Η αναθεώρηση του Συντάγματος έχει προκαλέσει ισχυρές πολιτικές συγκρούσεις που την υπονομεύουν. Πολιτικοί τακτικισμοί παρεμβλήθηκαν, που φαίνεται να την οδηγούν σε αδιέξοδο. Αν η αντιπολίτευση δεν συμπράξει με προτάσεις στην προτείνουσα Βουλή, η επόμενη, η κυρίως αναθεωρητική, θα κινηθεί αποκλειστικά στο πεδίο που θα έχει οριοθετήσει η σημερινή συμπολίτευση.
Οπως κι αν έχει, όμως, τα μεγάλα θέματα που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση για την αναθεώρηση έχουν αναδειχθεί, ανεξάρτητα από την τύχη που θα έχουν στη συνέχεια. Από αυτά ξεχωρίζω δύο, κατά τη γνώμη μου τα πιο σημαντικά, με κριτήριο το πόσο πολύ μπορεί να επηρεάσουν την ισχύ της χώρας μας και την ευημερία του λαού μας. Είναι όσα θίγουν άμεσα τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και όσα αφορούν την ακεραιότητα της κυβερνητικής λειτουργίας. Ας τα δούμε από κοντά.
Η λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος
Ετσι όπως έχει διαμορφωθεί το πολίτευμα, κυρίως μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, το Σύνταγμα ευνοεί την κυβερνητική σταθερότητα χωρίς δυαρχία στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας. Επιτρέπει έναν εκλογικό νόμο που να μπορεί να διαμορφώνεται ανάλογα με ό,τι ευνοεί την ανάδειξη ισχυρών κυβερνήσεων, και μάλιστα χωρίς κομματικό κατακερματισμό στη Βουλή. Και προκρίνει την ανάδειξη κυβερνήσεων ευθέως από τη λαϊκή ψήφο, αποφεύγοντας τα μετεκλογικά μαγειρέματα.
Αυτό το σύστημα κατακρίνεται ως πρωθυπουργοκεντρικό, χωρίς επαρκή αντίβαρα, και, εν τέλει, ως επιρρεπές σε αντιδημοκρατικές πρακτικές. Η κριτική δεν είναι αβάσιμη. Πάντως, στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας, ιδίως αυτό που διαμορφώθηκε τελευταία, επιτρέπει στη χώρα μας να έχει ισχυρή κοινοβουλευτική κυβέρνηση, ικανή, χωρίς μικροπολιτικούς εκβιασμούς, να κυβερνά.
Ορισμένες ιδέες που, στο όνομα της δημοκρατίας, προβάλλονται για τη συνταγματική αναθεώρηση υπάρχει κίνδυνος, αν υιοθετηθούν, να μας οδηγήσουν σε ασταθείς κυβερνήσεις και σε πολιτική αδιαφάνεια. Αν αναθεωρηθεί το άρθρο 37 του Συντάγματος για τη διάρκεια των διερευνητικών εντολών και για τη διάλυση της Βουλής εφόσον δεν προκύψει κυβέρνηση από αυτές, αν οι εκλογές διεξάγονται με πάγιο, αναλογικότερο εκλογικό σύστημα, χωρίς συσχετισμό με το εκάστοτε πολιτικό, κομματικό τοπίο, τότε η χώρα θα εισέρχεται, κάθε φορά που δεν αναδεικνύεται από τις εκλογές αυτοδύναμη κυβέρνηση, σε περίοδο κομματικών διαπραγματεύσεων, άρα αδιαφανών συναλλαγών. Με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πολιτικά ανεύθυνο κατ’ αρχήν, να λειτουργεί ως διαιτητής, εύκολο αντικείμενο κριτικής για τους χειρισμούς του.
Αυτό θα είχε συμβεί τον Μάιο του 2012, σε μια περίοδο που η Ελλάδα χρειαζόταν απελπισμένα κυβέρνηση, και ευτυχώς δεν συνέβη. Το άρθρο 37 του Συντάγματος και οι συνταγματικές ρυθμίσεις για το εκλογικό σύστημα έδωσαν καθαρή λύση.
Αν απομακρύνουμε από τον ορίζοντα των συνταγματικών μας αξιών την καίρια σημασία της κυβερνητικής σταθερότητας, μπορούμε πράγματι να συζητούμε για ένα αναλογικότερο, πάγιο εκλογικό σύστημα, που αναδεικνύει μια Βουλή με υποχρεωτική τετραετή θητεία, εντός της οποίας όμως, για να βρεθούν οι πλειοψηφίες που θα στηρίξουν κυβερνήσεις μέχρι τη λήξη της βουλευτικής περιόδου, κάθε συναλλαγή θα είναι πιθανή.
Εχουμε σήμερα την πολυτέλεια ως χώρα να δοκιμάσουμε τέτοιους πειραματισμούς;
Το κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα, όπως ισχύει, δεν προέκυψε τυχαία. Προέκυψε εξελικτικά από τη σύγκλιση των αντιλήψεων περί αυτού του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου. Του πρώτου που επιδίωκε, ήδη από το 1963, με τη «βαθεία τομή», αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση και του δεύτερου που με την αναθεώρηση του 1986 καταδίκασε τις ανακτορικού τύπου πρωτοβουλίες για αδιαφανή σχηματισμό κυβερνήσεων, μακράν της λαϊκής ετυμηγορίας.
Θέλουμε πράγματι να εγκαταλείψουμε την ιστορική αυτή σύγκλιση;
Η ακεραιότητα της κυβερνητικής λειτουργίας
Υπάρχει ευρύτατη συναίνεση ότι το άρθρο 86 του Συντάγματος πρέπει να αναθεωρηθεί προς την κατεύθυνση της μείωσης ή της απάλειψης των εξουσιών της Βουλής αναφορικά με την άσκηση ποινικής δίωξης κατά υπουργών.
Ενα αίτημα που ταλανίζει την κοινωνία βρίσκεται εδώ στη βάση των συζητήσεων: η αναζήτηση ποινικών ευθυνών κακουργηματικής φύσεως από μέλη της κυβέρνησης ώστε να κατηγορηθούν για τα ποινικά αδικήματα της «θανατηφόρου έκθεσης» και της «ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο» επειδή παρέλειψαν υπαίτια να αποτρέψουν θανατηφόρο αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, πώς στοιχειοθετείται και οριοθετείται η υπουργική ποινική ευθύνη για παράλειψη, όταν αυτή, εκ μέρους του αρμόδιου υπουργού, ε ί ν α ι «άσκηση καθηκόντων» (άρθρο 86 παρ. 1).
Δύο θεμελιώδεις αρχές του φιλελεύθερου ποινικού δικαίου διεισδύουν αναπόφευκτα στη συζήτηση. Το τεκμήριο της αθωότητας, που υποδεικνύει να διώκεται κάποιος με πιθανολόγηση ενοχής και όχι με απλές υποψίες. και η απαίτηση άμεσου αιτιώδους συνδέσμου, που δεν διακόπηκε από ενέργειες τρίτου, μεταξύ της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του ποινικά επιλήψιμου αποτελέσματος.
Πώς λοιπόν μπορεί να αναθεωρηθεί το άρθρο 86 ώστε αυτά τα ζητήματα, που είναι νομικά, να κριθούν αμερόληπτα ως νομικά και μόνο ως νομικά;
Να θεσπιστεί η υποχρεωτική εκτίμησή τους από δικαστικούς λειτουργούς και η λήψη από αυτούς της σχετικής απόφασης δίωξης, θα απαντούσε κανείς. Και πιθανόν να είχε δίκιο.
Ομως, και εδώ ανακύπτει ένα σοβαρό ερώτημα. Αν αφεθεί στην κρίση δικαστικών λειτουργών η εκτίμηση του πότε μια παράλειψη άσκησης κυβερνητικών καθηκόντων μετατρέπεται σε κακούργημα λόγω αιτιώδους συνδέσμου με θανατηφόρο αποτέλεσμα, αυτό τι ευρύτερες συνέπειες μπορεί να έχει; Θα αυξήσει το αίσθημα ευθύνης των υπουργών ώστε να προλαμβάνουν τραγικά ατυχήματα ή μήπως θα μεταβάλει τους υπουργούς σε ομήρους της τύχης τους και τη θητεία τους σε παρτίδα πόκερ; Γιατί, ας μη γελιόμαστε, κανείς υπουργός δεν είναι σε θέση να αποτρέψει, όση επιμέλεια και προνοητικότητα κι αν επιδείξει, την επέλευση τραγικών συμβάντων στον κύκλο των ευθυνών του.
Σε κάθε περίπτωση, όποια κατεύθυνση κι αν πάρει στο ζήτημα αυτό η αναθεώρηση, θα πρέπει στο νέο άρθρο 86 που θα προκύψει, αν αυτό δεν καταργηθεί ολοσχερώς, να προβλεφθεί η δυνατότητα στάθμισης αν η επίδικη παράλειψη μπορεί να ποινικοποιηθεί χωρίς να θίγεται από αυτό η ακεραιότητα της κυβερνητικής λειτουργίας. Χωρίς, για να το πω πιο καθαρά, να προκαλούνται επικίνδυνες αναστολές στους υπουργούς όταν πρόκειται να επιλέξουν μεταξύ της προστασίας του προσώπου τους και της υπηρεσίας που οφείλουν στο δημόσιο συμφέρον.
Ενας φοβικός υπουργός, που θα σκέπτεται διαρκώς πώς θα αποφύγει την ποινική του δίωξη, δεν είναι σίγουρα ο υπουργός που θέλησε ο συνταγματικός νομοθέτης.
Και άλλες ιδέες συζητούνται, όπως η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης ή η αναθεώρηση του άρθρου 16. Σοβαρά ζητήματα και αυτά, που όμως δεν θίγουν τόσο βαθιά την κυβερνησιμότητα της χώρας. Τα δύο ζητήματα που εθίγησαν στο κείμενο τη θίγουν. Γι’ αυτό αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή από τη σκοπιά αυτή.
Ο κ. Ιωάννης Σαρμάς είναι τέως υπηρεσιακός πρωθυπουργός, επίτιμος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.



