Από «βοηθός βοηθού» του δασκάλου του, Γιάννη Τσαρούχη, και τις παρθενικές παραστάσεις του ’60 έως τις δικές του δουλειές, σε συνεργασία με έλληνες και ξένους σκηνοθέτες, ο Διονύσης Φωτόπουλος είναι πάντα εκεί: στην Επίδαυρο, στο αρχαίο θέατρο, στα παρασκήνια, στο παλιό Ξενία, στον «Λεωνίδα», στην παραλία, στο «Ακρογιάλι»…
Με αφορµή την αναβίωση της ιστορικής «Μήδειας» του Λουίτζι Κερουµπίνι (1961) µε τη Μαρία Κάλλας στον οµώνυµο ρόλο, σε σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή, σκηνικά-κοστούµια του Γιάννη Τσαρούχη και χορογραφία της Μαρίας Χορς, ο Φωτόπουλος επιστρέφει στον τόσο οικείο για εκείνον τόπο και επιµελείται την εικαστική σύνθεση «Σηµείο Κάλλας» γύρω από το αρχαίο θέατρο.
Και κάνει µια βόλτα στην Επίδαυρο «παρέα» µε όλους όσους συµπορεύθηκε. Κι έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί και να θυμηθεί από μια πορεία 65 χρόνων, ιστορίες που μοιράστηκε μαζί μου, στις συναντήσεις που κάναμε στο σπίτι του τον τελευταίο μήνα.

Αλέξανδρος Μινώτης, «Οιδίποδας επί Κολωνώ»
Η «Μήδεια» 65 χρόνια μετά
«Ημουν στο δεύτερο έτος της Σχολής Καλών Τεχνών όταν πήγα για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, δουλεύοντας με τον δάσκαλό μου, τον Τσαρούχη. Ηταν στη “Νόρμα” με την Κάλλας. Και έτσι έζησα από κοντά όλη την κατάσταση. Τότε ήταν πολύ πρωτόγονα τα πράγματα στο Λυγουριό. Κοιμόμασταν σε κάτι δωμάτια πέντε-πέντε, τα λεωφορεία που έφταναν με τον κόσμο ήταν σαράβαλα, ο Λεωνίδας με την Κάκια ήταν ήδη εκεί – εκεί που τώρα έχει αναλάβει ο Νίκος.
Εγώ τις πιο όμορφες εμπειρίες σε διάρκεια χρόνου τις έχω στην Επίδαυρο. Τα βράδια μπορεί να ήταν κουραστικά, με ξενύχτια φοβερά – στην αρχή ως βοηθός, μετά ως σκηνογράφος-ενδυματολόγος – γιατί φρόντιζα και τους φωτισμούς με τους συναδέλφους φωτιστές, που ήταν και πολύ αγαπητοί. Το ωραιότερο πράγμα που θυμάμαι στη ζωή μου είναι τα ξημερώματα στην Επίδαυρο
– αυτό το ξημέρωμα με τον γκιόνη… μοναδικό και πανέμορφο. Ολα αυτά διαλύθηκαν σιγά-σιγά. Ακόμα όμως και τώρα, όταν κατεβαίνω, βλέπω φίλους όπως ο Βασίλης Λαμπρινουδάκης, ο αρχαιολόγος, ή ο Γκαζολιάς, που ήταν υπεύθυνος στον χώρο από παλιά. Ολοι μας πάντα συνεργαζόμασταν. Και αν τσακωνόμασταν για ορισμένα πράγματα, μόνη έννοια μας ήταν πώς θα διατηρήσουμε το θέατρο καλό και όμορφο, ένα θέατρο που είμαστε περήφανοι που το έχουμε. Σκεφτόμασταν πώς θα γίνει ενδιαφέρουσα η παράσταση, πώς θα της προσθέσουμε το υλικό εκείνο που θα την αναδείκνυε.
Στη “Νόρμα” τα σκηνικά ήταν του Τσαρούχη, αλλά τα κοστούμια ήταν του Αντώνη Φωκά. Τότε είχε γίνει και το ανέκδοτο με το μαχαίρι που της είχαμε φτιάξει. Η Κάλλας έλεγε “Non posso, non posso” και ο Φωκάς, που είχε πια κουραστεί, είπε: «Νον πόσι και μη σώσει!». Στη “Μήδεια” και τα κοστούμια ήταν του Τσαρούχη.
Η Μαρία Κάλλας ήταν πάντα πολύ γοητευτική. Με έλεγε “Διονυσάκη”, μου χάιδευε τα μαλλιά κι εγώ έλιωνα. Με την αδυναμία που είχα, αφενός, στην όπερα και, αφετέρου, στην Επίδαυρο, προσθέτοντας και την Κάλλας, ήμουν στα ύψη. Η φωνή της, η μεγάλη ορχήστρα μαζί με τη μαγεία του χώρου έδιναν στα πράγματα μια εντελώς άλλη διάσταση.
Ηταν ιδιότροπος άνθρωπος η Κάλλας. Εκανε πως δεν την ενδιέφερε, αλλά ήθελε όλα να γίνονται ακριβώς όπως τα ήθελε. Συγχρόνως ήταν προσιτή, γνώριζε την αξία όλων των συνεργατών, τους σεβόταν, αλλά με τον τρόπο της ντίβας. Είχε τις απαιτήσεις μιας ντίβας, χωρίς να γίνεται απόμακρη. Αντιπαθητική; Καθόλου. Το βλέπεις στις φωτογραφίες, από τον τρόπο που κάθεται με τον Μινωτή, με τον Τσαρούχη.
Από τη μανία μου να μένουν τα πράγματα στον χρόνο, είχα βγάλει ένα βιβλίο με τον τίτλο “Αγαπητέ μου Γιάννη…” (εκδ. Ικαρος, 1997) όταν βρήκα κάτι γράμματα του Γιάννη Μόραλη, ο οποίος επικοινωνούσε με τον Γιάννη Τσαρούχη την εποχή που ο τελευταίος δούλευε με την Κάλλας. Ο Τσαρούχης αφηγείτο τι τραβούσε για να κάνει τα σκηνικά της παράστασης και τα κοστούμια της: “Της έστειλα μακέτες οι οποίες δεν της αρέσανε και τις έβαλε κατά μέρος, ίσως και τις πέταξε. Είπε ‘δεν είναι καλές διότι είναι χωρίς μάτια και εγώ έχω μεγάλα μάτια’. Μετά κατάλαβε ότι άλλο πράγμα είναι η μακέτα και άλλο πράγμα η εκτέλεση”.
Τώρα που μου ζήτησε ο Γιώργος Κουμεντάκης να βοηθήσω σε αυτή την αναβίωση, δέχτηκα. Το σκηνικό μού είπε ότι θα το αναλάβει η Λίλη Πεζανού – την πρότεινα κι εγώ, γιατί είναι εκείνη που θα σεβαστεί τον Τσαρούχη και τις δυσκολίες που έχει το σκηνικό. Για τα κοστούμια δουλεύει η Τότα Πρίτσα. Αυτό που κάνω εγώ είναι απλώς μια επιτήρηση στον χώρο έξω από το θέατρο. Θα φτιάξω μερικά πράγματα με τον ταλαντούχο Παντελή Μάκκα, που θα κάνει τα βίντεο με κάποιες δικές μου συμβουλές. Θέλω, πριν μπεις στο θέατρο, ο χώρος να “μυρίζει” λίγο από Κάλλας, από τους πρώτους συντελεστές, να φτιαχτεί ένα περιβάλλον που να σηματοδοτεί και να συντηρεί αυτούς τους ανθρώπους και τις μνήμες. Είμαι από τους ελάχιστους που έζησαν εκείνη την παράσταση».

Κουβαλώντας σκηνικά στην Επίδαυρο
Οι πρώτες σκηνογραφίες στην Επίδαυρο
«Πολύ σύντομα, από βοηθός σκηνογράφου, άρχισα να αναλαμβάνω δικές μου δουλειές, ιδίως όταν μπήκε στην Επίδαυρο ο Κουν με το Θέατρο Τέχνης. Ως τη Μεταπολίτευση δεν έμπαινε άλλο θέατρο εκτός από το Εθνικό. Μάλιστα τότε κυκλοφορούσε και το σχετικό ανέκδοτο, ότι ο Κουν, ο Ευαγγελάτος, το ΚΘΒΕ – ίσως και ο ΘΟΚ –, που προσπαθούσαν να πάρουν άδεια για την Επίδαυρο, πήγαιναν πρωί-πρωί στο υπουργείο. Πρωί-πρωί πήγαινε και ο Μινωτής, με το κοστούμι του, αλλά όταν έφτανε τους έβρισκε ήδη εκεί. Το Εθνικό νόμιζε ότι το αρχαίο θέατρο ήταν δικό του. Ευτυχώς άλλαξε η κατάσταση και έτσι ασχολήθηκε δυναμικά με το αρχαίο δράμα και ο Κουν. Μετά ακολούθησαν ο Ευαγγελάτος και οι υπόλοιποι.Η πρώτη μου δουλειά στην Επίδαυρο ήταν το 1972 με την “Ορέστεια”. Με κάλεσε ο Τάκης Μουζενίδης να του κάνω τα κοστούμια για τις παραστάσεις. Στο Εθνικό με είχαν προτείνει ο Κλώνης και ο Φωκάς – είχαν δει δουλειά μου. Με τη φόρα που είχε ο Μουζενίδης με φώναξε να δούμε μαζί τα κοστούμια των Χορών και με ενθουσιασμό έλεγε “αυτό είναι καταπληκτικό, αυτό το κρατάμε, αυτό το απορρίπτουμε…”. Εσκισα το συμβόλαιό μου κι έφυγα. Του άφησα ένα σημείωμα λέγοντάς του ότι “οι συνεργάτες συζητάνε, δεν απορρίπτουν”. Αλλά ήταν τόσο γλυκός άνθρωπος που με φώναξε μετά να μου ζητήσει συγγνώμη μπροστά σε όλους. Μου εξήγησε ότι “με τη φόρα των προβών φέρθηκα ανάγωγα”. Σπάνιο πράγμα για σκηνοθέτη, και μάλιστα μπροστά σε άλλους. Δουλέψαμε μαζί, πήγαμε στην Τουρκία, στην Ιαπωνία, σε διάφορα μέρη. Ακολούθησε ο “Οιδίπους Τύραννος” με τον Κατράκη (Εθνικό, 1973) και ο “Προμηθέας Δεσμώτης” (Εθνικό, 1974), πάλι με τον Μουζενίδη και τον Κατράκη, και Ιώ την Αννα Συνοδινού».

Ο Μινωτής, ο Κουν και όλοι οι άλλοι
«Το 1975 έκανα τα κοστούμια στον “Οιδίποδα επί Κολωνώ” με τον Αλέξη Μινωτή (Εθνικό) αλλά και σκηνικά-κοστούμια στην “Ηλέκτρα”, σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη (ΚΘΒΕ).
Ο Μινωτής είχε ήδη ανεβάσει τον “Οιδίποδα επί Κολωνώ” όταν με κάλεσε και μου ζήτησε να του φτιάξω τα κοστούμια. Τότε, για εκείνο το πρώτο, δικό μου, κοστούμι του “Κολωνού”, μου έγραψε: “Σ’ ευχαριστώ από καρδιάς, αγαπητέ Διονύση, που βοήθησες να φτάσω στο τέλος-τέλος ακέραιος στον Κολωνό. Ξεκίνησα προ 20 χρόνων και προχωρούσα με τον καιρό στον ρόλο σε βάθος. Ανέβαινα σταθερά στην εσώτατή του διάσταση. Ενιωθα, όμως, συμβατικός σε εμφάνιση, ανολοκλήρωτος. Με το ρούχο αυτό τώρα, που λαξεύει το γεροντικό, ρωμαλέο ακόμα σώμα του Οιδίποδα, αναπαύομαι σε μια γνήσια και φωτερή εξωτερίκευση, σαν του ‘Μωυσή’ του Μιχαήλ Αγγέλου”.
Θυμάμαι και ένα χαριτωμένο περιστατικό με τον Μινωτή στον “Προμηθέα Δεσμώτη”. Τον είχαν πείσει τα κορίτσια του Χορού – η Μάρω Κοντού, η Μαίρη Χρονοπούλου και κάποιες άλλες – να τις πάει για μπάνιο, και το αυτοκίνητο ντεραπάρισε. Επαιξε τον Προμηθέα με μπανταρισμένο χέρι… Αφησε, δε, τι θα άκουσε μετά από την Παξινού. Από τότε, μια γέφυρα στον παλιό δρόμο της Επιδαύρου έχει ονομαστεί “Η γέφυρα του Μινωτή”.
Το 1976 κάνω την πρώτη μου παράσταση με τον Κουν και το Θέατρο Τέχνης, “Αχαρνής”. Ο Κουν ήταν πολύ δύσκολος στη δουλειά του. Αλλά αν είχες το ένστικτο να ξέρεις πού το πάει το έργο, τι έχει ανάγκη, δεν ήταν δύσκολος. Εγώ ξεκινούσα ένα ρούχο, το τελείωνα και μετά άρχιζε η ταλαιπωρία του και η πατίνα του. Το έλιωνα, το άλλαζα… Με τον Κουν κάναμε το 1980 την “Ορέστεια”, με τη Μελίνα Μερκούρη στον ρόλο της Κλυταιμνήστρας. Η Μελίνα ήταν παλιά στον Κουν και φαίνεται ότι τον είχε τυραννήσει ως νέα και ωραία. Οταν λοιπόν του είπα ότι η Μελίνα θέλει πολύ να παίξει, μου είπε “παιδί μου, θα μας το διαλύσει το θέατρο”. Εγώ στην παράσταση είχα μάσκες σε κάποιες σκηνές. Στις γενικές δοκιμές πήγε η Μελίνα να βάλει τη μάσκα της, έπαθε δύσπνοια και την έβγαλε. Γύρισε τότε ο Κουν και με κοίταξε με νόημα, κάτι σαν “είδες που σ’ τα ‘λεγα;”. Επαιξε τελικά χωρίς μάσκα, σε ένα κατάμεστο θέατρο, και τη δεύτερη χρονιά, που συνεχίστηκε η “Ορέστεια”, την Κλυταιμνήστρα έπαιξε η Μάγια Λυμπεροπούλου.
Ο Κουν όταν θύμωνε σηκωνόταν κι έφευγε από το θέατρο και έτρεχαν οι ηθοποιοί να τον φέρουν πίσω. Μια μέρα τούς σταμάτησα και τους είπα να τον αφήσουμε, να δούμε τι θα κάνει. Και τον βρήκαμε καθισμένο στη σκάλα. Τον αγαπούσα πολύ τον Κουν. Κάναμε πολλές δουλειές μαζί. Οταν πέθανε, μαζευτήκαμε όλοι, ο Μόραλης, ο Τσαρούχης, ο Χατζιδάκις, και κάναμε προς τιμήν του το “Φιντανάκι”.
Με τον Μινωτή υπήρχε μια αγάπη και ένας θαυμασμός άλλου είδους από ό,τι με τον Κουν. Ηταν ένας θαυμασμός του Εθνικού, ενός θεάτρου που είχε ορισμένους κανόνες. Ο Κουν, απ’ την άλλη μεριά, είχε τη γοητεία να τους διαλύει. Στον Κουν έπρεπε να σεβαστείς τα μέσα. Στο Εθνικό έπρεπε πάντα να βρίσκεις τρόπους να τα κάνεις πιο οικονομικά, αλλά δεν το είχες έννοια. Στον Κουν το είχες, γιατί ανήκες στην ομάδα – ήταν πιο προσωπικό.
Σε κάθε παράσταση, ο σκηνοθέτης δίνει το σήμα, καθορίζει το ύφος της. Γι’ αυτό και πολλές φορές έχω φύγει από σκηνοθέτες με τους οποίους δεν συμφωνούσα. Αλλιώς, έβρισκα τον τρόπο να τους αλλάξω μια γνώμη. Ο Βολανάκης – με τον οποίο κάναμε πολλά έργα, όπως και με τον Βουτσινά, αλλά κυρίως με τον Βολανάκη –, που έμενε και κάτω από εμένα στο παλιό σπίτι, όταν έβγαινε και πότιζε τα λουλούδια μού διηγείτο πώς έβλεπε την παράσταση – κι εγώ επίσης. Περνούσαμε πολλά βράδια μιλώντας στον κήπο, ανταλλάσσοντας σκέψεις, απόψεις. Ο σκηνοθέτης καθοδηγεί, αλλά μπορείς να του αλλάξεις τη γνώμη. Μου άρεσε να προσαρμόζομαι στο ύφος τους όπως και να τους πείθω να αλλάξουν. Με πολύ λίγους έχω δουλέψει αυστηρά επαγγελματικά. Με τους περισσότερους, που ήταν και φίλοι μου, το πιάναμε απ’ την αρχή και βρίσκαμε τον δρόμο. Ακόμα και αν κάποιος μπορεί να αισθανόταν ότι τον καπέλωνα με τα σκηνικά μου, τελικά κέρδιζε η παράσταση, και το κέρδος πήγαινε στον σκηνοθέτη.
Στις “Τρωάδες” με τον Ανδρέα Βουτσινά (ΚΘΒΕ, 1987), στη μετάφραση του Τσαρούχη, η ιδέα του σκηνικού δεν ήταν φυσιολογική. Οταν την είπα στον Βουτσινά, μου είπε ότι θα είναι δύσκολο. “Θα το καταφέρω” του απάντησα. Είχα όμως πρόβλημα να πείσω τους αρχιτέκτονες της Επιδαύρου, να πείσω τους αρχαιολόγους, το ΚΑΣ. Ηξερα πού είναι ευάλωτο το θέατρο, πού δεν μπορεί να σηκώσει πολύ βάρος. Γιατί αυτό που ήθελα για σκηνικό ήταν να έχω καμιά δεκαριά, ίσως και παραπάνω, αυτοκίνητα, σάπια, από τα οποία έβγαλα τις μηχανές για να ελαφρύνουν. Ο Βουτσινάς το αποδέχθηκε. Επιπλέον, ήθελα να πείσω, αλλά δεν το κατάφερα, τον φίλο μου τον Κουρουπό να βγάλει ήχους χτυπώντας τις λαμαρίνες των αυτοκινήτων. Να έχει ένα υλικό πάνω στο οποίο οι Τρωάδες, λυσσομανώντας, στις δύσκολες στιγμές τους, να χτυπιούνται πάνω στα αυτοκίνητα. Ηταν πολλαπλές οι ιδέες μου τότε – αν μπορούσα θα είχα κάνει τα αυτοκίνητα χάρτινα ή από παπιέ μασέ. Κάποιους τους ενόχλησε το σκηνικό. Εδώ μου έκανε πλάκα ο Τσαρούχης, που, ενώ του άρεσε πολύ – μου είχε γράψει και ένα ωραίο γράμμα –, όταν ήρθε να δει τη γενική δοκιμή μού είπε: “Χρόνια προσπαθώ να δω την Επίδαυρο σαν καμένη πίτσα και δεν το είχα καταφέρει…”. Ηταν όλα τα αυτοκίνητα μαύρα, καμένα. Για εμένα το ζήτημα ήταν να “ζωντανέψουν”, να τρίζουν.
Με τον Βουτσινά είχα κάνει άπειρες τρέλες, όπως στην “Ελένη” (ΚΘΒΕ, 1982), που του είχα φτιάξει την πισίνα και έβγαλε γυμνή τη Λυδία Φωτοπούλου. Ηταν το πρώτο γυμνό της Επιδαύρου – μέχρι και εξώφυλλο στα περιοδικά έγινε. Είναι και μινιόν η Λυδία. Της είπα: “Θα σε κάνω φαλακρή και γυμνή”. Παραπονέθηκε στον Βουτσινά για το “γυμνή” και εκείνος της απάντησε: “Καταρχήν, δεν θα είσαι γυμνή, θα έχεις δύο ωραία σκουλαρίκια μπροστά”…».
Ο Ρονκόνι, ο Στάιν, ο Χολ
«Οι ξένοι σκηνοθέτες, ο Λούκα Ρονκόνι, ο Πέτερ Στάιν, ο Πίτερ Χολ, είχαν δει ήδη δουλειές μου όταν μου ζήτησαν να συνεργαστούμε. Από τη στιγμή που αρχίζαμε να μιλάμε για το έργο, τα μυστικά του, τι ήθελαν να βγάλουν, ποιες πλευρές να αναδείξουν, και εγώ συμφωνούσα, τα πράγματα έπαιρναν τον δρόμο τους.
Πρώτο γνώρισα τον Ρονκόνι. Τον ήξερα από τις παραστάσεις που έκανε στη Φλωρεντία – πήγαινα και τις έβλεπα, ήταν καταπληκτικές. Εκανε πάντα μεγάλα σκηνικά, ήταν πολύ εικαστικός. Είχαμε μια καλή σχέση, είχε δει δουλειά μου. Οταν τον κάλεσαν να κάνει τον “Πλούτο” του Αριστοφάνη (Εθνικό, 1985) – συνέβαλε πολύ η Μελίνα ως υπουργός Πολιτισμού – ζήτησε να με συναντήσει. Θυμάμαι ότι πήγα στη Φλωρεντία με την Ερση Σωτηροπούλου, που ήταν τότε στην πρεσβεία μας στη Ρώμη, γιατί ήθελε και εκείνη να τον γνωρίσει. Μιλήσαμε για το σκηνικό. Δεν φανταζόταν ότι θα γίνει τόσο πολύπλοκο. Πώς έφτασα στα στάχυα; Ο Ρονκόνι μού είπε ότι ήθελε να κάνει έναν αγρό, αλλά νομίζω ότι αυτό που είχε υπολογίσει ήταν κάποια κλαράκια. Εγώ του έδωσα και κατάλαβε… Και μάλιστα έκανα με τόσο κέφι αυτό το σκηνικό, που είχα βάλει εργάτες κρυμμένους μέσα στα στάχυα να αφήνουν πουλάκια από κλουβάκια να πετούν – σαν φυσική εικόνα. Εκτός από τον Παράβα και τη Δέσπω Διαμαντίδου, τους δύο πρώτους ρόλους έκαναν ο Παρτσαλάκης και ο Σπύρος Κωνσταντόπουλος. Τη μουσική την προτείναμε στον Διονύση Σαββόπουλο. Θυμάμαι ότι ο Σαββόπουλος μου έκανε παράπονα ότι το πολύ χορτάρι τού “τρώει” τη μουσική. “Δυνάμωσέ την” του είπα. Τη δυνάμωσε.

«Ειρήνη» του Αριστοφάνη, 1977
Με τον Πίτερ Χολ κάναμε μαζί δύο παραστάσεις στην Επίδαυρο, “Λυσιστράτη” (The Peter Hall Company – Old Vic, 1993) και “Τα έργα του Οιδίποδα: Οιδίπους Τύραννος, Οιδίπους επί Κολωνώ” (Royal National Theatre, 1996), που είχαν κάνει πρεμιέρα στο Λονδίνο. Ο Χολ ήταν πολύ δύσκολος αλλά γλυκός. Οταν ήθελε κάτι, έβαζε όλη του τη γλύκα για να το κατακτήσει. Εμένα μου είχε φερθεί καταπληκτικά. Είχα δει πολλές δικές του παραστάσεις και είχαμε κάνει και άλλες δουλειές μαζί, και στο εξωτερικό – όπως μια εικοσάωρη στο Κολοράντο. Μεγάλος τεχνίτης, με πολλή γνώση, ο Χολ έπαιζε το θέατρο στα δάχτυλα. Ηταν ο συνεχιστής του Λόρενς Ολίβιε στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας.
Ο Πέτερ Στάιν είναι άλλου ύφους σκηνοθέτης. Ψάχνει να βρει αυτό που θέλει μέσα από τις λεπτομέρειες και τα μυστικά του έργου. Κάναμε στην Επίδαυρο την “Ηλέκτρα” με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (2007). Συνολικά, δουλέψαμε μαζί σε πέντε-έξι παραστάσεις, εδώ και στο εξωτερικό. Στο Σάλτσμπουργκ είχαμε κάνει τον “Ιούλιο Καίσαρα”. Είχε γίνει όλο το σκηνικό με αυθεντικό μάρμαρο που είχε έρθει από την Ελλάδα. Οταν τελείωσε το έργο, ύστερα από δύο χρόνια, όλοι οι τεχνικοί της παράστασης απέκτησαν μαρμάρινα μπάνια!
Με τον Στάιν είχαμε τσακωθεί πολύ έντονα μερικές φορές. Διαφωνούσαμε για το τι σημαίνει κάτι στο έργο, πώς αναδεικνύεται. Θυμάμαι, μια φορά στη Ρωσία, που γύρισα και του είπα “πού να καταλάβετε εσείς οι Γερμανοί αρχαίο δράμα” και μας άκουσε όλη η Μόσχα… Μετά βέβαια ήμασταν και πάλι όλο αγκαλιές. Ηταν καταπληκτικός ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε στα νέα παιδιά, πώς έπαιρνε τους ηθοποιούς να τους εξηγήσει μια φράση – τι σημαίνει και πώς θα τη βγάλει».
Νίκος Κούρκουλος, η τελευταία παράσταση
«Με τον Νίκο ήμασταν πολύ φίλοι από τότε που ξεκίνησε – ήταν φίλος και του αδελφού μου. Κάναμε πολλές παραστάσεις μαζί. Ετυχε να κάνουμε και την τελευταία στην οποία έπαιξε, τον “Φιλοκτήτη”, στην Επίδαυρο (Εθνικό, 1991). Ο Νίκος ήταν τίμιο παιδί, αυτό που λένε “άντρας παλιάς κοπής”, ντόμπρος. Αυτό που έβλεπες, αυτό ήταν. Δεν είχε μυστικές πλευρές, δεν είχε γωνίες. Θα μιλούσε με τους τεχνικούς, θα τσακωνόταν, θα τα ξανάβρισκε. Σταρ; Δεν ξέρω αν είχε επίγνωση, αλλά του το θύμιζαν συνέχεια. Ολα πάνω του θύμιζαν τον σταρ. Κατέβαινε από τη μηχανή και κατέβαινε ένας σταρ».
Τζόρτζιο Αρμάνι: Μια συνάντηση, ένα σκίτσο
«Τον Αρμάνι τον είχα γνωρίσει στη Ρώμη. Πηγαίναμε συνήθως στο Caffè Greco – γιατί μου άρεσε να συναντάω εκεί και τον Ντε Κίρικο, να λέμε δυο κουβέντες. Με καλούσε πάντα στις επιδείξεις του. Μια μέρα, όπως ήμουν ξαπλωμένος και διάβαζα στο σπίτι στην Επίδαυρο, χτύπησε το τηλέφωνο: ήταν ο “maestro Armani” που ζητούσε τον “maestro Fotopoulo”. Είπα ότι δεν είμαι εδώ, γιατί νόμιζα ότι ήταν πλάκα. Ξαναπήρε όμως και τότε κατάλαβα ότι ήταν εκείνος και ότι θα ερχόταν με το σκάφος του. Μου θύμισε ότι του είχα υποσχεθεί να του δείξω την Επίδαυρο. Ηρθε (Ιούλιος 1990). Θα βλέπαμε γενική δοκιμή, του Βουτσινά νομίζω. Πήγαμε από το στενάκι πάνω από τα καμαρίνια. Στη μέση του δρόμου συναντήσαμε ηθοποιούς που περίμεναν τη σειρά τους για να βγουν στη σκηνή. Ανάμεσά τους ήταν και ο Θοδωρής Αθερίδης. Εδειξα στον Αρμάνι το κοστούμι που φορούσε ο Αθερίδης, ένα υφαντό, φτιαγμένο το μισό από μετάξι. Μετά συνεχίσαμε για να του δείξω το θέατρο από ψηλά. Οπως έμαθα αργότερα, ο Θοδωρής είπε στην τότε γυναίκα του (σ.σ. Ελένη Γκασούκα): “Είδες ο Φωτόπουλος; Ηρθε και κοιτούσε το κοστούμι μου”. Κι εκείνη του απάντησε: “Τον άλλον, που ήταν μαζί με τον Φωτόπουλο, δεν τον είδες;”. Κόκαλο ο Αθερίδης. Μετά πήρα τη Μελίνα και πήγαμε στον “Λεωνίδα” για να μας περιποιηθεί η Κάκια με το ωραίο της φαγητό. Κι έτσι όπως ήμασταν στην ταβέρνα, γυρνάει ο Αρμάνι και μου λέει: “Δεν σας έφερα κάτι. Θα σας κάνω ένα σκίτσο”. Και με ζωγράφισε, πίσω από μια απόδειξη του “Λεωνίδα”».

Ενα σκίτσο και μια αφιέρωση στον Τζόρτζιο Αρμάνι
Επίδαυρος για πάντα
«Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να μου ξυπνήσει την επιθυμία να επιστρέψω και να δουλέψω στην Επίδαυρο. Προ καιρού, όταν είχαν έρθει νέα παιδιά να μου ζητήσουν συμβουλές και είδα τη δίψα τους να κάνουν σκηνικά ενώ εγώ είχα δέκα προτάσεις μαζεμένες, είπα στον εαυτό μου: “Σταμάτα. Σταμάτα και κάνε όσα δεν πρόλαβες να κάνεις νωρίτερα”. Αναλογίστηκα και τα χρόνια που πέρασαν. O,τι έχω ονειρευτεί στη ζωή τo έχω γευθεί μέσα από τη δουλειά. Πρέπει να ξέρεις πότε να αποχωρείς. Θα μπορούσα να συνεχίσω κάνοντας σχέδια, δίνοντας οδηγίες. Αλλά όχι, το θέλω όλο, έτσι έχω μάθει. Επεμβαίνω στο παπούτσι, στο δαχτυλίδι που θα φοράς, στον ρόλο, θέλω με τον σκηνοθέτη να είμαστε φίλοι, να μπορώ να του πω κάτι που σκέφτομαι. Οποιος όμως μου ζητάει κάτι, συμβουλή, γνώμη, εδώ είμαι.
Ο χώρος είναι μαγικός, με συγκινεί πάντα. Πάντα βλέπεις ένα κομμάτι που σε ερεθίζει και σε ταράζει λίγο μέσα σου, παραστάσεις που έχουν ενδιαφέρον ή κομμάτια τους, τουλάχιστον. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτά που μου έχει προσφέρει η Επίδαυρος, όταν ακόμα ήταν άχτιστα τα ξενοδοχεία και μέναμε σε αυτά τα μπανγκαλόουζ, όταν αργότερα πήρα το σπίτι. Θυμάμαι πάντα εκείνο το σούρουπο που έκανα μπάνιο και ήταν εκεί τα δελφινάκια και έπαιζε πιάνο ο Εσκενάζυ – δύο μοναχικά σπίτια, δίπλα-δίπλα. Θυμάμαι που μαζευόμασταν στο σπίτι με διάφορους φίλους και τσακωνόμασταν και ανταλλάζαμε απόψεις. Και μετά οι βόλτες που έκανα με τον φίλο μου τον Βασίλη στο σκάφος, ή τον Φωκά, στην Αίγινα, για να δω τον Μόραλη, τον Νικολάου. Και τα βράδια κάτω στο “Ακρογιάλι” με τον Νίκο να μου φτιάχνει τον βραδινό μου μεζέ. Και να ξενυχτάω παρέα με τη φίλη μου την Εύα τη Νάθενα και τον Κώστα, τη Μανουέλλα την Παυλίδου και κάποιους από τους ηθοποιούς της εκάστοτε παράστασης… Ηταν μια ζωή που μαζί με τα ξημερώματα στο ξενύχτι της δουλειάς γινόταν μαγική. Σε μαλάκωνε σαν άνθρωπο και σε έκανε να ονειρεύεσαι. Η Επίδαυρος είναι τμήμα μου. Κι εγώ της έχω δώσει όσα μπορούσα κι αυτή μου έχει δώσει πάρα πολλά».
INFO
«Μήδεια» του Λουίτζι Κερουµπίνι, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, στις 20 Ιουνίου.
Εκθεση «Σηµείο Κάλλας», στον περιβάλλοντα χώρο του Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου, από τις 18 έως τις 21 Ιουνίου.
Μεγάλος Χορηγός: ΔΕΗ





