Στις 27 Ιουλίου 1992, τα πρωινά δελτία ειδήσεων μετέδιδαν την είδηση του θανάτου της Τζένης Καρέζη. Η ηθοποιός που είχε κερδίσει το ελληνικό κοινό με το ταλέντο, την εκφραστικότητα και τη δημόσια στάση της είχε φύγει από τη ζωή έπειτα από πολυετή μάχη με τον καρκίνο, στο σπίτι της, κοντά στους ανθρώπους που αγαπούσε.
Τα εκφραστικότερα μάτια του ελληνικού κινηματογράφου είχαν κλείσει για πάντα.

«Το ελληνικό θέατρο θρηνεί», έγραφαν «ΤΑ ΝΕΑ» εκείνη την ημέρα:
«Ηθοποιός που αγαπήθηκε όσο λίγοι, πρωταγωνίστρια λαμπερή, κομεντιέν ανεπανάληπτη, ίνδαλμα του κοινού, που αποφασιστική στράφηκε στο σοβαρό ρεπερτόριο, η Τζένη Καρέζη, άνθρωπος του ενστίκτου και του πάθους, υπερασπίστηκε με αυταπάρνηση την τέχνη της.
»Ο θάνατος την βρήκε στη χρυσή ωριμότητά της, κατέστρεψε σχέδια και όνειρα, δημιούργησε ένα κενό δυσαναπλήρωτο στο χώρο του ελληνικού θεάτρου, όμως δεν θα καταφέρει να σβήσει την εικόνα μιας αληθινής, όμορφης θεατρίνας».
«Η ωραιότερη γυναίκα της ελληνικής σκηνής και οθόνης, το ωραιότερο πρόσωπο, τα ωραιότερα μάτια. Η καλύτερη κωμική της κινηματογραφικής γενιάς του ’60, η καλύτερη δραματική της ίδιας γενιάς. Η μόνη από αυτή τη γενιά που δέχτηκαν με ανοιχτή την αγκαλιά οι Επίδαυροι, τα Ηρώδεια, αυτή που τα είχε όλα και κάποια στιγμή… Στοπ», ο Παναγιώτης Τιμογιάννάκης αποχαιρετούσε την Καρέζη στο περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ».
Ο θάνατός της ερχόταν να διακόψει μια διαδρομή σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών. Μια πορεία που άρχισε από μια νεαρή μαθήτρια της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και έφτασε μέχρι τη μεγάλη πρωταγωνίστρια που μπορούσε να γεμίζει τα θέατρα τόσο με τις κωμωδίες της όσο και με τον Ίψεν, τον Τσέχοφ και τον Άλμπι.
«Εγεννήθη ημίν πρωταγωνίστρια»
Σαράντα χρόνια νωρίτερα, η νεαρή Ευγενία Καρπούζη, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, παρουσίαζε έναν μονόλογο από τον «Ταρτούφο» και γινόταν δεκτό στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
«ΤΑ ΝΕΑ» της 27ης Ιουλίου 1992 έγραφαν:
«Το 1954, μαθήτρια ακόμα, παίζει στην σκηνή του Εθνικού, στο “Ηλιοβασίλεμα” του Χάουπτμαν και στον “Μισάνθρωπο” του Μολιέρου. Εκεί την βλέπει ο Δημήτρης Μυράτ που της προτείνει συνεργασία μαζί του και με την Μελίνα Μερκούρη στην “Ωραία Ελένη” του Αντρέ Ρουσώ. Την ίδια χρονιά, το 1954, στο ίδιο θέατρο, στο “Ρεξ”, δίπλα στην Κατίνα Παξινού, επωμίζεται το ρόλο της Αντέλα στο έργο του Λόρκα “Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα”».
Η εμφάνισή της είχε προκαλέσει αίσθηση. Το δημοσίευμα των «ΝΕΩΝ» συμπύκνωνε την εντύπωση που είχε δημιουργήσει η νεαρή ηθοποιός στη φράση:
«Νοέμβριος του 1954. “Εγεννήθη ημίν πρωταγωνίστρια”».
Από εκείνη τη στιγμή η πορεία της έμοιαζε να ξεκινά θριαμβευτικά. Πίσω από τη φαινομενική ευκολία, ωστόσο, υπήρχαν αδιάκοπη δουλειά, κούραση και αγωνία.
Στο Εθνικό Θέατρο παρέμεινε μέχρι το 1959, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις της στο κλασικό και στο σύγχρονο ρεπερτόριο: από τις «Μάγισσες του Σάλεμ» και τον «Άμλετ», ως Οφηλία, μέχρι τον «Βασιλιά Ληρ», τις «Εκκλησιάζουσες», τη «Λυσιστράτη» και τις «Θεσμοφοριάζουσες».
Ανάμεσα στον Σαίξπηρ, τον Άρθουρ Μίλερ και τον Αριστοφάνη, η Καρέζη άρχισε να αποδεικνύει ότι η ομορφιά και η κινηματογραφική της λάμψη δεν ήταν τα μοναδικά της όπλα.
Η πρώτη κινηματογραφική λάμψη
Παράλληλα με το θέατρο, η Καρέζη έκανε τα πρώτα της βήματα στον κινηματογράφο. Το 1955 εμφανίστηκε στο «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» του Αλέκου Σακελλάριου, δίπλα στον Βασίλη Αυλωνίτη και τον Μίμη Φωτόπουλο.
Ήταν η αρχή μιας σχέσης με το κινηματογραφικό κοινό που θα εξελισσόταν σε λατρεία.
Στην ταινία υποδυόταν μια νεαρή κοπέλα που είχε φύγει από το σπίτι της επειδή η οικογένειά της δεν της επέτρεπε να παντρευτεί τον φτωχό άνδρα που αγαπούσε. Οι δύο λατερνατζήδες τη συναντούσαν στον δρόμο, συγκινούνταν από την ιστορία της και αποφάσιζαν να τη βοηθήσουν.
Δύο χρόνια αργότερα ήρθε η συνέχεια, «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο». Το «Γαρύφαλλο στ’ αυτί», με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, έγινε ένα από τα τραγούδια που συνδέθηκαν με την εικόνα της νεαρής πρωταγωνίστριας.
Εκείνη την εποχή, όπως έγραφαν «ΤΑ ΝΕΑ», «τα μισά πιτσιρίκια στις αθηναϊκές γειτονιές ήταν με το “Τζενάκι” και τ’ άλλα μισά με το “Αλικάκι”».

Η Τζένη Καρέζη σε σκηνή από την ταινία «Το τρελοκόριτσο», τo 1958.
Από το Εθνικό στο ελεύθερο θέατρο
Τη θεατρική περίοδο 1959-1960 εγκατέλειψε το Εθνικό και πέρασε στο ελεύθερο θέατρο. Δεν ήταν ακόμη 25 ετών όταν συμμετείχε στο θιασαρχικό σχήμα του «Ρεξ» μαζί με τον Ντίνο Ηλιόπουλο και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.
Η παράσταση που σηματοδότησε τη νέα περίοδο ήταν «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη:
«Η θριαμβευτική εκκίνηση στο εμπορικό θέατρο. Ιστορική επιτυχία. Καρέζη – Ηλιόπουλος – Παπαγιαννόπουλος στο “Κοτοπούλη”. Τρία χρόνια!», έγραφαν «ΤΑ ΝΕΑ».
Ακολούθησαν περιοδείες και αλλεπάλληλες παραστάσεις. Η «Φανή», οι «Κρατικές υποθέσεις», η «Γειτονιά των αγγέλων», η «Δεσποινίς διευθυντής», το «Μαίρη, Μαίρη», το «Κάθε Τετάρτη», το «Βίβα Ασπασία», «Το κορίτσι της καμπίνας 15» και «Ο διευθυντής της ιδιαιτέρας» ήταν μερικοί μόνο από τους τίτλους που συνδέθηκαν με το όνομά της.
«Και μετά θέατρο και κινηματογράφος στο φόρτε. Περιοδείες, γυρίσματα, χειμώνα – καλοκαίρι δουλειά», περιέγραφε το αφιέρωμα της ημέρας του θανάτου της.
Από την κωμωδία στα «Κόκκινα φανάρια»
Στον κινηματογράφο, η Καρέζη είχε ήδη γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες παρουσίες της μεγάλης οθόνης.
Στο «Νησί των γενναίων» τραγούδησε το «Μην τον ρωτάς τον ουρανό».
Στα «Κόκκινα φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη υποδύθηκε την Ελένη, μια Ρουμάνα εργαζόμενη σε οίκο ανοχής της Τρούμπας, αποκαλύπτοντας μια διαφορετική, δραματική πλευρά της.
Η ταινία έφτασε μέχρι την υποψηφιότητα για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και η εικόνα της Καρέζη να τραγουδά το «Σου ’φερα νερό στις χούφτες» παρέμεινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές της καριέρας της.
Ακολούθησαν η «Λόλα», η «Δεσποινίς διευθυντής», η «Μια τρελή τρελή οικογένεια», η «Τζένη Τζένη», το «Κοντσέρτο για πολυβόλα», η «Μια γυναίκα στην Αντίσταση» και η «Μαντώ Μαυρογένους».

Σκηνή της ταινίας «Λόλα» του 1964, σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου.
Η ίδια μπορούσε να περάσει με ευκολία από την κωμωδία στο μελόδραμα και από τη λαϊκή ταινία σε έναν απαιτητικό δραματικό ρόλο.
Η συνάντηση με τον Κώστα Καζάκο
Στα γυρίσματα της ταινίας «Κοντσέρτο για πολυβόλα» γνώρισε τον Κώστα Καζάκο. Ο έρωτάς τους υπήρξε κεραυνοβόλος και η σχέση τους εξελίχθηκε σε μια βαθιά προσωπική και καλλιτεχνική συνύπαρξη που θα διαρκούσε μέχρι το τέλος της ζωής της.
«Από τον Αύγουστο του ’68, αρχίζει η καθοριστική συνεργασία της με τον Κώστα Καζάκο […] Η “Θεοδώρα η μεγάλη” του Γεωργίου Ρούσσου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή κατεβαίνει τη δεύτερη χρονιά με ουρές στα ταμεία, λόγω προχωρημένης εγκυμοσύνης της Τζένης», έγραφαν «ΤΑ ΝΕΑ»
Το 1969 γεννήθηκε ο γιος τους, Κωνσταντίνος Καζάκος:
«Μ’ ένα μωρό να φροντίζει, η Καρέζη μαμά συνεχίζει ακούραστα χωρίς διακοπή».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 24.10.1969, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Ακολούθησαν η «Κυρία δεν με μέλει», η «Ιστορία από το Ιρκούτσκ» και η «Ασπασία». Η Καρέζη είχε αρχίσει να απομακρύνεται από την εικόνα της ανάλαφρης κομεντιέν και να στρέφεται προς ένα θέατρο περισσότερο κοινωνικό και πολιτικό. Η πραγματική τομή, ωστόσο, ήρθε το 1973.
«Το μεγάλο μας τσίρκο»
Το καλοκαίρι του 1973, στο θέατρο «Αθήναιον», η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος ανέβασαν «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου:
«Ιστορική παράσταση. Καλλιτεχνική επιτυχία, κοσμοπλημμύρα, πολιτική αντίδραση στη χούντα», σημείωναν «ΤΑ ΝΕΑ».
Η παράσταση διέτρεχε σατιρικά τη νεότερη ελληνική Ιστορία και μετατράπηκε, μέσα στα χρόνια της δικτατορίας, σε χώρο συλλογικής αντίδρασης. Όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν δημόσια ακούγονταν από τη σκηνή.
Ο θίασος βρέθηκε αντιμέτωπος με το καθεστώς, ενώ η ίδια η Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος συνελήφθησαν. Η Καρέζη είχε πλέον πολιτικοποιήσει ανοιχτά την παρουσία της και είχε συνδέσει την τέχνη της με τη δημόσια στάση της.

Η Τζένη Καρέζη ανάμεσα στο κοινό της «Δίκης των 32», στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, όπου εκδικάστηκαν οι υποθέσεις βασανισμών στο ΕΑΤ-ΕΣΑ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.
Η συνεργασία με τον Καμπανέλλη συνεχίστηκε με το «Ένα κάποιο παραμύθι», τον «Εχθρό λαό» και την «Παναγία των δολαρίων». Ακολούθησαν η «Πάπισσα Ιωάννα», οι «Πολίτες Β΄ κατηγορίας» και η «Παναγία των Παρισίων».
Το 1980 η Καρέζη παρουσίασε το δικό της θεατρικό έργο, τους «Θεατρίνους». Παράλληλα έγραφε και μετέφραζε, χρησιμοποιώντας σε ορισμένα κείμενά της το ψευδώνυμο Παυλίνα Μπόταση.

Η μεγάλη στροφή
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήρθε η μεγάλη καλλιτεχνική μεταμόρφωση. Το 1982 παρουσίασε, σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν, το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι. Η παράσταση παίχτηκε επί δύο χρόνια και αποτέλεσε σταθμό τόσο για την ίδια όσο και για το ελληνικό θέατρο.
Ακολούθησαν η «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν, το «Πρόσωπο με πρόσωπο» του Αλεξάντρ Γκέλμαν, το «Τζόκινγκ» του Έντβαρντ Ρατζίνσκι και οι μεγάλες εμφανίσεις της στο αρχαίο δράμα.
Το 1985 ερμήνευσε τη «Μήδεια» στο Ηρώδειο, σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη, και το 1986 στην Επίδαυρο. Το καλοκαίρι του 1987 ακολούθησε η «Ηλέκτρα», σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Στούρουα.

Η Τζένη Καρέζη ως Μήδεια στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στην παράσταση που ανέβηκε το 1985 σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη.
«Γιατί η Τζένη Καρέζη στην τελευταία δεκαετία πέτυχε το ακατόρθωτο. Να στραφεί αποκλειστικά στο δύσκολο ρεπερτόριο και να βλέπει το θέατρο γεμάτο. Εκεί απογειώθηκε», έγραφε ο Τιμογιαννάκης.
«Το να γεμίζεις το θέατρο παίζοντας μια κωμωδία είναι κάτι πράγματι ευχάριστο. Το να το γεμίζεις όμως με Ίψεν, Τσέχωφ και Άλμπυ δεν είναι απλώς ευχάριστο. Είναι μεθυστικό», είχε εκμυστηρευτεί η ίδια στον κριτικό. Και όταν εκείνος τη ρώτησε πώς το εξηγούσε, απάντησε:
«Ίσως αυτό να ζητούσε τελικά το κοινό από εμένα».
Η αντίστροφη μέτρηση
Το 1989, ενώ έπαιζε στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Όλεγκ Εφρέμοφ, εμφανίστηκε το πρώτο σοβαρό χτύπημα στην υγεία της. Η παράσταση κατέβηκε περίπου έναν μήνα νωρίτερα από τον προγραμματισμό και η Καρέζη ταξίδεψε, σχεδόν μυστικά, στο Λονδίνο:
«Επιστρέφει διατηρώντας αυτό το “μυστήριο” με τη σιωπή της. Ώσπου ξαναμιλάει θεατρικά με τον ρόλο της Ιοκάστης στον “Οιδίποδα τύραννο” στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία Στούρουα.
»Η παράσταση με τα τολμηρά ευρήματα προκάλεσε αντιδράσεις έντονες στο κοινό και στις κριτικές, που τόσο την στενοχώρησαν. Τις θεωρούσε υπερβολικές αν και η ίδια είχε αντιδράσει αρνούμένη τη σκηνή όπου ο εξάγγελος κάπνιζε τσιγάρο.
»Κύκνειο άσμα η προσωπική της επιτυχία με την ερμηνεία της στο έργο “Διαμάντια και Μπλουζ”, σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου.
»Αυλαία».
Ήταν ο τελευταίος της ρόλος. Η Καρέζη αναζητούσε μια ανάπαυλα από την ασθένεια, ώστε να μπορέσει να επιστρέψει στον ρόλο. Δεν πρόλαβε.
Το τελευταίο βράδυ
Το απόγευμα της Κυριακής 26 Ιουλίου, η Μελίνα Μερκούρη επισκέφθηκε τη φίλη της στο σπίτι της:
«Διαισθανόμενη το τέλος της φίλης της, η Μελίνα είπε φεύγοντας στους λίγους που είχαν προστρέξει, από διαίσθηση και αυτοί: “Νομίζω ότι είναι πολύ άσχημα. Μπορεί να μη βγάλει το βράδυ”».
Εκείνο το τελευταίο βράδυ, η Καρέζη δεν αναγνώρισε τη Μελίνα όταν έσκυψε πάνω από το μαξιλάρι της.
«Η οικογένεια πήρε το μήνυμα και βυθίστηκε στη σιωπή. Γύρω στα μεσάνυχτα, τα μεγάλα έκπληκτα μάτια της έκλεισαν για πάντα», περιέγραφε ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ».
«Μόλις πρόλαβε να μας ενηλικιώσει»
«Η Τζένη Καρέζη μου τροφοδότησε τη μνήμη μου για να την περάσω τα επόμενα χρόνια. Είμαι γεμάτος από αναμνήσεις… Η παιδική μου ηλικία, η οικογένειά μου, οι καλλιτεχνικοί μου έρωτες ανάγονται σ’ αυτήν. Γύρω μας, πλάι μας, παντού».
Οι σκέψεις του Τιμογιαννάκη για τη μεγάλη ηθοποιό μοιάζουν να εκφράζουν τη φωνή μιας ολόκληρης γενιάς, η ωρίμανση της οποίας ταυτίστηκε χρονικά με τη δική της πορεία: από τη συντηρητική, μετεμφυλιακή Ελλάδα των πρώτων κινηματογραφικών της επιτυχιών στη δικτατορία και την αντίσταση και, από εκεί, στη Μεταπολίτευση και στην αναζήτηση μιας βαθύτερης, πιο απαιτητικής θεατρικής έκφρασης.
Η Καρέζη δεν έπαψε να εξελίσσεται. Μετακινήθηκε από τη δημοφιλή κωμωδία στο πολιτικό θέατρο και από την κινηματογραφική λάμψη στους μεγάλους δραματικούς ρόλους, χωρίς να χάσει ποτέ την επαφή της με το κοινό.
Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πρωταγωνίστριες της εποχής της, που ωρίμασε μαζί με το κοινό της και, όπως έγραφε ο Τιμογιαννάκης, μόλις πρόλαβε να το ενηλικιώσει.






