Υπάρχει κάτι χειρότερο πίσω από ό,τι βλέπουμε να διαδραματίζεται στη διεθνή σκηνή τους τελευταίους μήνες. Δεν είναι μόνο η εγκατάλειψη του διεθνούς δικαίου, η επάνοδος στον νόμο του ισχυρότερου, η βία και η απειλή βίας που καθιδρύονται ως κανόνες στις διακρατικές σχέσεις.

Είναι κυρίως η σταδιακή συνειδητοποίηση ότι το δυτικό μοντέλο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αυτό που πριν από τριάντα και κάτι χρόνια πιστέψαμε ότι στοιχειοθέτησε το «τέλος της ιστορίας», φαίνεται ανίσχυρο να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της νέας πραγματικότητας. Τρεις οδυνηρές απορίες εγείρονται, τρία «γιατί;», που ζητούν επιτακτικά απάντηση.

Η Κίνα, δυσάρεστη έκπληξη;

Γενιές οικονομολόγων και πολιτικών επιστημόνων μάς είχαν πείσει ότι ήταν νομοτελειακά δεδομένο το κομμουνιστικό μοντέλο οργάνωσης της οικονομίας, ο συγκεντρωτισμός, να αποτύχει εμπρός στον καπιταλισμό, και ότι η φιλελευθεροποίηση μιας κομμουνιστικά οργανωμένης οικονομίας να οδηγήσει, επίσης νομοτελειακά, στη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, και εν τέλει στη δημοκρατία. Τίποτα από αυτά δεν βλέπουμε να έχει συμβεί στην Κίνα.

Οσοι κορόιδευαν ότι η χώρα αυτή μόνο να αντιγράφει μπορεί και να παράγει μαζικά απλά βιομηχανικά προϊόντα, διαπίστωσαν έκπληκτοι, μόλις πριν από λίγους μήνες, ότι δεν υστερεί των Ηνωμένων Πολιτειών σε όλους σχεδόν τους στρατηγικούς τομείς αιχμής, συγκεντρώνοντας επιπλέον στα ταμεία των τραπεζών της, που είναι ήδη οι ισχυρότερες στον κόσμο (λ.χ. ICBC), τη δύναμη να κλονίσει τις οικονομίες μας.

Ενα κυβερνητικό κέντρο, η Εθνική Επιτροπή Ανάπτυξης και Μεταρρύθμισης, με τη βοήθεια του Κομμουνιστικού Κόμματος, κατευθύνει, οργανώνει, εποπτεύει τα πάντα στην οικονομία. Παρά τον φόβο και την καταπίεση, παρά τις εσωτερικές αντιφάσεις της και το δημογραφικό βάρος, η Κίνα κατάφερε να αποδείξει ότι ο συγκεντρωτισμός μπορεί να γεννήσει καινοτομία που να ανταγωνίζεται τη Silicon Valley, κάτι που η Δύση θεωρούσε αδύνατο.

Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ελπίζουν ότι δεν έχουν ακόμη χάσει το παιχνίδι, εμείς, εδώ στην Ευρώπη, δεν έχουμε λόγο να αισιοδοξούμε. Από οικονομικής απόψεως, η δημοκρατική Ευρώπη αποδείχθηκε θλιβερά λιγότερο αποτελεσματική από τη δικτατορική Κίνα. Γιατί;

Μόνο ό,τι μας επιβεβαιώνει μετράει;

Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου πιστέψαμε όντως στο «τέλος της ιστορίας». Οτι, δηλαδή, η δυτικού τύπου δημοκρατία επιβλήθηκε πλέον στην ανθρωπότητα ως το καταλληλότερο μοντέλο διακυβέρνησης. Τραγική αυταπάτη, που οδήγησε σε τραγικές συνέπειες.

Αυταρχικά καθεστώτα όπως στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Λιβύη, την Αίγυπτο, τη Συρία, ναι μεν κατέρρευσαν, αλλά χωρίς να τα διαδεχθεί η δημοκρατική άνοιξη που περιμέναμε. Τα καθεστώτα που τα διαδέχθηκαν αποδείχθηκαν πιο αυταρχικά και πιο φαύλα, αιματοκύλησαν τους λαούς τους, ξύπνησαν το εθνοτικό μίσος, και στάθηκαν εν τέλει ανίκανα να στηρίξουν μια στοιχειώδη δημοκρατία. Το πολιτικό μας μοντέλο αποδείχθηκε μη εξαγώγιμο.

Από την άλλη μεριά, εντός των δυτικών κοινωνιών οι «ανοιχτές κοινωνίες», όπου θα έπρεπε να συζητούνται και να κρίνονται όλα στην αγορά των ιδεών, βλέπουμε να διακατέχονται από ιδεολογικές εμμονές. Η δεοντολογία και η ηθικολογία επικράτησαν του πραγματισμού, της βάσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, λογοκρίνοντας στη δημόσια συζήτηση ως ύποπτες καίριες αξίες, όπως η αποτελεσματικότητα. Υποδεχθήκαμε την τεχνητή νοημοσύνη με ηθικολογικούς δισταγμούς και υπαρξιακούς φόβους, ενώ οι ανταγωνιστές μας τη χρησιμοποιούν ως εργαλείο ισχύος και επιβολής. Αντιμετωπίζουμε τη μετανάστευση εγκλωβισμένοι στη σύγκρουση μεταξύ ανθρωπισμού και περιχαράκωσης, αδυνατώντας να την εντάξουμε σε έναν ρεαλιστικό σχεδιασμό για τη δημογραφική μας επιβίωση. Βλέπουμε την παρακμή μας ως δίκαιη τιμωρία για την αποικιοκρατία, όχι ως έλλειψη αυτοπεποίθησης στις εγγενείς μας δυνάμεις.

Καταλήξαμε έτσι να ερμηνεύουμε την πραγματικότητα ως επιβεβαίωση του δεοντολογικού μας ναρκισσισμού, αδυνατώντας να ενσωματώσουμε στο θεσμικό μας λογισμικό τις αλλαγές παραδείγματος που βιώνουμε. Γιατί;

Μάχες χωρίς νεκρούς;

Οι Αμερικανοί εγκατέλειψαν τη Βηρυτό, τη Σομαλία, το Αφγανιστάν, οι Γάλλοι το Σαχέλ μπροστά στη φρίκη των νεκρών συμπατριωτών τους, που έχαναν εκεί τη ζωή τους. Ζήσαμε και εμείς την εμπειρία της επιστροφής από τη Λιβύη νεκρών ελλήνων στρατιωτικών. Ας δούμε την αλήθεια κατά πρόσωπο. Οι κοινωνίες μας θέλουν να μαχόμαστε για τις αξίες μας, αλλά δεν ανέχονται νεκρούς από τις μάχες.

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Οι δυτικές δημοκρατίες ανέδειξαν την αντίληψη ότι το άτομο, μακριά από συγγενικές, κοινωνικές ή πολιτικές δομές, σταθμίζει πλέον το ίδιο για τον εαυτό του τα υπέρ και τα κατά των συνεπειών της συμπεριφοράς του. Και όταν βλέπει να κινδυνεύει η δική του ζωή ή των παιδιών του, να υποχωρεί. Καμιά αξία δεν του φαίνεται πολυτιμότερη.

Δυναμικές μειονότητες που αψηφούν τον θάνατο μπορούν έτσι να επικρατήσουν και να επιβληθούν σε άβουλες πλειοψηφίες. Είναι η ιδέα που εξηγεί την επιτυχία των τζιχαντιστών: πιστεύοντας στη μεταθανάτια ζωή αδιαφορούν για την επίγεια. Και επομένως τη θυσιάζουν.

Δεν ήμασταν πάντα έτσι στη Δύση. Μέσα στην οικογένεια το άτομο μπορούσε να προβάλει την ύπαρξή του στις επόμενες γενιές και να θυσιαστεί για τους οικείους του. Μέσα στο κόμμα, ο επαναστάτης αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως εργαλείο της Ιστορίας, έτοιμος να θυσιαστεί για την κοινωνική δικαιοσύνη. Και μέσα στον στρατό, ο πατριώτης θεωρούσε υποχρέωσή του να θυσιάσει τη ζωή του υπέρ μιας οντότητας, της πατρίδας, που υπερέβαινε διαχρονικά την ύπαρξή του.

Η Δύση έχει όμως πλέον εγκλωβιστεί σε μια ατομικιστική ευδαιμονική παράλυση, όπου η απώλεια του συλλογικού δεσμού (οικογένεια, κοινωνία, πατρίδα) την καθιστά ευάλωτη απέναντι στους εχθρούς της. Δεν θα κινδύνευε να είναι μοιραίο, αν ο ατομικισμός εξασφάλιζε το διατηρήσιμο της οικονομικής μας ευημερίας και τη σταθερότητα των δημοκρατιών μας. Ομως, η βεβαιότητα αυτή δεν είναι πλέον δεδομένη. Γιατί;

Τώρα που αντιληφθήκαμε ότι δεν είμαστε οικονομικά οι ισχυρότεροι ώστε να επιβάλλουμε τον νόμο μας παντού, τώρα που συνειδητοποιούμε ότι οι θεσμοί μας δεν διασφαλίζουν τη διηνεκή υπεροχή έναντι των ανταγωνιστών μας, τώρα που παραδεχόμαστε ότι θέλουμε να κερδίζουμε μάχες χωρίς νεκρούς, τώρα πλέον, γυμνοί από τέτοιες αυταπάτες, ήρθε η ώρα να δούμε την πολιτική αλλιώς. Ηρθε η ώρα να τοποθετήσουμε τις δημοκρατικές μας κοινωνίες, την Ευρώπη πρωτίστως, στη νέα πραγματικότητα, επαναφέροντας, ως τα κεντρικά ζητούμενα της πολιτικής, τον πραγματισμό και την αποτελεσματικότητα, τις αρετές που έκαναν τη Δύση να μεγαλουργήσει.

*Ο κ. Ιωάννης Σαρμάς είναι τέως υπηρεσιακός πρωθυπουργός, επίτιμος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.