω διαβάσει. Εχω διαβάσει όμως την Ιλιάδα, όπου ο Οδυσσέας είναι μάλλον ένας ασήμαντος χαρακτήρας. (γελάει) Επίσης… έχουμε δει την ταινία με τον Κερκ Ντάγκλας. (γελάνε πονηρά και οι δύο) Αρα υποθέτω ότι κάναμε μια μικρή έρευνα. Εντάξει, ξέραμε για τον Κύκλωπα και τις Σειρήνες· για την Πηνελόπη επίσης. Εχουμε και τα κλασικά εικονογραφημένα της Οδύσσειας. Βοηθούν αρκετά…».
Παρ’ όλα αυτά στα ζενερίκ της ταινίας διαβάζουμε «βασισμένη στην Οδύσσεια του Ομήρου».
Ιθαν: «Ε, ναι… Κατόπιν… εορτής».
Στο ενημερωτικό βιβλιαράκι της ταινίας σας αναφέρετε ότι η Οδύσσεια είναι μια ιστορία που δεν θα πάψει ποτέ να είναι επίκαιρη. Γιατί το πιστεύετε;
Τζόελ: «Η ιστορία, η ιδέα του ταξιδιού επιστροφής, προς το σπίτι, η προσπάθεια επιστροφής στις ρίζες, έχει πάντα δύναμη. Δεν ξέρω αν είναι απαραιτήτως σύγχρονη, σίγουρα όμως έχει δύναμη. Κάπως έτσι άλλωστε προέκυψε εδώ η Οδύσσεια. Γράφοντας το σενάριο αντιληφθήκαμε ότι οι επεισοδιακές περιπέτειες ενός τύπου που προσπαθούσε να επιστρέψει στο σπίτι του θύμιζαν κάπως εκείνες του Οδυσσέα. Τότε ήταν που αρχίσαμε να δανειζόμαστε στοιχεία από την Οδύσσεια».
Επομένως δεν ξεκινήσατε να γράφετε το «Ω, αδελφέ μου, πού είσαι;» με την Οδύσσεια ήδη στο μυαλό σας;
Ιθαν: «Οχι, σε καμία περίπτωση. Ξεκινήσαμε με το ίδιο το σκηνικό, που είναι ο αμερικανικός Νότος τη δεκαετία του ’30 και στη συνέχεια προέκυψαν οι τρεις δραπέτες, η μουσική…».
Η επιλογή του Τζορτζ Κλούνεϊ είναι ούτως ή άλλως παράξενη για μια ταινία των αδελφών Κοέν. Πώς προέκυψε;
Τζόελ: «Ο Κλούνεϊ είναι ένας ενδιαφέρων συνδυασμός. Εχει την πάστα του σταρ και χρειαζόμασταν έναν σταρ για να “μεταφέρει” την ταινία και την ίδια ώρα είναι… ένας πραγματικός ηθοποιός, με την έννοια του ηθοποιού χαρακτήρων. Μπορεί άνετα να “κληρονομήσει” έναν χαρακτήρα. Ο ήρωάς του εδώ είναι μεν ματαιόδοξος, ο Τζορτζ όμως τον ενσάρκωσε σαν μπούφο (goofball). Επίσης ήταν από την αρχή ολοφάνερο ότι ο Τζορτζ, ως άνθρωπος με χιούμορ, θα καταλάβαινε το υλικό, θα ήξερε ακριβώς τι θέλουμε και προς τα πού πηγαίνουμε. Προτού τον πλησιάσουμε είχαμε δει το “Εκτός ελέγχου” του Στίβεν Σόντερμπεργκ και εκεί μας άρεσε πολύ».
Αναρωτιέμαι αν όταν γράφετε τα σενάρια των ταινιών σας σκέφτεστε τι γίνεται γύρω σας και αν αυτό σας απασχολεί. Την ώρα που γράφετε το «Φάργκο», τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι» και το «Ω, αδελφέ μου, πού είσαι;» ο «Αρμαγεδδών» βγαίνει επίσης στις αίθουσες…
Τζόελ: «Ο “Αρμαγεδδών”; Μα το “Ω, αδελφέ μου, πού είσαι; ” είναι ο δικός μας “Αρμαγεδδών”!».
Ιθαν: «Αλλωστε ο Μπίλι Μπομπ Θόρντον που παίζει στην καινούργια μας ταινία έπαιζε και στο “Αρμαγεδδών”. Ο οποίος μάλιστα αποκαλούσε τη δική μας ταινία επίσης “Αρμαγεδδώνα”! ».
Τζόελ: «Αλήθεια όμως δεν ξέρω. Δεν πηγαίνω και τόσο συχνά στο σινεμά πια όσο πήγαινα παλιότερα. Εχω άλλωστε ένα εξάχρονο παιδί, άρα είμαι πια αναγκασμένος να βλέπω ταινίες όπως το “Chicken Run”, το οποίο παρεμπιπτόντως βρήκα εξαιρετικό, μία από τις καλύτερες ταινίες του 2000».
Από το 1985, όταν εμφανιστήκατε για πρώτη φορά στον χώρο με το «Μόνο αίμα», δεν έχετε πάψει να γυρίζετε μαζί ταινίες. Ετυχε ποτέ να φανταστείτε μια εποχή που δεν θα είσαστε πια μαζί;
Τζόελ (ενώ γελάει με νόημα μαζί με τον αδελφό του): «Ω, την έχουμε οραματιστεί, την έχουμε οραματιστεί…».
‘Η μήπως θεωρείτε ότι τελικά η συνεργασία σας δεν αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο; Είναι αυτή που είναι.
Τζόελ: «Εχουμε συμφιλιωθεί μαζί της».
Ιθαν: «Πράγματι δεν μας προκαλεί καν εντύπωση, τη θεωρούμε τόσο σίγουρη που ούτε καν το σκεφτόμαστε. Οι δημοσιογράφοι όμως τη βρίσκουν εντυπωσιακή, επομένως είμαστε αναγκασμένοι να συζητάμε γι’ αυτήν διότι μας ρωτούν. Στην πραγματικότητα απλώς έτσι εργαζόμαστε».
Ενα ακόμη ερώτημα που προκαλεί σε πολλούς την περιέργεια είναι το κατά πόσον ελέγχετε τη δουλειά σας;
Ιθαν: «Κακομάθαμε τόσο πολύ από την πρώτη μας ταινία, το “Μόνο αίμα”, για την οποία βρήκαμε μόνοι μας τους χρηματοδότες, που δεν επιτρέπουμε την επέμβαση κανενός στη δουλειά μας. Και αυτό διότι δεν υπάρχει ουσιαστικός λόγος καθώς τα μπάτζετ των ταινιών μας σε σχέση με εκείνα του Χόλιγουντ είναι πάρα πολύ χαμηλά. Εχουμε φθάσει σε ένα σημείο που ο κόσμος γνωρίζει τι πάνω-κάτω κάνουμε, επομένως όποιος θέλει να χρηματοδοτήσει μια ταινία μας ξέρει επίσης ότι δεν θα τα θαλασσώσουμε και ότι θα πάρει τα χρήματά του πίσω με κάποιο κέρδος».
Ποια ταινία σας έχει χάσει χρήματα;
Ιθαν: «Αυτή είναι μια παράξενη ερώτηση. “Ο κύριος Χούλα Χουπ” απεδείχθη ζημιογόνος για τη Warner Bros στην Αμερική, αν και έβγαλε κάτι παραπάνω στο εξωτερικό. Οι περισσότερες ταινίες μας αυτό καταφέρνουν αλλά κοστίζουν πολύ λιγότερο. “Ο κύριος Χούλα Χουπ” ήταν η πιο ακριβή σε κόστος ταινία μας (παραγωγή του ύψους των 26 εκατ. δολαρίων)».
Μια πρόσφατη ψηφοφορία στο Internet ανακήρυξε τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι» ως την πιο δημοφιλή ταινία σας. Το θεωρείτε παράξενο;
Τζόελ: «Λιγάκι… Αντιμετωπίσαμε τον “Μεγάλο Λεμπόφσκι” σαν μια μεγάλη ταινία… “αδελφότητας”. Υποθέσαμε λοιπόν ότι τουλάχιστον θα αρέσει στον Τζορτζ Μπους τζούνιορ. (γέλια) Είναι πάντως κάπως τρομακτικό το πόσοι μαστούρηδες υπάρχουν εκεί έξω…».
Σκεφθήκατε ποτέ να ανταλλάξετε ρόλους; Ο Τζόελ, ο οποίος πάντα υπογράφει ως σκηνοθέτης, να κάνει την παραγωγή και το αντίθετο με τον Ιθαν, ο οποίος υπογράφει ως παραγωγός;
Τζόελ: «Μα το θέμα είναι ότι στην πραγματικότητα δεν έχουμε ρόλους. Ασχετα με αυτά που διαβάζετε στους τίτλους, σκηνοθετούμε και οι δύο».
Δεν θα ήταν πιο έντιμο λοιπόν να υπογράφετε και οι δύο μαζί τη σκηνοθεσία και την παραγωγή, όπως κάνετε με το σενάριο;
Ιθαν (ενώ ξεκαρδίζονται στα γέλια): «Ναι, θα ήταν…».
Τζόελ: «Αν η εντιμότητα μας ενδιέφερε…».



