Σε μια νέα επιθετική κίνηση στην αμερικανική εμπορική πολιτική προχωρά ο Ντόναλντ Τραμπ, επιβάλλοντας νέους διψήφιους δασμούς σε δεκάδες εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Η απόφαση τίθεται σε ισχύ τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, ακριβώς τη στιγμή που λήγει η προθεσμία των προσωρινών μέτρων, τα οποία είχε υιοθετήσει μετά τη συντριπτική νομική του ήττα στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβάλουν δασμούς, ύψους 10% έως 12,5%, σε εισαγωγές από 60 χώρες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 99% των συνολικών αμερικανικών εισαγωγών. Η επίσημη αιτιολογία της Ουάσινγκτον είναι ότι οι χώρες αυτές δεν εφαρμόζουν επαρκώς τις απαγορεύσεις για προϊόντα που παράγονται με καταναγκαστική εργασία.
«Οι ΗΠΑ διατηρούν απαγόρευση εισαγωγών προϊόντων αναγκαστικής εργασίας για σχεδόν έναν αιώνα και την εφαρμόζουν αυστηρά. Είναι καιρός να πράξουν το ίδιο και οι εμπορικοί μας εταίροι», δήλωσε ο Εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ (USTR), Τζέιμισον Γκρηρ.
Το νομικό «παράθυρο» του Άρθρου 301
Οι νέοι δασμοί ενεργοποιούνται αμέσως μόλις εκπνεύσει το προσωρινό οριζόντιο μέτρο του 10%, που ίσχυε παγκοσμίως. Ο Τραμπ είχε καταφύγει σε αυτή την ενδιάμεση λύση, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τον Φεβρουάριο, τους ευρύτερους δασμούς που είχε ανακοινώσει.
Τώρα, ο αμερικανός πρόεδρος αξιοποιεί το Άρθρο 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974, το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να επιβάλλει εισαγωγικούς δασμούς και κυρώσεις σε χώρες που υιοθετούν «αδικαιολόγητες», «παράλογες» ή «διακριτικές» εμπορικές πρακτικές. Πρόκειται για το ίδιο νομικό εργαλείο που χρησιμοποίησε στην πρώτη του θητεία κατά της Κίνας, το οποίο άντεξε στις δικαστικές προσφυγές.
Παράλληλα, αναμένονται ακόμη αυστηρότερα μέτρα. Το γραφείο του USTR διεξάγει έρευνα για 16 χώρες (που καλύπτουν το 70% των αμερικανικών εισαγωγών) σχετικά με το αν η υπερπαραγωγή αγαθών συμπιέζει τεχνητά τις τιμές, πλήττοντας τις αμερικανικές επιχειρήσεις.
Από το δικαστικό «μπλόκο» στους νέους ελιγμούς
Ο Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι οι υψηλοί δασμοί θα αναζωογονήσουν την αμερικανική βιομηχανία, ανέτρεψε από πέρυσι την πολυετή πολιτική των ΗΠΑ υπέρ του ελεύθερου εμπορίου. Επικαλούμενος τον Νόμο περί Διεθνών Έκτακτων Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA) του 1977, επέβαλε διψήφιους δασμούς σχεδόν σε όλο τον πλανήτη, χαρακτηρίζοντας το εμπορικό έλλειμμα «εθνική ανάγκη».
Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο IEEPA δεν εξουσιοδοτούσε την επιβολή δασμών, εξαναγκάζοντας την κυβέρνηση να επιστρέψει χρήματα στους εισαγωγείς. Ως αμυντικό ελιγμό, ο Τραμπ επέβαλε προσωρινούς δασμούς 10%, βάσει του Άρθρου 122, το οποίο όμως έχει ανώτατο όριο διάρκειας τις 150 ημέρες, διορία που λήγει αυτή την Παρασκευή.
Από τους νέους δασμούς εξαιρούνται ορισμένα βασικά προϊόντα, όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα λιπάσματα, καθώς και τα αγαθά που καλύπτονται από τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά (USMCA).
Εξαιρέσεις και προσαρμογές
Ορισμένες χώρες κατάφεραν να μειώσουν τον συντελεστή τους ενισχύοντας τους ελέγχους για την αναγκαστική εργασία. Για παράδειγμα, ο δασμός για την Ινδία μειώθηκε αρχικά από το 12,5% στο 10%.
«Πρόσχημα για πολιτικούς λόγους» – Κύμα διεθνών αντιδράσεων
Η ανακοίνωση των μέτρων προκάλεσε άμεσες και σφοδρές αντιδράσεις, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και διεθνώς.
- ΗΠΑ (Δημοκρατικοί): Ο Ρίτσαρντ Νιλ, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής, δήλωσε: «Η δικαιολογία περί καταναγκαστικής εργασίας είναι πολύ βολική για να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Η αναγκαστική εργασία είναι υπαρκτό πρόβλημα, αλλά δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόσχημα για μια δασμολογική πολιτική, βασισμένη σε αμφίβολες νομικές θεωρίες».
- Βραζιλία: Η κυβέρνηση της χώρας, η οποία αντιμετωπίζει δασμούς 12,5%, χαρακτήρισε το μέτρο «αυθαίρετο και αδικαιολόγητο». Ανακοίνωσε ότι θα ενεργοποιήσει τον νόμο αμοιβαίας ανταπόδοσης (επιβάλλοντας αντίποινα) και θα προσφύγει στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), κατηγορώντας τις ΗΠΑ για εργαλειοποίηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
- Χιλή: Η υφυπουργός Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Πάουλα Εστέβες, υπογράμμισε ότι η χώρα διαθέτει ισχυρούς θεσμούς προστασίας της εργασίας και χαρακτήρισε το μέτρο ασύμβατο με τα πραγματικά δεδομένα.
Οικονομικό ρίσκο εν όψει ενδιάμεσων εκλογών
Στην πράξη, τους δασμούς πληρώνουν οι αμερικανικές εταιρείες που εισάγουν τα προϊόντα, οι οποίες στη συνέχεια μετακυλίουν το κόστος στους καταναλωτές. Με τους αμερικανούς πολίτες ήδη επιβαρυμένους από το υψηλό κόστος διαβίωσης, η απόφαση του Τραμπ εμπεριέχει σημαντικό πολιτικό ρίσκο, εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.
Τι λένε οι οργανώσεις δικαιωμάτων και οι αναλυτές
Παρά τον σκεπτικισμό για τα πραγματικά κίνητρα της κυβέρνησης Τραμπ, ορισμένοι αναλυτές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σημειώνουν ότι η απειλή των δασμών παράγει αποτελέσματα.
Η Μαρτίνα Βάντενμπεργκ, πρόεδρος του The Human Trafficking Legal Center, ανέφερε: «Μπορεί να είναι κανείς απόλυτα επικριτικός απέναντι στους οριζόντιους δασμούς, όμως είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχει κινητοποίηση. Χώρες ήδη σπεύδουν να υιοθετήσουν απαγορεύσεις εισαγωγών προϊόντων καταναγκαστικής εργασίας». Η ίδια, πάντως, τόνισε ότι πρέπει να δοθεί χρόνος στα κράτη, ώστε οι απαγορεύσεις να μη μείνουν «κενό γράμμα».
Από την πλευρά του Καναδά, ο υπουργός Εμπορίου Ντομινίκ Λεμπλάν σημείωσε ότι η κίνηση «δεν ήταν απρόσμενη» και ότι η χώρα του μοιράζεται τον στόχο για την πάταξη της αναγκαστικής εργασίας, επιζητώντας εποικοδομητικό διάλογο με την Ουάσινγκτον.
Ειδικοί όπως η Ιζαμπέλ Γκλίμτσερ από το Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων NYU Stern, επισημαίνουν ότι, παρά τις ατέλειες του μέτρου, παρατηρείται ήδη αλλαγή στάσης σε μεγάλες οικονομίες όπως η Ινδία, αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ετοιμάζει το δικό της αυστηρό πλαίσιο για την καταναγκαστική εργασία.
Με πληροφορίες από The New York Times, Reuters




