Παράπονο δεν έχω, από όλα έφαγα και συνεχίζω ακάθεκτος: Μελομακάρονο παραδοσιακό – και μαλακό και «μπισκοτέ» –, μελομακάρονο Ντουμπάι, μελομακάρονο Lotus, μελομακάρονο Red Velvet, μελομακάρονο με επικάλυψη σοκολάτας γάλακτος, μπίτερ ή λευκής, μελομακάρονο Oreo. Δοκίμασα και μελομακάρονο χωρίς ζάχαρη, γιατί προσέχω το βάρος μου – όποτε το θυμάμαι.
Εχω όμως και τα πάθη μου. Λατρεύω τα γλυκά! Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, στο φαγητό μπορώ να αντισταθώ, στη ζάχαρη όχι. Κάπως το λένε αυτό οι ψυχολόγοι, αλλά ποιος ασχολείται, μέρες που είναι, με τους ψυχολόγους; Αντιθέτως, με απασχολεί μια νέα συνταγή για εορταστική βασιλόπιτα-cheesecake με βάση από gingerbread και κραμπλ μελομακάρονου από πάνω.
Τη βρήκα στο Διαδίκτυο, δοκίμασα δύο φορές να τη φτιάξω, αλλά δεν μου βγήκε καλή. Θα την επιχειρήσω ξανά, κάνοντας μερικές αλλαγές. Ακούω ειρωνείες και γκρίνιες; Πράγματι, διάβασα κι εγώ σχόλια σύμφωνα με τα οποία η γιορτινή ζαχαροπλαστική, που υποτίθεται ότι λειτουργεί ως αγκυροβόλιο στην παράδοση, έχει μετατραπεί σε Bollywood.
Ολα είναι πειραγμένα, όλα είναι υπερβολικά, όλα είναι «fusion» και «limited edition». Συμφωνώ. Την ίδια στιγμή, όμως, αναρωτιέμαι, πού είναι το πρόβλημα;
Δεν έχουν απαγορευτεί τα γνήσια μελομακάρονα, ούτε οι γνήσιοι κουραμπιέδες, ούτε το τσουρέκι που μοσχομυρίζει μαχλέπι και μαστίχα. Απλώς δίπλα τους φιγουράρει και το τσουρέκι με κρέμα μασκαρπόνε και φρούτα του δάσους, περιχυμένο με άλειμμα φουντουκιού κ.λπ. Εσύ που στέκεσαι μπροστά στη βιτρίνα αναζητώντας το τσουρέκι το αυθεντικό και νιώθοντας σαν τον τελευταίο Μοϊκανό – που ψάχνει εναγωνίως τη γεύση την οποία θυμάται από τα παιδικά του χρόνια μέσα σε έναν ωκεανό από ασυνήθιστα αρώματα και πολύχρωμες κρεμώδεις γεμίσεις –, επίλεξε την παραδοσιακή εκδοχή. Ασε το διπλανό, το πειραγμένο, το μεταλλαγμένο σε μένα. Και θα είμαστε και οι δύο ευχαριστημένοι.
Η ζαχαροπλαστική εξελίσσεται, ακόμη και μέσα από τις υπερβολές βρίσκει τον δρόμο της. Και μας σερβίρει τα γλυκίσματα της νέας εποχής. Παντρεύει τους πολιτισμούς και δίνει στα ιαπωνικά μότσι γεύση μελομακάρονου και στα ελληνικά μελομακάρονα, πιθανώς, τη μαστιχωτή υφή των ιαπωνικών μότσι. Πράγματι, δεν το λες μελομακάρονο αυτό, αλλά ως «μοτσιμακάρονο» μπορεί να κάνει τη δική του καριέρα.
Το θέμα είναι τι επιθυμεί ο καθένας. Ας υπάρχουν όλα για να τα δοκιμάζουμε και ας σκεφτούμε και αυτό: Μήπως, ενίοτε, η επιμονή στην παράδοση καταλήγει να είναι η στείρα επιστροφή σε μια ξεπερασμένη λιτότητα και αισθητική; Γιατί να γίνει ευαγγέλιο η συνταγή της γιαγιάς (που εξάλλου έμοιαζε πιο νόστιμη από τα χέρια της, με τα υλικά που διέθετε τότε) και να μην αναζητήσουμε και άλλες, πιο σύγχρονες και τολμηρές, γευστικές απολαύσεις; Δεν πρέπει απαραιτήτως το μελομακάρονο Lotus γίνει ο νέος κανόνας, ούτε η αλυσίδα της μνήμης και της παράδοσης να σπάσει στο όνομα της προόδου.
Αλλά γιατί να αντισταθείς στην περιέργεια για το νέο; Γιατί να απορρίψεις τη δημιουργικότητα του ζαχαροπλάστη που μια μέρα που είχε όρεξη για τρελίτσες έβαλε το τυρί κρέμα πάνω στο μουστοκούλουρο και το έλουσε με λιωμένη καραμέλα; Αν αυτό είναι μουστοκούλουρο, cheesecake ή crème brûlée; Ε, δεν θα κολλήσουμε στο όνομα, καλοφάγωτο να είναι και όπως θέλουν ας το πουν!



