Αν βασιζόταν κανείς αποκλειστικά στην κυβερνητική επιχειρηματολογία μετά την αρχειοθέτηση των δικογραφιών για τους επτά βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, χωρίς να ανατρέξει στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ίσως και να αναρωτιόταν αν υπήρξε ποτέ σκάνδαλο.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και, κυρίως, όχι τόσο ευνοϊκή όσο διατείνεται, σε υψηλά ντεσιμπέλ, το κυβερνητικό αφήγημα. Η σπουδή του Μεγάρου Μαξίμου να παρουσιάσει μια σοβαρή δικαστική εξέλιξη ως επικοινωνιακή νίκη μπορεί να είναι πολιτικά εξηγήσιμη, είναι όμως δύσκολα συμβατή με μια στάση στοιχειώδους σοβαρότητας, ιδίως όταν έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις εις βάρος τεσσάρων εν ενεργεία βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, του Κώστα Σκρέκα, του Χρήστου Μπουκώρου, του Μάξιμου Σενετάκη και της Κατερίνας Παπακώστα, για αδικήματα όπως η ηθική αυτουργία σε απιστία και η παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Η εξέλιξη αυτή, στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα λεπτομέρεια ούτε ως υποσημείωση σε ένα ευρύτερο κυβερνητικό success story. Η επιλογή του Πρωθυπουργού να υποβαθμίσει την υπόθεση, κάνοντας λόγο για «απλά πλημμελήματα», σαν η πολιτική ευθύνη να ενεργοποιείται αποκλειστικά και μόνο όταν υπάρχουν κακουργηματικές πράξεις, αποτυπώνει μια αντίληψη που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Το πολιτικά αυτονόητο, μπροστά σε διώξεις που αφορούν στελέχη και βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας, θα ήταν μια καθαρή τοποθέτηση για τα παθήματα που οφείλουν να γίνουν μαθήματα, ώστε τα πρώτα να μην επαναληφθούν. Ακριβέστερα, θα ήταν η εξήγηση των μέτρων που έχουν ληφθεί ή πρέπει να ληφθούν ώστε να περιοριστούν φαινόμενα κακοδιαχείρισης, τα οποία φέρουν κι αυτά ένα διόλου ευκαταφρόνητο μερίδιο ευθύνης στη σοβαρή κρίση που διέρχεται το πολιτικό σύστημα και, κατ’ επέκταση, οι θεσμοί στα μάτια της κοινής γνώμης.
Αντί αυτής της στάσης, ίσως επειδή βρισκόμαστε και στην τελική ευθεία του Μουντιάλ, προκρίθηκε το γνώριμο δόγμα ότι η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, πέρα από τα «απλά πλημμελήματα», να επιλέγει να μεταφέρει το βάρος στην αντιπολίτευση, ζητώντας επί της ουσίας τη δική της απολογία, στρέφοντας παράλληλα τα βέλη του κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και αποδίδοντάς της εμπλοκή στον «εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό», ακυρώνοντας έτσι την εμπιστοσύνη που, μέχρι πρότινος, σε διακηρυκτικό επίπεδο, έδειχνε προς τον νεοπαγή θεσμό.
Στην ίδια γραμμή άμυνας εντάχθηκε και η στάση απέναντι στους τέσσερις διωκόμενους βουλευτές, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να δηλώνει με άνεση ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος αποκλεισμού τους από τα μελλοντικά ψηφοδέλτια, επικαλούμενος το τεκμήριο της αθωότητας, τη στιγμή μάλιστα που ο αντιπρόεδρος της ΝΔ εμφανιζόταν βέβαιος για τη μελλοντική τους αθώωση. Κάθε στάση ασύμβατη με θεσμικές ευαισθησίες, λένε, και έχουν δίκιο, αφήνει πίσω της έναν χαμένο. Εν προκειμένω, χαμένο είναι το τεκμήριο της αθωότητας, μια θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου, η οποία για άλλη μια φορά έγινε βορά της συγκυρίας.





