Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Σε περιόδους διεθνούς αστάθειας, η πραγματική ισχύς των κρατών δεν μετριέται μόνο με όρους γεωγραφίας ή μεγέθους. Μετριέται και από το κατά πόσον μπορούν να εγγυηθούν ροές: ενέργειας, αγαθών, τροφίμων, επενδύσεων, εμπιστοσύνης. Σε αυτή τη μεγάλη εξίσωση του 21ου αιώνα, η ναυτιλία δεν είναι απλώς ένας ακόμη παραγωγικός τομέας της ελληνικής οικονομίας. Είναι η υποδομή πάνω στην οποία η Ελλάδα μετατρέπει τη γεωγραφία της σε στρατηγική υπεραξία. Και γι’ αυτό η ελληνική ναυτιλία δεν είναι μόνο οικονομικό πλεονέκτημα, είναι εθνικό κεφάλαιο.

Η Ελλάδα παραμένει η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο σε όρους ιδιόκτητης χωρητικότητας. Ο ελληνόκτητος στόλος αριθμεί περίπου 5.700 πλοία και αντιπροσωπεύει το 20% της παγκόσμιας και το 61% της ευρωπαϊκής χωρητικότητας. Ακόμη σημαντικότερο: πρόκειται για έναν στόλο με έντονα διεθνή χαρακτήρα, καθώς πάνω από το 98% της μεταφορικής του ικανότητας δραστηριοποιείται σε διαμεταφορές μεταξύ τρίτων χωρών. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν ωφελείται μόνο από μια μεγάλη εθνική βιομηχανία αλλά συμμετέχει καθημερινά στη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας και στην ανθεκτικότητα των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού.

Στο εσωτερικό της χώρας, η συμβολή της ναυτιλίας είναι πολύ ευρύτερη από ό,τι συνήθως αποτυπώνεται στη δημόσια συζήτηση. Η συνολική επίδρασή της κυμαίνεται μεταξύ 7% και 8% του ΑΕΠ, ενώ οι εισροές προς την ελληνική οικονομία έχουν υπερβεί τα 150 δισ. ευρώ την τελευταία δεκαετία. Ο κλάδος συνδέεται με περίπου 160.000 θέσεις εργασίας, άμεσα και έμμεσα, ενώ αντιστοιχεί περίπου στο 10% της συνολικής ιδιωτικής μισθοδοσίας. Και δεν είναι μόνο αυτό: τα ναυτιλιακά κεφάλαια επανεπενδύονται στην ενέργεια, στη φιλοξενία, στα ακίνητα, στα μέσα ενημέρωσης, στον αθλητισμό, δημιουργώντας έναν σιωπηλό αλλά ισχυρό πολλαπλασιαστή ανάπτυξης για όλη την οικονομία.

Ομως η μεγάλη σημασία της ναυτιλίας σήμερα δεν εξαντλείται στα μακροοικονομικά της αποτυπώματα. Η ναυτιλία είναι πλέον η αθέατη πλευρά της γεωπολιτικής. Σε έναν κόσμο όπου η Ερυθρά Θάλασσα, η Διώρυγα του Σουέζ και η Διώρυγα του Παναμά αναδεικνύονται σε σημεία τρωτότητας, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών καθίστανται ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια σταθερότητα.

Η UNCTAD (Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη) επισημαίνει ότι πάνω από το 80% του παγκόσμιου εμπορίου διακινείται διά θαλάσσης και ότι οι διαταραχές στα βασικά θαλάσσια περάσματα επιβαρύνουν το κόστος, τις τιμές, την επισιτιστική επάρκεια και την ενεργειακή ασφάλεια. Αρα, όταν μιλάμε για ελληνική ναυτιλία, δεν μιλάμε μόνο για πλοία. Μιλάμε για έναν κρίσιμο μηχανισμό σταθερότητας μέσα σε ένα περιβάλλον ασύμμετρων απειλών και διαρκών ανακατατάξεων.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο καθαρό αν δούμε τη διάσταση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Η ναυτιλία μεταφέρει το 75% του εξω-ενωσιακού εμπορίου της ΕΕ. Η Ευρώπη εξαρτάται από εισαγωγές για το 95% των αναγκών της σε πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου, για το 90% των αναγκών της σε φυσικό αέριο και για το 41% των αναγκών της σε στερεά ορυκτά καύσιμα. Από αυτές τις εισαγωγές, τα πλοία μεταφέρουν το 89% του πετρελαίου και των προϊόντων του, το 47% του φυσικού αερίου και το 93% των στερεών καυσίμων. Μέσα σε αυτή την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η ελληνική ναυτιλία δεν είναι απλώς μια εθνική επιτυχία· είναι συντελεστής ευρωπαϊκής ανθεκτικότητας.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και μια πιο σύγχρονη, ίσως καινοτόμος, ανάγνωση του ρόλου της: η ναυτιλία είναι μορφή οικονομικής διπλωματίας σε κίνηση. Κάθε ελληνικό πλοίο που διασυνδέει αγορές, ενεργειακές ροές και εφοδιαστικές αλυσίδες λειτουργεί, στην πράξη, ως φορέας αξιοπιστίας της χώρας. Η Ελλάδα διαθέτει μια σπάνια δυνατότητα: να είναι ταυτόχρονα ναυτιλιακή δύναμη, ενεργειακή πύλη, επενδυτικός προορισμός και πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η πρόκληση της επόμενης περιόδου είναι να συνδέσουμε πιο οργανικά αυτούς τους τέσσερις ρόλους, ώστε η ναυτιλία να μην αντιμετωπίζεται ως «ξεχωριστός κόσμος», αλλά ως πυρήνας της εθνικής εξωστρέφειας.

Την ίδια στιγμή, η ναυτιλία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της πράσινης μετάβασης. Ο IMO (Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός) ενέκρινε το 2025 το Net-Zero Framework, το πρώτο παγκόσμιο σύστημα που συνδυάζει δεσμευτικά όρια εκπομπών και οικονομικό μηχανισμό τιμολόγησης άνθρακα για έναν ολόκληρο κλάδο, με ορίζοντα εφαρμογής από το 2027 για τα μεγάλα ποντοπόρα πλοία. Η μετάβαση αυτή δεν είναι απλή ούτε χωρίς κόστος. Είναι, όμως, αναγκαία. Και η Ελλάδα έχει λόγο να πρωταγωνιστήσει, όχι αμυντικά αλλά δημιουργικά, Επειδή ο ελληνόκτητος στόλος είναι ήδη ο μεγαλύτερος παγκοσμίως σε πλοία ικανά να χρησιμοποιούν εναλλακτικά καύσιμα, διαθέτει τον μεγαλύτερο στόλο με scrubbers και επενδύει συστηματικά σε πιο σύγχρονα, αποδοτικά και τεχνολογικά προηγμένα πλοία.

Αξίζει, μάλιστα, να θυμόμαστε κάτι που συχνά λησμονούμε: η ναυτιλία δεν είναι μέρος μόνο του προβλήματος της κλιματικής κρίσης· είναι και μέρος της λύσης. Σύμφωνα με τα προ τριετίας στοιχεία της Ενωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, η διεθνής ναυτιλία αντιστοιχούσε μόλις στο 1,4% των παγκόσμιων εκπομπών, ενώ παραμένει μακράν ο ενεργειακά αποδοτικότερος τρόπος μεταφοράς. Η πραγματική πρόκληση λοιπόν δεν είναι να αποδυναμώσουμε τη ναυτιλία, αλλά να επιταχύνουμε τη μετάβασή της με ρεαλισμό, διεθνή συντονισμό και τεχνολογική καινοτομία.

Τα Ποσειδώνια υπενθυμίζουν ακριβώς αυτό: ότι η ναυτιλία δεν είναι μια ελληνική παράδοση που απλώς συνεχίζεται, αλλά μια εθνική ικανότητα που πρέπει διαρκώς να αναβαθμίζεται. Σε μια εποχή όπου οι θάλασσες γίνονται ξανά χώρος ανταγωνισμού, ασφάλειας, ενέργειας και τεχνολογίας, η Ελλάδα έχει χρέος να δει τη ναυτιλία της όχι μόνο ως πηγή πλούτου, αλλά ως πυλώνα στρατηγικής αυτοπεποίθησης. Διότι για τη χώρα μας η ναυτιλία δεν μεταφέρει μόνο φορτία. Μεταφέρει κύρος, αξιοπιστία, επιρροή και μέλλον.

Ο κύριος Χάρης Θεοχάρης είναι υφυπουργός Εξωτερικών, αρμόδιος για την Οικονομική Διπλωματία και την Εξωστρέφεια.