Η χθεσινή κυβερνητική ρύθμιση που ήρθε να κλείσει μια δήθεν ερμηνευτική διαμάχη, η οποία ξέσπασε αμέσως μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τα κόκκινα δάνεια του νόμου Κατσέλη, αποτελεί μια όψη της επανάστασης του αυτονόητου, από εκείνες που οι πολίτες αναγκάζονται συχνά να δίνουν στη χώρα μας.
Η κυβερνητική απόπειρα να παρουσιαστεί η νομοθετική παρέμβαση ως μια οικειοθελής πολιτική κίνηση προσκρούει στην ίδια την αλήθεια. Προσκρούει όμως και στο γεγονός ότι οι αμφιβολίες για το αν η απόφαση θα εφαρμοστεί στο ακέραιο συντηρήθηκαν για διόλου ευκαταφρόνητο διάστημα στη δημόσια σφαίρα, καλλιεργώντας την αγωνία σε χιλιάδες νοικοκυριά, παρά το γεγονός ότι η κρίση του ανώτατου δικαστηρίου για τον υπολογισμό των δόσεων δεν άφηνε εξ αρχής περιθώρια για παρερμηνείες.
Άλλωστε, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις για δήθεν ερμηνευτικές ασάφειες και την επιδίωξη μιας συμβιβαστικής φόρμουλας, το δικαστήριο μίλησε καθαρά, ξεκαθαρίζοντας ότι ο εκτοκισμός γίνεται επί της μηνιαίας δόσης που όρισε το δικαστήριο και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου.
Αυτή ακριβώς η καθυστέρηση και η τελική αναδίπλωση της κυβέρνησης αφήνουν μια πικρή επίγευση, καθώς για άλλη μία φορά οι δικαστικές αποφάσεις προσεγγίζονται ανάλογα με το περιεχόμενό τους. Εντούτοις, βασικό γνώρισμα των ετυμηγοριών της Δικαιοσύνης είναι η καθολική και χωρίς αστερίσκους εφαρμογή τους, ώστε να μην χρειάζεται να δίνονται διαρκώς μάχες για την επανάσταση των αυτονόητων, οι οποίες, ακόμη κι αν κερδίζονται, εν τέλει εντείνουν την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, σε μια στιγμή μάλιστα που η αξιοπιστία τους δοκιμάζεται ήδη σκληρά.





