Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Την Κυριακή 15 Μαρτίου 2026 εντοπίστηκε το πρώτο κρούσμα αφθώδους πυρετού στη Λέσβο. Σχεδόν 75 ημέρες μετά, έχουν θανατωθεί περισσότερα από 35.000 ζώα, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων έχει ταφεί σε πρόχειρους χώρους εντός των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων.

Η ταφή των νεκρών ζώων πραγματοποιείται σύμφωνα με το Σχέδιο Αντιμετώπισης Έκτακτης Ανάγκης για την Καταπολέμηση του Αφθώδους Πυρετού των Δίχηλων, που εκδόθηκε από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, το 2008. Σύμφωνα με αυτό, κατά την ταφή, θα πρέπει να μην προκαλείται βλάβη στο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, ούτε να δημιουργούνται κίνδυνοι για το νερό, τον αέρα, το έδαφος, την πανίδα και τη χλωρίδα. Δεν εξειδικεύεται όμως, πώς θα επιτυγχάνονται αυτά, ούτε ορίζονται ελάχιστες αποστάσεις από υδατορεύματα, γεωτρήσεις, ευάλωτα οικοσυστήματα, οδικό δίκτυο και οικισμούς.

Η χρήση αυτού, και μόνον αυτού, του γενικόλογου κειμένου δε βοηθά την Κτηνιατρική Υπηρεσία – εκ των πραγμάτων αναρμόδια για την προστασία του περιβάλλοντος – να φέρει εις πέρας, με επιτυχία, το έργο της ασφαλούς ταφής. Απεναντίας, καθιστά αναγκαία την ουσιαστική συνεργασία με άλλες αρμόδιες υπηρεσίες, όπως τη Διεύθυνση Υδάτων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και τις Διευθύνσεις Περιβάλλοντος της Περιφέρειας και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Όλοι μαζί, σε ένα κοινό τραπέζι, θα πρέπει να αποφασίζουν σχετικά με την καταλληλότητα των χώρων ταφής, ενώ, παράλληλα, υπάλληλοι όλων των υπηρεσιών θα πρέπει να είναι παρόντες κατά τη διάρκεια των ταφών, ώστε να πιστοποιούν ότι τηρούνται τα δέοντα.

Αντί αυτού, σήμερα αντιλαμβανόμαστε ότι οι ταφές έχουν γίνει με πρόχειρο τρόπο, σε μικρά ορύγματα, όπου στοιβάζεται μεγάλο πλήθος νεκρών ζώων, χωρίς να έχει μονωθεί ο χώρος με αδιαπέραστο στρώμα πετρώματος και κατάλληλη μεμβράνη, πρακτική που πάγια ακολουθείται παγκοσμίως, όταν θάβονται οργανικά απόβλητα στο έδαφος. Το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη στη Λέσβο μεμβράνη για τη στεγανοποίηση του πυθμένα των ταφών, ενώ ακουγόταν λογικοφανές τον Μάρτιο, έχει καταστεί πλέον ανίσχυρο.

Επιπλέον, οι ταφές των ζώων συχνά βρίσκονται σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων από γεωτρήσεις, χειμάρρους ή/και μικρές λίμνες που έχουν διαμορφωθεί στο νησί από το παρελθόν και χρησιμοποιούνται για τη συλλογή των νερών της βροχής και το πότισμα των ζώων. Δίνεται η εντύπωση πως, πριν πραγματοποιηθούν οι ταφές, δεν ελήφθη υπόψη το ηλεκτρονικά διαθέσιμο Μητρώο Σημείων Υδροληψίας, που δείχνει πού βρίσκονται οι δημόσιες και οι ιδιωτικές γεωτρήσεις, ούτε συντονίστηκαν επαρκώς οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες από την Περιφέρεια και το Κράτος.

Αναρωτιέται κάνεις, αν οι χώροι ταφής έχουν γνωστοποιηθεί σήμερα σε όλες τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και αν έχει αναπτυχθεί κάποιο σχέδιο για τη μελλοντική παρακολούθηση των περιοχών που γειτνιάζουν με αυτούς, ως προς χημικούς και μικροβιολογικούς ρύπους.

Με αυτά τα δεδομένα και προσθέτοντας την οικονομική καταστροφή αλλά και την ψυχολογική επιβάρυνση που έχουν υποστεί οι κτηνοτρόφοι του νησιού – άνθρωποι στενά συνδεδεμένοι με τη λεσβιακή γη από γενιά σε γενιά – αναπτύσσεται συνεχώς ένα κλίμα καχυποψίας απέναντι στο κράτος και ένα αίσθημα απογοήτευσης ως προς τις υπηρεσίες που παρέχει.
Η καχυποψία αυτή αφορά και την πρακτική που υιοθετήθηκε, μόλις τις τελευταίες ημέρες: τη μεταφορά των νεκρών ζώων για ταφή στον ΧΥΤΑ Λέσβου. Σα να μην αποκτήθηκε καμία εμπειρία, το προηγούμενο διάστημα και εκεί η ταφή αποφασίστηκε με fast track διαδικασία, χωρίς να προηγηθούν υδρολογικές, γεωτεχνικές και περιβαλλοντικές μελέτες, ενώ πραγματοποιείται χωρίς μόνωση, με πλημμελή χωματοκάλυψη και απουσία υπαλλήλων από όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Παρά το γεγονός ότι έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος, υπάρχουν ενέργειες που πρέπει να πραγματοποιηθούν άμεσα, για να αξιολογηθεί ο βαθμός της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και να προληφθούν τα χειρότερα. Αρκεί να υπάρχουν ευήκοα ώτα από τις Αρχές και διάθεση για διαφάνεια και ανάληψη ευθύνης.

*Ο Νάσος Στασινάκης είναι Καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου