Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

«Βρισκόμαστε σε έναν απαραίτητο και υπαρξιακό πόλεμο με την Αμερική», δήλωσε ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου και επικεφαλής διαπραγματευτής, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ.

Έναν μήνα μετά την υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ ΗΠΑΙράν οι δύο χώρες έχουν εμπλακεί σε έναν νέο κύκλο επιθέσεων. Τι συνέβη και ο πόλεμος επέστρεψε τόσο γρήγορα; Ήταν αναπόφευκτο;

Στις 7 Ιουλίου, και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι τελετές για την κηδεία του Αλί Χαμενεΐ, το Ιράν χτύπησε τρία εμπορικά πλοία που ακολουθούσαν μία θαλάσσια διαδρομή κοντά στο Ομάν. Μέχρι το βράδυ η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι το Μνημόνιο παύει να ισχύει, ανακάλεσε την 60ήμερη απαλλαγή από τις κυρώσεις που επέτρεπε στο Ιράν να πουλάει πετρέλαιο και ξεκίνησε κύματα αεροπορικών επιδρομών ως αντίποινα.

Ο νέος πολεμικός γύρος

Το Ιράν κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι παραβίασαν τη συμφωνία κατευθύνοντας πλοία σε διαδρομές που δεν ελέγχονται από το ίδιο, ενώ ο Λευκός Οίκος ρίχνει την ευθύνη στην Τεχεράνη υποστηρίζοντας ότι, ενώ δεν επιτρεπόταν να βάλλει κατά εμπορικών πλοίων που διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ, επέλεξε να προχωρήσει σε επιθέσεις.

Έκτοτε ξεκίνησε ένας νέος πολεμικός γύρος, με τις ΗΠΑ να στοχεύουν περιοχές που επηρεάζουν τις ενεργειακές, πυρηνικές και ναυτικές υποδομές του Ιράν και εκείνο να απαντάει χτυπώντας αμερικανικές βάσεις σε χώρες της περιοχής.

Οι ΗΠΑ προχώρησαν και στον ναυτικό αποκλεισμό των Στενών, ξανά, ενώ ο Τραμπ κάποια στιγμή είχε και την ανεδαφική ιδέα να ανακοινώσει ότι οι ΗΠΑ θα παίρνουν «διόδια» 20% της αξίας του φορτίου ως αντάλλαγμα για τη διασφάλιση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας, αλλά μετά από λίγο άλλαξε γνώμη και το πήρε πίσω.

Για ακόμη μία φορά, ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι το Ιράν τον παρακαλάει να μπει σε διαπραγματεύσεις, ενώ η Τεχεράνη λέει ότι ενώ ο διπλωματικός δίαυλος παραμένει μία επιλογή, δε θα υποκύψει σε στρατιωτική πίεση. Παρά την έντονη κινητικότητα των διαμεσολαβητών, όπως το Πακιστάν και το Κατάρ, οι προσπάθειες επιστροφής στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αποβαίνουν άκαρπες.

Το σκληρό μπρα ντε φερ για τον έλεγχο των στενών του Ορμούζ

Ο πόλεμος που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο με σκοπό το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα του ιρανικού καθεστώτος έχει μετεξελιχθεί πρακτικά σε ένα «μπρα ντε φερ» για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.

Υπαρξιακή η σύγκρουση για το Ιράν

Στην πραγματικότητα διακυβεύονται πολύ περισσότερα.

Για την Τεχεράνη, όπως δηλώνουν ξεκάθαρα οι αξιωματούχοι, η σύγκρουση είναι υπαρξιακή. Η ιρανική ηγεσία είναι πεπεισμένη ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν ποτέ σκοπό να τηρήσουν το Μνημόνιο συνεργασίας σε βάθος χρόνου. Όπως υπογραμμίζει ο αναλυτής Βάλι Νασρ σε άρθρο του στους Financial Times, οι Ιρανοί θεωρούν ότι το Μνημόνιο ήταν ένα προσωρινό αμερικανικό τέχνασμα. Πιστεύουν ότι η Ουάσιγκτον χρειαζόταν χρόνο για να ηρεμήσει τις διεθνείς αγορές ενέργειας και να αναπληρώσει τα εξαντλημένα στρατηγικά της αποθέματα πετρελαίου. Η υποψία αυτή ενισχύθηκε από δηλώσεις του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος παραδέχθηκε δημόσια ότι ο Τραμπ ήθελε χρόνο για να γεμίσει τις ενεργειακές του αποθήκες.

Υπό αυτό το πρίσμα, η στρατηγική του Ιράν βασίζεται στη λογική ότι, αν ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος, είναι προτιμότερο να κλιμακωθεί τώρα. Η Τεχεράνη θεωρεί ότι έχει πλεονέκτημα αν δράσει προτού οι ΗΠΑ ανακτήσουν την πλήρη στρατιωτική και ενεργειακή τους ισχύ και προτού η παγκόσμια οικονομία συνέλθει από τα σοκ της εφοδιαστικής αλυσίδας. Για το Ιράν, κάθε ένδειξη αυτοσυγκράτησης εκλαμβάνεται ως αδυναμία που θα προσκαλέσει περισσότερη αμερικανική πίεση.

Η «κόκκινη γραμμή» του Ιράν

Κεντρικός πυλώνας αυτής της στάσης είναι τα Στενά του Ορμούζ, τα οποία αποτελούν την «απαράβατη κόκκινη γραμμή του Ιράν», όπως είπε χαρακτηριστικά και ο εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού, στρατηγός Μοχαμάντ Ακραμινιά. Ο έλεγχός τους δεν είναι απλώς ένα τακτικό πλεονέκτημα, αλλά ένα «σενάριο κυριαρχίας» που ο Αγιατολάχ Χαμενεΐ είχε προετοιμάσει εδώ και 15 χρόνια. Η απώλεια του ελέγχου των Στενών θα σήμαινε για την Τεχεράνη την απώλεια του μοναδικού ισχυρού διαπραγματευτικού της χαρτιού για το μέλλον.

Ανυποχώρητος ο Τραμπ

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται πλέον αποφασισμένος να μην υποχωρήσει, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Θα δούμε αν θα καταλήξουμε σε συμφωνία μαζί τους ή αν απλώς θα το τελειώσουμε». Στις επιλογές της Ουάσιγκτον περιλαμβάνονται πλέον χερσαίες επιχειρήσεις για την κατάληψη της νήσου Χαργκ και στρατηγικών νησιών στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και ο βομβαρδισμός του όρους Πικάξ, μιας υπόγειας πυρηνικής εγκατάστασης σε βάθος έως 145 μέτρων.

Ωστόσο, αυτή η τάση προς την κλιμάκωση συναντά σοβαρές προειδοποιήσεις από έμπειρα στελέχη. Ο πρώην υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Μαρκ Έσπερ, τονίζει ότι ο πόλεμος δεν κερδίζεται μόνο από τον αέρα και αμφισβητεί αν οι βομβαρδισμοί θα αλλάξουν τη στάση του Ιράν στα Στενά, προτείνοντας αντ’ αυτού τον οικονομικό στραγγαλισμό. Υπογραμμίζει, επίσης, το τεράστιο κόστος σε πολεμοφόδια και ετοιμότητα, εξηγώντας ότι κύρια στρατηγική ανησυχία των ΗΠΑ πρέπει να παραμείνει η Κίνα. Παράλληλα, ειδικοί επισημαίνουν ότι μια χερσαία επιχείρηση για το άνοιγμα των Στενών θα απαιτούσε την κινητοποίηση χιλιάδων στρατιωτών, αυξάνοντας δραματικά το ρίσκο της σύγκρουσης.

Οριακή η κατάσταση στην αγορά ενέργειας

Οριακή είναι η κατάσταση και στον ενεργειακό τομέα. Μέχρι πρόσφατα οι αγορές επιδείκνυαν έναν ιδιότυπο «εφησυχασμό» και δεν αντιδρούσαν αναλογικά με τις επιπτώσεις του πολέμου, κυρίως λόγω των σημαντικών ενεργειακών αποθεμάτων που υπήρχαν. Πλέον αυτό το μαξιλάρι έχει σχεδόν εξαντληθεί. Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου των ΗΠΑ έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1984 και οι ευρωπαϊκές αποθήκες είναι γεμάτες με φυσικό αέριο μόνο κατά 51% (αντί του συνηθισμένου 60%). Εάν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά, Ευρώπη και Ασία θα εμπλακούν τον χειμώνα σε έναν άγριο ανταγωνισμό για τα περιορισμένα φορτία LNG, εκτοξεύοντας το κόστος θέρμανσης και ηλεκτρισμού σε επίπεδα οικονομικού αδιεξόδου για εκατομμύρια νοικοκυριά.

Ο άσος των Χούθι

Αν το Ιράν παίξει και τον άσο των Χούθι στο μανίκι του και τους κινητοποιήσει να κλείσουν την πετρελαϊκή διαδρομή της Ερυθράς Θάλασσας στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, όπως έχει ήδη προειδοποιήσει αν οι ΗΠΑ χτυπήσουν τις ενεργειακές υποδομές του, τότε η παγκόσμια οικονομία θα υποστεί σοκ.

Και οι δύο πλευρές φαίνεται να ποντάρουν στο ότι η άλλη θα υποχωρήσει πρώτη. Η Τεχεράνη προετοιμαζόταν χρόνια γι’ αυτόν τον πόλεμο και επιδεικνύει μέχρι στιγμής μεγάλη αντοχή στον πόνο. Ο Τραμπ από την άλλη, παρότι είχε αναλυτική πληροφόρηση για το πώς θα εξελισσόταν αυτός ο πόλεμος, επέλεξε να τον ξεκινήσει χωρίς να είναι ξεκάθαρο πώς περιμένει να τελειώσει. Ο χρόνος δεν φαίνεται να είναι με το μέρος του.