Αν η πεμπτουσία της συνταγματικής αναθεώρησης είναι η διαμόρφωση συναινέσεων για τα μείζονα θεσμικά ζητήματα που αφορούν το πλέγμα των σχέσεων πολιτών και κράτους, τότε το «παιχνίδι» έχει ήδη κριθεί.
Σύσσωμη η αντιπολίτευση έχει δηλώσει ότι δεν θα στηρίξει καμία πρόταση ώστε να μη λάβει αυξημένη πλειοψηφία 180 ψήφων στην παρούσα (προτείνουσα) Βουλή, κάτι που θα έδινε τη δυνατότητα στην κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές να λάβει στην (αναθεωρητική) Βουλή τις τελικές αποφάσεις με άνετη πλειοψηφία 151 βουλευτών.
Η σύγκριση με το 1975
Το κατ’ αναλογία ιστορικό προηγούμενο του 1975, όταν η τότε αντιπολίτευση που συγκροτούσαν η Ενωση Κέντρου, το ΠαΣοΚ και η Ενωμένη Αριστερά αποχώρησε κατά τη διαδικασία της ψηφοφορίας καθώς έκρινε ότι το Σύνταγμα της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή παρέμενε αυταρχικό και άτολμο, δεν είχε να κάνει με λόγους τακτικής, αλλά με το περιεχόμενο των αλλαγών στον καταστατικό χάρτη της χώρας.
Αντίθετα, η παρούσα αναθεώρηση υποτάσσεται στη συγκυρία που συνθέτουν ο κατακερματισμός αλλά και η πίεση που ασκούν σε υπάρχοντα κόμματα οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί, προϊδεάζοντας για μια αναθεωρητική Βουλή που θα μοιάζει με «Βαβέλ», καθιστώντας αβέβαιη την προοπτική επίτευξης των απαιτούμενων αυξημένων πλειοψηφιών (180), κάτι που ισοδυναμεί με πλήρες συνταγματικό κραχ, καθώς η αναθεωρητική διαδικασία πρακτικά ακυρώνεται.
Το χάσμα με την αντιπολίτευση
Η κυβέρνηση επέλεξε να εντάξει στις προεκλογικές της σκοπιμότητες την κορυφαία θεσμική διαδικασία αφήνοντας ματαίως τον χρόνο να κυλήσει, ενώ έφερε ένα χρονοδιάγραμμα ασφυκτικό εν μέσω παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου, ναρκοθετώντας έτσι το όποιο πιθανό πεδίο συγκλίσεων.
Το κυριότερο, ωστόσο, που έκρινε τη στάση της αντιπολίτευσης είναι τα πεπραγμένα της ΝΔ και τα πλήγματα που έχει επιφέρει στο κράτος δικαίου, τη Δικαιοσύνη και την κοινοβουλευτική λειτουργία, μέσα σε κλίμα σκανδάλων και θεσμικής απαξίωσης. Το χάσμα με τα κόμματα της αντιπολίτευσης παραμένει αγεφύρωτο και ώριμες αλλαγές που απαιτούν η κοινωνία και το σύνολο του πολιτικού κόσμου, κινδυνεύουν να παραπεμφθούν στις ελληνικές καλένδες. Υπό αυτό το πρίσμα, η κατάληξη θεωρείται προδιαγεγραμμένη και το όλο εγχείρημα ως χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου, καθώς στην πραγματικότητα η αναθεωρητική διαδικασία έχει… τελειώσει πριν ξεκινήσει.
Η διαδικασία και οι εκλογές
Ο οδικός χάρτης που αποφάσισε η πλειοψηφία βρίσκοντας αντίθετη την αντιπολίτευση είναι ενδεικτικός των προθέσεων, που είναι να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν. Η fast-track διαδικασία τροφοδοτεί τα σενάρια περί πρόωρων εκλογών. Αν και η Ολομέλεια της Βουλής έδωσε προθεσμία δύο μηνών στην Επιτροπή Αναθεώρησης για να καταθέσει την έκθεσή της (μέχρι τις 10 Αυγούστου), ο σχεδιασμός της πλειοψηφίας είναι να συμπιεστούν κι άλλο οι χρόνοι.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η πρώτη ψηφοφορία που προβλέπει το Σύνταγμα αναμένεται να πραγματοποιηθεί στα τέλη Ιουλίου, πριν κλείσει η Βουλή για θερινές διακοπές. Αυτό σημαίνει ότι η δεύτερη ψηφοφορία (το Σύνταγμα ορίζει ότι ανάμεσα στις δύο ψηφοφορίες μεσολαβεί τουλάχιστον ένας μήνας) θα μπορεί να διεξαχθεί στα τέλη Αυγούστου ή τις αρχές Σεπτεμβρίου, κάτι που ανοίγει τον δρόμο προκειμένου ο Κυριάκος Μητσοτάκης να ανασύρει μετά τη ΔΕΘ το «χαρτί» τυχόν εκλογικού αιφνιδιασμού.
Η Επιτροπή Αναθεώρησης, που συγκροτήθηκε προχθές εκλέγοντας ως πρόεδρο τον πρώην υπουργό Μάκη Βορίδη, εκκινεί άμεσα τις διαδικασίες, οι οποίες προβλέπουν εξάωρες συνεδριάσεις τρεις φορές την εβδομάδα.
Πυρά Ανδρουλάκη
Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκος Ανδρουλάκης έχει ξεκαθαρίσει ότι «το ΠαΣοΚ δίνει συναίνεση μόνο στη δεύτερη – αναθεωρητική – Βουλή», καθώς χαρακτηρίζει την κυβέρνηση «απολύτως αναξιόπιστη», καταγγέλλοντας «φτηνούς τακτικισμούς» και «επικοινωνιακά παιχνίδια». Ωστόσο, είναι άγνωστοι οι συσχετισμοί που θα προκύψουν από τις κάλπες και οι πλειοψηφίες που θα σχηματιστούν προκειμένου οι αναθεωρητέες διατάξεις να συγκεντρώσουν τον «μαγικό» αριθμό των 180 ψήφων.
Η πρώην υπουργός της ΝΔ Ντόρα Μπακογιάννη έθεσε ευθέως το δίλημμα στον κ. Ανδρουλάκη: «Προτιμάτε να αφήσουμε τον κρίσιμο αριθμό των 180 βουλευτών για την επόμενη Βουλή, που πιθανότατα θα έχει ισχυρότερη αντισυστημική και λαϊκίστικη εκπροσώπηση;» του είπε, καταλογίζοντας στο ΠαΣοΚ φοβικότητα να συνεννοηθεί με τη ΝΔ («για τη συνταγματική αναθεώρηση και όχι μόνο»), με τον κ. Ανδρουλάκη να δηλώνει ότι «δεν σας εμπιστευόμαστε».
Παρά ταύτα, το κόμμα του θα εισφέρει στη συζήτηση με δική του δέσμη ιδεών, παρότι δεν διαθέτει την απαιτούμενη πλειοψηφία των 50 βουλευτών ώστε να καταθέσει δική του πρόταση. Η Χαριλάου Τρικούπη είναι αποφασισμένη ακόμα και στην περίπτωση που η πλειοψηφία υιοθετήσει κάποια πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για να εξωθήσει το ΠαΣοΚ να την υπερψηφίσει να μην το πράξει, παρά τις προειδοποιήσεις του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη ότι «κάποιος που απέχει από το παρόν και το μέλλον της χώρας θα βλέπει διαρκώς τη βελόνα να κουνιέται, αλλά προς τα κάτω». Για τον κ. Ανδρουλάκη, «πρέπει να μιλήσει πρώτα ο λαός», καθώς, όπως έχει τονίσει, η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια στενά νομική και θεσμική διαδικασία, αλλά έχει ευρύτερο πολιτικό χαρακτήρα στην κατεύθυνση της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και την αναγέννηση της δημοκρατίας.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και τα υπόλοιπα κόμματα, παρά το διαφορετικό σκεπτικό τους ως προς το περιεχόμενο της αναθεώρησης.



