Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Με έναν διαφορετικό τρόπο «επέστρεψε» ο Βασίλης Παπαβασιλείου στις Σέρρες, έναν σχεδόν χρόνο από τον θάνατό του (6 Ιουνίου 2025): η Κεντρική Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου «Αστέρια» μετονομάστηκε σε «Αίθουσα Βασίλη Παπαβασιλείου», αποδίδοντας τιμή στη μνήμη του κορυφαίου θεατρανθρώπου, στην πορεία και το έργο του. Υπήρξε άλλωστε ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών, με πρώτη παράσταση τον «Θρίαμβο του έρωτα» του Μαριβό.

Η εκδήλωση συνδιοργανώθηκε από τον δήμο και το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών, υπό την καλλιτεχνική επιμέλεια της στενής του συνεργάτιδας και σκηνοθέτριας Νικολέτας Φιλόσογλου. «Οι Σέρρες», είπε, «είναι ο τόπος που τον διαμόρφωσε, ακολούθησε το έργο του, συνόδευσε τον δημιουργικό του οίστρο, όλο το πνεύμα, την ανοιχτωσιά, την απεραντοσύνη του, και γι’ αυτό έχει μεγάλη αξία». Μια εκδήλωση-αφορμή για να συγκεντρωθούν φίλοι και μαθητές του, να μοιραστούν ιστορίες που ταυτίζονται με την πόλη του. Γιατί η αγάπη και το δέσιμο του Παπαβασιλείου με τις Σέρρες – και τον Πανσερραϊκό – παρέμειναν άρρηκτες. Κι ας έφυγε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη, Ιατρικής αρχικά, κι ας τις εγκατέλειψε για να κατέβει στην Αθήνα και να θητεύσει πλάι στον Κάρολο Κουν και το Θέατρο Τέχνης, κι ας έγινε «Αθηναίος», Παγκρατιώτης.

Η αρχή του νήματος

Αλλωστε στις Σέρρες βρίσκεται και η αρχή του νήματος, όπως περιγράφει ο παιδικός του φίλος, Γιώργος Καλλιοντζής, που ταξίδεψε από τη Βιέννη όπου ζει για να θυμηθεί τα εφηβικά τους χρόνια. «Η φιλία μας με τον Βασίλη δεν διακόπηκε ποτέ, από το 1964 μέχρι το τέλος της ζωής του. Ημασταν μια παρέα έξι παιδιών. Τα απογεύματα καταλήγαμε πάντα στο ίδιο μέρος: ένα παγκάκι στην πλατεία. “Το παγκάκι μας”. Εκεί γελούσαμε, πειραζόμασταν. Το σπίτι του Βασίλη ήταν κοντά και έτσι συχνά ήταν ο πρώτος που έφτανε. Κι όποιος περνούσε μπορούσε να δει μια εικόνα που έμοιαζε σχεδόν παράδοξη: σε άλλα παγκάκια ηλικιωμένοι βυθισμένοι στη σιωπή και την πλήξη και δίπλα τους ένα παιδί δεκαπέντε χρονών, με το καπέλο του σχολείου, να διαβάζει εφημερίδα. Κάθε μέρα αγόραζε “Τα Νέα”. Κάθε Κυριακή και “Το Βήμα”. Και κάθε δύο μήνες περίμενε με ανυπομονησία το περιοδικό “Θέατρο”. Ηταν ίσως ο μόνος από εμάς που ήξερε τόσο νωρίς, τόσο καθαρά, τι ήθελε να γίνει: σκηνοθέτης. Δεν ήταν απλώς ένα όνειρο. Ηταν μια απόφαση. Ηταν ακόμα παιδί, αλλά ήδη μέσα του κάτι είχε πάρει τον δρόμο του».

Μέσα στα χρόνια ο Παπαβασιλείου επισκεπτόταν τον φίλο του, κυρίως για το Φεστιβάλ Θεάτρου της Βιέννης. «Βλέπαμε μαζί μεγάλα ονόματα, μεγάλες στιγμές του θεάτρου. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, το πιο σημαντικό δεν ήταν ποτέ μόνο οι παραστάσεις. Ηταν ό,τι ακολουθούσε. Βγαίναμε από το θέατρο και για λίγη ώρα περπατούσαμε σιωπηλοί καπνίζοντας. Σαν να χρειαζόταν πρώτα να καταλαγιάσει μέσα μας αυτό που είχαμε δει. Και ύστερα ο Βασίλης άρχιζε να μιλά. Και τότε καταλάβαινες πως, πάνω απ’ όλα, ήταν δάσκαλος. Θυμάμαι τους νυχτερινούς περιπάτους και τον Βασίλη να αναλύει, να εξηγεί, να φωτίζει πτυχές που εμείς δεν είχαμε καν προσέξει. Οι περισσότερες παραστάσεις ήταν στα γερμανικά – μια γλώσσα που δεν κατείχε. Κι όμως. Εμοιαζε να καταλαβαίνει περισσότερα απ’ όλους μας. Ισως γιατί δεν άκουγε μόνο τις λέξεις – έβλεπε πιο βαθιά. Ισως γιατί αυτό ήταν τελικά το χάρισμά του. Και αν σήμερα έπρεπε να πω με μία μόνο εικόνα ποιος ήταν ο Βασίλης, δεν θα διάλεγα ούτε τις μεγάλες παραστάσεις ούτε τα ονόματα ούτε τις επιτυχίες. Θα διάλεγα εκείνο το παγκάκι. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν πραγματικά. Μένουν στις λέξεις που είπαν, στις σκέψεις που άναψαν μέσα μας, στις στιγμές που μας έμαθαν να βλέπουμε λίγο πιο βαθιά. Ο Βασίλης ήταν ένας από αυτούς. Πάντα λίγο πιο μπροστά από εμάς, να μας δείχνει τον δρόμο».

«Για τρεις χαροκαμένες και δύο φοιτητές»

«Το 1984 τελειώνουμε μαζί με τον Βασίλη τη διπλωματική μας, εκείνος δάσκαλος, εγώ μαθητής, πάνω στον “Θρίαμβο του έρωτα”» θυμάται ο ηθοποιός Βασίλης Χαλακατεβάκης. «”Αυτό το έργο πρέπει να το κάνεις στο θέατρο” ειπώθηκε τότε και μετά από 8 μήνες που αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών αποφασίζει να το ανεβάσει. Ο μόνος από τους μαθητές του που συμμετείχε στην παράσταση είμαι εγώ. Ξεκινήσαμε πρόβες, οκτάωρες, στη Λέσχη Ποντίων, με μια ξυλόσομπα. Παίξαμε στο θέατρο “Ορφέας”, διαλυμένο τότε, χωρίς καθίσματα, φέραμε καρέκλες φερ-φορζέ από ένα ζαχαροπλαστείο. Δώσαμε 46 παραστάσεις εδώ στις Σέρρες, με 3.500 εισιτήρια – πόσα εισιτήρια έκαναν τότε τα ΔΗΠΕΘΕ; Κάποια μέρα έριξε χιόνι, γύρω στο ενάμισι μέτρο. Κανείς δεν περπατούσε στην πόλη. Με το μίνι Κούπερ που είχα και μια ντουντούκα διαφημίζαμε την παράσταση. Μέχρι κι έξω από το νεκροταφείο πήγαμε. Τρεις χαροκαμένες μας άκουσαν. Ε, λοιπόν, αυτές οι τρεις γυναίκες μαζί με δύο φοιτητές ήταν το κοινό μας εκείνο το βράδυ με το χιόνι. Για αυτούς παίξαμε…».

«Ο Βασίλης γύρισε εκεί που ξεκίνησε» ανέφερε ο ηθοποιός Θέμης Πάνου. «Αν κάποιος θέλει να τον καταλάβει, θα τον βρει μέσα στα κείμενα των ηθοποιών για τους ρόλους τους – λέξεις, φράσεις είναι δικές του. Εκεί μέσα είναι, στο φευγαλέο, στο στιγμιαίο. Μας έμαθε να σκεφτόμαστε. Μιλούσε κι άνοιγε για εμάς ένας κόσμος».

«Ηταν από τους ανθρώπους που μπορούσαν μέσα σε μία φράση να σε κάνουν να γελάσεις κι αμέσως μετά να σιωπήσεις και, το σημαντικότερο, να σκεφτείς. Εμπαινε μέσα σου κι έκανε αυτή τη διαδρομή όπως πρέπει να κάνουμε και στο θέατρο» είπε ο ηθοποιός Γιώργος Καύκας. «Σπουδαίος δάσκαλος, του οφείλω τα πάντα. Η σχέση μου με τον λόγο είναι σχολή Παπαβασιλείου. Και όλη η αυτοπεποίθηση, όση έχω, την οφείλω στον τρόπο που με δούλεψε. Πατάω τη σκηνή με τον τρόπο του Παπαβασιλείου» είπε η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, μία από τις πιο αγαπημένες του ηθοποιούς.

«Οι πρώτες επιλογές, οι πρώτες κατευθύνσεις δεν μπορούν ποτέ να είναι τυπικές – δημιουργούν την πρώτη ταυτότητα. Με την καλλιτεχνική του γνώση και την ευαισθησία του βοήθησε το ΔΗΠΕΘΕ να αποκτήσει από την αρχή έναν ουσιαστικό χαρακτήρα» τόνισε η δήμαρχος Σερρών Βαρβάρα Μητλιάγκα μιλώντας για τον «πρώτο καλλιτεχνικό διευθυντή» του ΔΗΠΕΘΕ. Με τον νυν Γιώργο Ανδρέου να προσθέτει ότι «πάντοτε οι επιλογές των έργων που παρουσίαζε ως σκηνοθέτης με έναν τρόπο αποτελούσαν ένα σχόλιο, μια συνομιλία με τα ζητήματα, τις αγωνίες, τις αμηχανίες του νεοελληνικού πολιτισμού».

Τέλος, να προσθέσουμε ότι το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» θα τιμήσει τη μνήμη του Βασίλη Παπαβασιλείου με ένα αφιέρωμα (την προσεχή σεζόν) για τη σχέση του με την ιστορική σκηνή και τον δάσκαλό του. Μια σχέση που ενεργοποιήθηκε την τελευταία δεκαετία στη Φρυνίχου, εκεί όπου «γεννήθηκε» και ο Φωκίων Καπλανίδης: «Είμαι Ελλην. Ως εκ τούτου μου είναι αδύνατον να είμαι σοβαρός. Σας ζητώ συγγνώμη».