Ο Χρύσανθος Πανάς έχει αποδείξει πολλές φορές πόσο δραστήριος και επίμονος είναι, εξ ου και κατόρθωσε πρόσφατα να κάνει πραγματικότητα άλλο ένα από τα όνειρά του. Διότι δική του ήταν η ιδέα να τοποθετηθεί στο κέντρο της Αθήνας ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του διεθνούς φήμης έλληνα γλύπτη Takis και, παρόλο που χρειάστηκε να περάσουν πέντε χρόνια για την υλοποίησή της, μπορεί να υπερηφανεύεται ότι τα κατάφερε.
Με την ευνοϊκή συγκυρία της συμπλήρωσης 100 χρόνων από τη γέννηση του καλλιτέχνη και στο πλαίσιο της επετείου, ο Ομιλος Πανά σε συνεργασία με το Ιδρυμα Takis και τον Δήμο Αθηναίων παρουσίασαν πριν από λίγες ημέρες στον δημόσιο χώρο, στη συμβολή των οδών Πανεπιστηµίου και Βουκουρεστίου, το «Αιολικό», ένα από τα πιο εµβληµατικά δηµιουργήµατα του Takis, ένα γλυπτό που αναδεικνύει τη διαχρονική σχέση της τέχνης με την κίνηση, την ενέργεια και το αστικό περιβάλλον.
Το έργο είναι μια μεταλλική στήλη ύψους 4,35 μέτρων από σίδηρο και αλουμίνιο, η οποία, βάσει των επιρροών του Takis από την αιολική ενέργεια, τη φύση και την κίνηση, δημιουργεί μορφές «σινιάλων» που κινούνται με το φύσημα του αέρα. Το «Αιολικό» θεωρείται χαρακτηριστικό δείγμα της πρωτοποριακής, δυναμικής διάστασης της σύγχρονης ελληνικής γλυπτικής.
Η εγκατάστασή του στο συγκεκριμένο σημείο δημιουργεί έναν νέο πολιτιστικό σταθμό στο κέντρο της πρωτεύουσας, ενισχύοντας τον διάλογο ανάμεσα στη σύγχρονη τέχνη και τον δημόσιο χώρο, ενώ η «συνομιλία» συμπληρώνεται με την παράλληλη παρουσίαση τριών «Σινιάλων» του Takis στο φουαγέ του θεάτρου Παλλάς, έτσι ώστε ο ανοιχτός χώρος να συνδέεται με την πολιτιστική δραστηριότητα της πόλης.

Φωτό Γιώργος Βελλής
Κύριε Πανά, μου είπατε λίγο προτού ξεκινήσουμε τη συνέντευξη ότι κάποιοι γάλλοι επισκέπτες του Athénée αναγνώρισαν αμέσως το «Αιολικό».
«Στη Γαλλία ειδικά είναι ευρέως γνωστός ο Takis. Νομίζω ότι έχει παίξει ρόλο σε αυτό η μνημειώδης εγκατάστασή του που τοποθετήθηκε το 1988 στη La Défense στο Παρίσι, αυτό το “δάσος από Σινιάλα”. Ομως τον γνωρίζουν παντού στον κόσμο και, βέβαια, καθώς τον αντιπροσωπεύει η White Cube, παραμένει επίκαιρος ακόμα. Επισκέπτομαι σχεδόν όλες τις μεγάλες φουάρ – Art Basel, Frieze και πολλές άλλες – και πάντα υπάρχει κάπου μια δημιουργία, ακόμα και τώρα, επτά χρόνια μετά τον θάνατό του. Και εφέτος, στη MAZE Art Gstaad 2026 που θα γίνει σε λίγες ημέρες, είδα στα διαφημιστικά της ένα γλυπτό του».
Τι σας γοητεύει πιο πολύ στο έργο του Takis που τοποθετήθηκε στην οδό Βουκουρεστίου;
«Αντανακλά το φως και είναι μαγικό. Αυτό μου αρέσει πιο πολύ: η αίσθηση του φωτός πάνω στη μεταλλική επιφάνεια. Κάποιες στιγμές, όταν κινείται και πάνω του πέφτουν οι ακτίνες του ήλιου, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ωραίο δείχνει».
Γιατί να μπει η σύγχρονη τέχνη σε δημόσιο χώρο;
«Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να σας πω πολλά για την αγάπη μου για την τέχνη. Από τη γιαγιά μου που ήταν ζωγράφος μέχρι τον γιο μου που είναι τριτοετής στην Καλών Τεχνών, πάντα η τέχνη ήταν μέσα στην οικογένειά μας. Οι εικαστικές τέχνες κατά βάση, αλλά και η μουσική πάρα πολύ. Η θεία του μπαμπά μου ήταν η Ηβη Πανά, δασκάλα της Μαρίας Κάλλας στο πιάνο. Οταν ξεκινήσαμε το project στο City Link, από την πρώτη στιγμή θέλαμε να εξευγενίσουμε αυτή τη γειτονιά, να φέρουμε τους θαμώνες της περιοχής σε επαφή με την ποιότητα σε κάθε επίπεδο».
Πώς έγινε αυτό;
«Κατ’ αρχάς, κρατήσαμε κοντά μας και τους καλλιτέχνες και τους φιλότεχνους. Υπάρχουν τόσα θέατρα στην περιοχή, το Παλλάς, το Μικρό Παλλάς, το Αλίκη, το Χορν, το Βρετάνια… Ολοι αυτοί οι ηθοποιοί τελείωναν την παράσταση και έφευγαν, πήγαινε ο καθένας στο στέκι του. Εμείς φτιάξαμε “friends & family” προγράμματα με καλύτερες τιμές και προσπαθήσαμε να τους κρατήσουμε στη γειτονιά. Και με τους φιλότεχνους το ίδιο: δημιουργήσαμε πιο οικονομικά μενού “after theatre”. Ηθελα η γειτονιά να αρχίσει να γίνεται πιο σοφιστικέ, να δημιουργηθεί ένα hub στο οποίο θα συχνάζουν αυτοί που διαθέτουν καλαισθησία. Oλα αυτά επειδή και εγώ αγαπώ την τέχνη και αγοράζω έργα – ακόμα και με το υστέρημά μου –, γιατί για εμένα η συλλογή δεν είναι επένδυση, είναι πάθος. Είναι επικοινωνία. Δεν μπορείς να αντισταθείς στο να αποκτήσεις κάτι που σου “μιλάει”».

Φωτό Γιώργος Βελλής
Πώς αισθάνεστε ότι εμπλουτίζεται η ζωή σας χάρη στην επαφή με την τέχνη;
«Για εμένα, η τέχνη δημιουργεί συναισθήματα. Και αυτό είναι κάτι που μόνο η φύση μπορεί να κάνει με τον ίδιο τρόπο. Μπορεί να έχει μια ωραία, φωτεινή ημέρα και να νιώθεις χαρούμενος χωρίς να ξέρεις γιατί. Ετσι λειτουργεί επάνω μου ένα έργο τέχνης: μπορεί να με κάνει χαρούμενο ή λυπημένο, να με προβληματίσει ή να μου φτιάξει τη διάθεση. Χωρίς να το αναλύω περαιτέρω, χωρίς να ψάχνω την ιστορία ή την πρόθεση. Αυτό είναι για τους κριτικούς τέχνης. Εγώ μένω στην ενέργεια. Τα αληθινά έργα τέχνης έχουν ενέργεια».
Δηλαδή σας ενδιαφέρει η πρώτη, ακατέργαστη αντίδραση;
«Ακριβώς. Και δεν είναι τυχαίο ότι όταν ήμουν 18 χρόνων το πρώτο πράγμα που έκανα όταν μάζεψα χρήματα από το χαρτζιλίκι μου ήταν να αγοράσω ένα έργο. Ηταν ενός καλλιτέχνη που δεν προχώρησε εμπορικά: Χρήστος Θεοφίλης λέγεται. Ανατρεπτικός για την εποχή, άγρια δουλειά. Ο ίδιος ίδρυσε το Art-Act, ένα ινστιτούτο τέχνης όπου δηλώνουν οι καλλιτέχνες τα έργα τους για να αποφεύγονται οι αντιγραφές και οι απομιμήσεις. Από την αρχή έπαιρνα σύγχρονους, δεν έψαχνα μόνο τα κλασικά. Πήρα και έργα ανθρώπων που γνώριζε η οικογένειά μου, π.χ. του Τσαρούχη, του Φωτόπουλου, αλλά η µατιά µου ήταν εστιασµένη στο σύγχρονο. Με τα χρόνια άρχισα να αποκτώ και έργα ξένων καλλιτεχνών».
Πότε έγινε λοιπόν η τέχνη κομμάτι του Athénée/City Link;
«Από την πρώτη στιγμή, ξεκινώντας από το Athénée, όπου θέλαμε να δείχνουμε τέχνη. Συνεργαστήκαμε τότε που ακόμη λεγόταν Zonars με τον Καππάτο, δείξαμε Λουίζ Μπουρζουά. Συνεργαστήκαμε με τον Νίκο Σταθούλη – δεξί χέρι του Ιόλα – και κάναμε μια έκθεση με έργα ακόμη και του Γουόρχολ. Σιγά-σιγά, αρχίσαμε να μιλάμε για την τέχνη: να κάνουμε events, να δημιουργούμε αφορμές να εκπαιδευθεί το κοινό. Το φουαγέ του Παλλάς, που το μισθώνουμε και το τρέχουμε σαν επιχείρηση, δεν λειτουργεί μόνο ως εντευκτήριο για τους επισκέπτες του θεάτρου, το μετατρέψαμε σε event space. Και εκεί κάναμε εικαστικές εκδηλώσεις με την επιμελήτρια Αννα Χατζηνάσιου – χρόνια συνεργάτιδα και φίλη. Μεταξύ όλων όσων διοργανώσαμε ήταν και μια έκθεση του Ρισάρ Μπελιά, ενός από τους γνωστότερους γάλλους φωτογράφους συναυλιών».
Για το «Αιολικό» του Takis πώς γεννήθηκε η ιδέα;
«Οταν αναρωτηθήκαμε τι θα κάναμε στη Βουκουρεστίου, πέρα από τα προφανή – το να βοηθήσουμε να φτιαχτεί το σιντριβάνι, να καθαρίζεται ο χώρος, να μπει αυτόματο πότισμα για να είναι πράσινα τα πλατάνια –, σκεφτήκαμε: “Εδώ, πώς μπορούμε να δείξουμε τέχνη στον δημόσιο χώρο;”. Από την πρώτη στιγμή μού ήρθε στο μυαλό ο Takis. Τον ήξερα πολύ καλά. Είχαμε προσπαθήσει παλαιότερα να μπει ένα από τα μαγνητικά έργα του στο Salon de Bricolage, αλλά αρρώστησε και μετά πέθανε, οπότε δεν έγινε.
Απευθύνθηκα λοιπόν πριν από μερικά χρόνια στο Ιδρυμα Takis, τους φάνηκε πολύ ωραία ιδέα, λύσαμε σταδιακά όλα τα θέματα με τις εγκρίσεις, τη συνεργασία με τη δημοτική αρχή, το κόστος και τα ζητήματα γύρω από τον κίνδυνο βανδαλισμού. Και επειδή δεν ήθελα να πω απλά “τοποθετήσαμε ένα γλυπτό και τέλος”, σκέφτηκα να υπάρχει και διάλογος με έναν εσωτερικό χώρο τέχνης. Ετσι, τοποθετήθηκαν τρία “Σινιάλα” του στο φουαγέ του Παλλάς».
Αυτά τα έργα είναι αγορά ή δάνειο; Και ποιος πληρώνει τι;
«Είναι δάνειο από το Ιδρυμα Takis. Στόχος μου είναι να γίνει fundraising, να δημιουργηθεί μια δεξαμενή χρημάτων – είμαι σίγουρος ότι και το ίδρυμα θα μας το παραχωρήσει σε καλύτερη τιμή –, ώστε αυτό που είναι στον δημόσιο χώρο να μπορέσει να παραμείνει εκεί. Γιατί είναι η πρώτη φορά που σε ελεύθερο δημόσιο χώρο, σε πεζοδρόμιο, μπαίνει ένα γλυπτό τόσο μεγάλης καλλιτεχνικής αλλά και χρηματικής αξίας. Και θέλω να διευκρινίσω κάτι, γιατί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο καθένας γράφει ό,τι θέλει και αφήνονται υπόνοιες σχετικά με το πόσο κόστισε όλο αυτό στον πολίτη της Αθήνας: στον Αθηναίο δεν κόστισε τίποτα.
Ολα τα έξοδα – μεταφορά, ασφάλεια, φύλαξη, εγκατάσταση, τεχνικές εργασίες, μέχρι και τη φύτευση – τα πληρώσαμε εμείς. Ο Ομιλος Πανά, που τρέχουμε εγώ και ο αδελφός μου ο Σπύρος. Ο δήμος διευκόλυνε τις διαδικασίες και έδωσε άδεια γιατί κατάλαβε τη σημαντικότητα της πρωτοβουλίας – και ευχαριστούμε πολύ τον δήμαρχο για όλα. Αρα, σε αυτούς που ρωτούν “με τι επιβαρύνεται ο δημότης” απαντώ: με τίποτα. Ο δημότης μόνο να κερδίσει έχει».

Φωτό Γιώργος Βελλής
Πιστεύετε ότι μπορείτε να ανοίξετε μια συζήτηση για το πώς επιλέγονται έργα στον δημόσιο χώρο;
«Μακάρι αυτή η κίνηση να είναι μια αφορμή ώστε οι δήμοι να σκεφτούν να φτιάξουν μικρές επιτροπές εμπειρογνωμόνων που θα απαρτίζονται από ειδικούς. Γιατί δεν γίνεται να κάνεις απλώς δεκτές δωρεές και να βάζεις στον δημόσιο χώρο ό,τι να ‘ναι. Δεν πρέπει να τα εξισώνουμε όλα. Οπως σε όλους τους τομείς, υπάρχουν καλοί και κακοί επαγγελματίες. Υπάρχουν καλλιτέχνες που έχουν αφήσει στίγμα, έχουν ιστορία. Οταν κάτι τοποθετείται στον ανοιχτό αστικό χώρο, καλό είναι να αξίζει και να μην είναι σαχλό ή καθαρά διακοσμητικό».
Θα ήθελα να μιλήσουμε και για το βιβλίο που ετοιμάζετε. Τι είναι το «Κινηματοθέατρο Ζαΐρα»;
«Είναι λεύκωμα και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Αφορά ένα σινεμά – και θέατρο μαζί – στην περιοχή του Γαλατσίου, που συνορεύει με την Κυπριάδου, μια κηπούπολη διαμορφωμένη με χρήματα που είχαν δοθεί για τη δημιουργία της από έναν ευεργέτη, τον Επαμεινώνδα Κυπριάδη. Πολλά σπίτια βρίσκονται ακόμη και σήμερα εκεί και κάποια τα είχε σχεδιάσει ο Πικιώνης – έμεινε και ο ίδιος στην περιοχή. Ηταν γειτονιά καλλιτεχνών – ο Μόραλης έλεγε “η Σχολή Κυπριάδου”. Ο Παπαλουκάς έμενε εκεί, ο Κόντογλου, ο Μ. Καραγάτσης. Ο παππούς μου είχε εκεί εξοχικό – τότε το Γαλάτσι ήταν εξοχή, πήγαινε και κυνηγούσε μπεκάτσες.
Το πατρικό του ήταν στην Καστέλλα. Ηταν έμπορος, επιχειρηματίας, πετυχημένος, έκανε έξι παιδιά. Επρόκειτο για οικογένεια που αγαπούσε τις τέχνες και τα γράμματα. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε να αναπτύσσει την περιοχή. Είπε “πρέπει να αποκτήσουμε φαρμακείο” και έφτιαξε το πρώτο. Είχε φίλους ηθοποιούς, και επειδή τότε τα σινεμά είχαν γίνει πολύ δημοφιλή στην Ευρώπη, έφερε από την Ιταλία μια μηχανή και έφτιαξαν έναν κινηματογράφο που λειτουργούσε και ως θέατρο, ώστε να γίνονται τέτοια πολιτιστικά δρώμενα».
Και πώς συνδέεται µε το σήµερα;
«Πρόσφατα πουλήσαμε σε συμβολική τιμή – σχεδόν το παραχωρήσαμε δηλαδή – ένα μεγάλο κομμάτι γης και η τοπική αρχή έφτιαξε ένα νέο θερινό σινεμά που θα ονομάζεται Ζαΐρα, προς τιμήν του παλιού κινηματοθεάτρου. Θα υπάρχει εκεί ένας πολιτιστικός χώρος, πάρκο και υπόγειο πάρκινγκ. Σκέφτηκα ότι αυτή η ιστορία καλό θα ήταν να ειπωθεί τεκμηριωμένα. Οι πρόγονοί μου ήρθαν από την Καταλωνία στην Κεφαλονιά πριν από αιώνες, έκανα έρευνα σε ληξιαρχεία, βρήκα την πορεία της οικογένειας στον ελλαδικό χώρο και έχω στρωθεί στη δουλειά».
Κλείνοντας, πώς σας φαίνεται η Αθήνα σήμερα;
«Βλέπω δύο πόλους. Από τη μία επιβιώνει η παλιά κραταιά νοοτροπία με τα μπουζούκια και αυτού του τύπου τη νυχτερινή διασκέδαση. Δεν το κατηγορώ. Ολοι αγαπάμε την ελληνική μουσική, όλοι θα περάσουμε καλά σε αυτά τα μέρη. Αλλά μου αρέσει και η Αθήνα των νέων παιδιών, που είναι περισσότερο επηρεασμένα από ό,τι συμβαίνει στο εξωτερικό – λόγω τεχνολογίας, επειδή έχουν αυτές τις προσλαμβάνουσες. Βλέπω πολλές μικρές εστίες τέχνης.
Πώς εξελίσσονται περιοχές σαν τα Εξάρχεια και την Κυψέλη, πόσα μπαρ υπάρχουν με ωραία φιλοσοφία. Πάει ο άλλος, παίρνει το Τέλειον, από όπου αγοράζαμε κάποτε τις πάστες Σεράνο, κρατά την μπουαζερί, σέβεται την αρχιτεκτονική, αλλά καταλήγει με κάτι πολύ σύγχρονο. Βλέπω ωραία εστιατόρια – το Λινού Σουμπάσης και ΣΙΑ είναι από τα αγαπημένα μου, πηγαίνω συνέχεια. Ολα, τελικά, έχουν να κάνουν με την παιδεία. Το έχω ξαναπεί: μου αρέσουν και τα μπουζούκια και το Μέγαρο, αλλά για άλλους λόγους το καθένα. Καλό είναι να ξέρουμε τι ταιριάζει πού. Να βάζουμε το κάθε πράγμα στη σωστή βάση και να μπορούμε να δούμε με ψυχραιμία ποια είναι η αξία του».






