Τις τελευταίες ημέρες διεξάγεται ένας έντονος πολιτικός ανταγωνισμός, με το ΠαΣοΚ και την ΕΛ.ΑΣ. του Αλέξη Τσίπρα να διασταυρώνουν τα ξίφη τους γύρω από τα δωρεάν εισιτήρια των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς για τους νέους. Είναι οπωσδήποτε ελπιδοφόρο το γεγονός ότι ο προγραμματικός λόγος πέφτει πάνω σε μια γενιά που συνήθως παραμένει στο περιθώριο των προτεραιοτήτων, και την οποία είθισται το πολιτικό προσωπικό της χώρας να θυμάται παραμονές εκλογών.
Αυτή η ξαφνική κινητικότητα, ωστόσο, γεννά εύλογα ερωτήματα για το αν πίσω από τις εν λόγω προτάσεις εντοπίζεται η ανάγκη για ουσιαστική στήριξη ή μια απλή διάθεση εντυπωσιασμού απέναντι σε ένα ομολογουμένως απαιτητικό εκλογικό ακροατήριο. Η επιστροφή σε μια ρητορική εύκολων παροχών, όπου το ένα κόμμα επιχειρεί να ξεπεράσει το άλλο σε υποσχέσεις, ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου αλλά και την αξιοπιστία των προγραμματικών θέσεων των κομμάτων. Η χώρα οδηγήθηκε, άλλωστε, στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, σε μια λογική τυφλής πλειοδοσίας, την οποία πλήρωσε με πολύ βαρύ τίμημα και ασφαλώς δεν έχει την πολυτέλεια να επαναλάβει.
Πέρα, όμως, από τη δημοσιονομική διάσταση του μέτρου, μια κρίσιμη παράμετρος βρίσκεται και στην ίδια την καθημερινότητα των πολιτών, και συγκεκριμένα στην ποιότητα, την ασφάλεια και την αξιοπιστία του στόλου. Απαιτούνται δίκτυα σύγχρονα, φιλικά προς τον χρήστη, οικολογικά και βιώσιμα, που θα σέβονται τον επιβάτη και θα αναβαθμίζουν έμπρακτα το αστικό περιβάλλον. Άλλωστε, αν οι συγκοινωνίες δε λειτουργούν σωστά, αν οι υποδομές παραμένουν απαξιωμένες και αν ο πολίτης έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με ατελείωτες αναμονές στις αποβάθρες και με ένα δίκτυο σε κατάσταση ασφυξίας, τι έχει άραγε να του πει μια πρόταση για δωρεάν μετακινήσεις;




