Η Διεθνής Ναυτιλιακή Εκθεση «Ποσειδώνια» δεν αποτελεί απλώς τη μεγαλύτερη ναυτιλιακή διοργάνωση που πραγματοποιείται στην Ελλάδα. Αποτελεί το παγκόσμιο σημείο συνάντησης μιας βιομηχανίας που μετασχηματίζεται με ταχύτητα και καλείται να αποκριθεί ταυτόχρονα σε νέες και διαρκώς μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, γεωπολιτικές κρίσεις, ενεργειακές προκλήσεις και τεχνολογικές αλλαγές. Είναι ο χώρος όπου η ναυτιλία συναντά το μέλλον της και όπου η Ελλάδα επιβεβαιώνει, για ακόμη μία φορά, τον ρόλο της ως κορυφαία ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο.
Σε μια περίοδο έντονης διεθνούς αστάθειας, η σημασία της ναυτιλίας γίνεται ακόμα πιο κρίσιμη. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η αστάθεια στην Ερυθρά Θάλασσα, οι επιθέσεις σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς και η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, αποδεικνύουν ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή ασφάλεια, τη λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων, τις τιμές της ενέργειας και των αγαθών και τελικά, την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών. Είναι μια κρίση που, πάνω απ’ όλα, μας υπενθυμίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής και την ανάγκη προστασίας των ναυτικών μας, οι οποίοι εργάζονται κάτω από εξαιρετικά δύσκολες και συχνά επικίνδυνες συνθήκες.
Αυτή τη στιγμή, από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται ένα τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας. Οσο η αβεβαιότητα παρατείνεται, τόσο αυξάνονται οι κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία και την κοινωνική σταθερότητα. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ούτε πότε θα τερματιστούν αυτές οι κρίσεις ούτε ποιες θα είναι οι επιπτώσεις τους στην οικονομία και τις κοινωνίες. Εκείνο όμως που γνωρίζουμε είναι ότι η διεθνής κοινότητα οφείλει να διασφαλίσει την προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, την ασφάλεια των πληρωμάτων και την απρόσκοπτη λειτουργία των διεθνών θαλάσσιων οδών, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και των αποφάσεων του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η ελληνική ναυτιλία εξακολουθεί να αποτελεί πυλώνα σταθερότητας και ανάπτυξης. Η Ελλάδα παραμένει μία από τις ισχυρότερες ναυτιλιακές δυνάμεις διεθνώς, με τον ελληνόκτητο στόλο να αντιπροσωπεύει περίπου το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας και πάνω από το 60% του στόλου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, κατέχοντας σημαντική θέση στη μεταφορά ενεργειακών και χύδην προϊόντων με σύγχρονα πλοία που υπερκαλύπτουν όλες τις διεθνείς ναυτιλιακές απαιτήσεις. Πρόκειται για ένα στρατηγικό εθνικό κεφάλαιο, το οποίο στηρίζει όχι μόνο την ελληνική οικονομία αλλά και τη λειτουργία του παγκόσμιου εμπορίου. Οι έλληνες πλοιοκτήτες και συνολικά η ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα χαίρουν διεθνούς σεβασμού, επειδή διαχρονικά επενδύουν στην ποιότητα, στην αξιοπιστία και στη μακροπρόθεσμη προοπτική της ναυτιλίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πράσινη μετάβαση και η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας αποτελούν κοινό στόχο και αναγκαία προτεραιότητα. Κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη λήψης μέτρων για έναν καθαρότερο πλανήτη. Ωστόσο, ειδικά για τη ναυτιλία, δεν μπορεί να αγνοείται η ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητας ενός κλάδου στρατηγικής σημασίας για την οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια και τη συνολική ανθεκτικότητα της Ευρώπης, κάτι που αποδεικνύεται καθημερινά όσο διαρκούν οι κρίσεις στις διεθνείς θαλάσσιες οδούς.
Η μετάβαση οφείλει να γίνει με ρεαλισμό, τεχνολογική ουδετερότητα και λαμβάνοντας υπόψη τον διεθνή ανταγωνισμό. Αυτή η αναγκαιότητα αναγνωρίζεται ήδη και δικαίως εντός της ΕΕ για άλλους παραγωγικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών.
Το ίδιο οφείλει να αναγνωριστεί και για τη ναυτιλία. Σήμερα, τα διαθέσιμα εναλλακτικά καύσιμα καλύπτουν μόλις το 0,5% της παγκόσμιας ζήτησης της ναυτιλίας, ενώ ο κλάδος ευθύνεται για περίπου του 3% των παγκόσμιων εκπομπών. Επομένως, μια βίαιη και μη ρεαλιστική μετάβαση, χωρίς επαρκή τεχνολογική ωρίμανση και διαθέσιμες υποδομές, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε αύξηση του μεταφορικού κόστους, σε νέες πληθωριστικές πιέσεις και σε επιβάρυνση της μέσης ευρωπαϊκής οικογένειας, η οποία ήδη δοκιμάζεται από την ακρίβεια και την ενεργειακή κρίση. Γι’ αυτό η Ελλάδα επιμένει ότι οι συζητήσεις που διεξάγονται στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, πρέπει να διατηρήσουν μια ουσιαστική ισορροπία ανάμεσα στην περιβαλλοντική φιλοδοξία, την ανταγωνιστικότητα της ναυτιλίας και την προστασία της κοινωνικής συνοχής, δηλαδή του εισοδήματος του μέσου πολίτη.
Παράλληλα, η ναυτιλία εισέρχεται σε μια νέα ψηφιακή εποχή. Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση, τα «smartports», η κυβερνοασφάλεια και οι νέες ψηφιακές εφαρμογές μετασχηματίζουν ήδη ένα νέο παγκόσμιο ναυτιλιακό οικοσύστημα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να παρακολουθεί παθητικά αυτές τις εξελίξεις. Στόχος μας είναι η δημιουργία ενός σύγχρονου, ευέλικτου και ανταγωνιστικού ναυτιλιακού περιβάλλοντος με λιγότερη γραφειοκρατία, ισχυρότερες ψηφιακές υπηρεσίες και καλύτερη εξυπηρέτηση για τους ναυτικούς, επιχειρήσεις και τις νησιωτικές κοινωνίες.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη δύναμη της ελληνικής ναυτιλίας παραμένουν οι άνθρωποί της. Οι ελληνίδες και οι έλληνες ναυτικοί, που κρατούν την ελληνική σημαία ψηλά σε κάθε θάλασσα του κόσμου. Γι’ αυτό επενδύουμε ουσιαστικά στη ναυτική εκπαίδευση, αυξάνοντας κατά 25% τον προϋπολογισμό της επόμενης επταετίας, με επιπλέον πόρους ύψους 90 εκατομμυρίων ευρώ. Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε σύγχρονες συνθήκες εκπαίδευσης και να ξαναφέρουμε τη νέα γενιά κοντά στα ναυτικά επαγγέλματα. Η θάλασσα δεν είναι μόνο παράδοση για την Ελλάδα· είναι επαγγελματική προοπτική, και ευκαιρία δημιουργίας καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας σε έναν κλάδο με παγκόσμια δυναμική.
Η ελληνική ναυτιλία δεν αφορά μόνο αριθμούς και οικονομικούς δείκτες. Είναι στοιχείο της ιστορικής και εθνικής μας ταυτότητας. Είναι η απόδειξη ότι η Ελλάδα μπορεί να πρωταγωνιστεί διεθνώς μέσα από τη γνώση, την εξωστρέφεια, την προσαρμοστικότητα και τη δύναμη των ανθρώπων της. Και σε μια εποχή μεγάλων ανακατατάξεων, η χώρα μας έχει χρέος όχι απλώς να παρακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή τους, με σχέδιο, αυτοπεποίθηση και στρατηγική αντίληψη για το μέλλον της ναυτιλίας και της Ευρώπης.
Ο κύριος Βασίλης Κικίλιας είναι υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής.



