Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Μερικά πράγματα πάντα μου προκαλούσαν απορία – «πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο», που έλεγε και ο ποιητής. Ποτέ δεν κατάλαβα, παραδείγματος χάρη, γιατί κάποιος τουρίστας από την Ισπανία αισθάνεται την ανάγκη, ενώ βολτάρει στο κέντρο της Αθήνας, ανάμεσα στην Ακρόπολη και το Αρχαιολογικό Μουσείο, να επισκεφθεί ένα… ισπανικό κατάστημα ρούχων.

Σαν να πηγαίνει μια Ελληνίδα στο κυλικείο μιας ταυρομαχίας (θέαμα το οποίο φυσικά και η στήλη καταδικάζει συλλήβδην) για να παραγγείλει σουβλάκι. Πρόκειται για την αναζήτηση του οικείου στο ξένο ή μήπως, πιο πεζά, για μια υπενθύμιση ότι σε έναν ομογενοποιημένο κόσμο οι διακοπές σε κάνουν να νιώθεις κυριολεκτικά «σαν στο σπίτι σου»;

Τα μαγαζιά

Μόνο σε ένα τέτοιο κλίμα ομογενοποίησης μπορώ να σκεφτώ τη σκοπιμότητα του ανοίγματος των εμπορικών καταστημάτων την προηγούμενη Κυριακή. Μέσα προς τέλη Ιουλίου, με τους γηγενείς να αρχίζουν να μετατρέπονται από συνεπείς μισθωτούς και εργαζόμενους γενικώς σε χαρωπούς αδειούχους του μακριού ελληνικού καλοκαιριού, η καταναλωτική διευκόλυνση δεν μπορεί παρά να έχει κατά νου τους τουρίστες. Αυτοί εξάλλου είναι που απολαμβάνουν τη μεταφυσική εμπειρία μιας βόλτας στο κέντρο της πόλης υπό καύσωνα, που προσφέρει εξάλλου αυτό το σκληρό αθηναϊκό φως που έχει υμνηθεί πολλές φορές από τους ξένους ταξιδιώτες.

Ο οποίος καύσωνας, παρεμπιπτόντως, επηρέασε και το κανονικό εργασιακό πρόγραμμα πολλών εξ ημών την εβδομάδα που πέρασε. Οπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος υπήρξε η (λογικότατη) πίεση από τα σωματεία των εργαζομένων για προστασία αυτών που δουλεύουν σε εξωτερικούς χώρους και η ανάλογη (λογικότατη επίσης, αλλά με τη λογική του κέρδους) εργοδοτική πίεση για την απόσπαση εργατικής δύναμης ακόμα και στα όρια της σωματικής εξάντλησης.

Απέναντι σε μια τέτοια εξάντληση και στους υπαρκτούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν στον δρόμο, απήργησαν την προηγούμενη Κυριακή και οι διανομείς των δύο μεγαλύτερων εταιρειών του χώρου. Η ημέρα που διάλεξαν ήταν ουσιαστικά συμβολική και συμβολικά ουσιαστική, καθώς τότε διεξαγόταν και ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου. Το να δει κανείς τελικό χωρίς σουβλάκια ή πίτσα – ή το να αναγκαστεί να πάει να τα πάρει – είναι μια πολύ σωστή δίοδος προς την κατανόηση του πόνου του άλλου.

Τα παραπάνω στιγμιότυπα μοιράζονται το κοινό ότι ισορροπούν ανάμεσα στο κενό που δημιουργείται από τη γειτνίαση δύο διαφορετικών καταστάσεων της κοινωνικής ύπαρξης: της εργασίας και της θεσμισμένης διακοπής της. Σε αντίθεση με τον συνήθη, χειμερινό καταμερισμό της εργασίας, όπου όλοι είμαστε κομμάτι μιας καλολαδωμένης μηχανής, το καλοκαίρι προκαλείται ένα μίνι βραχυκύκλωμα.

Το χάσμα

Γιατί το καλοκαίρι βλέπεις με τα μάτια σου, απτά και πραγματικά, τη ζωή μακριά από την εργασία. Κι όταν εσύ απλά το παρατηρείς, ενώ οι άλλοι εξακολουθούν να εργάζονται ειδικά εν μέσω καύσωνα, δημιουργείται κατευθείαν ο στοχασμός του γιατί συμβαίνει αυτό, ακόμα και αν δεν μπορεί αυτός ο στοχασμός να κωδικοποιηθεί σε βαθμό κοινωνιολογικής ανάλυσης και μένει απλώς στην έκφραση μιας πηγαίας δυσαρέσκειας: «Δεν φαίνεται και πολύ σωστό αυτό».

Το κοινωνικό χάσμα ανάμεσα σε αυτούς που απολαμβάνουν και σε αυτούς που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ώστε να καταστεί αυτή η απόλαυση εφικτή αναδεικνύεται σε όλη του την καθαρότητα. Και αν αυτό είναι εμφανές στην πρωτεύουσα, ας φανταστούμε πόσο πιο πολύ βγάζει μάτι στους κατ’ εξοχήν τόπους των διακοπών.

Εκεί όπου και φέτος θα βιώσουμε τις γνώριμες πλέον και γκροτέσκες μέσα στην τραγικότητά τους εικόνες των σερβιτόρων-κολυμβητών και άλλων νεοφανών στιγμιοτύπων. Τα οποία παραπέμπουν σε χώρες, όπου τα εργασιακά δικαιώματα έχουν μείνει κενά νοήματος και παράγεται το ακραίο πλην αληθινό και όλο και επεκτεινόμενο μοτίβο: «Οι διακοπές σου, η εξάντλησή μου».