Σαν σήμερα, στις 14 Μαρτίου 1939, γεννήθηκε ο Σταύρος Ξαρχάκος, ένας από τους σημαντικότερους έλληνες συνθέτες της σύγχρονης ελληνικής μουσικής.
Τα τραγούδια του ξεχώρισαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 για τη μουσική τους ποιότητα και τη βαθιά λαϊκή ευαισθησία, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.
Μέσα από συνεργασίες με κορυφαίους στιχουργούς και ερμηνευτές της εποχής διαμόρφωσε ένα προσωπικό ύφος που συνδύαζε τη λαϊκή παράδοση με λόγια ενορχήστρωση.
Η μουσική του για την ταινία «Τα Κόκκινα Φανάρια» τον καθιέρωσε στο ευρύ κοινό, ενώ ακολούθησαν σημαντικές δουλειές στον κινηματογράφο και στο θέατρο.
Μία από τις κορυφαίες στιγμές της καλλιτεχνικής του διαδρομής θεωρείται η μουσική που συνέθεσε για την ταινία «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη το 1983. Με το έργο αυτό ο Ξαρχάκος δεν περιορίστηκε στην απλή αναπαραγωγή του ρεμπέτικου ύφους. Το επαναπροσδιόρισε αισθητικά, συνδέοντας τη λαϊκή παράδοση με μια πιο λόγια σύνθεση, επηρεάζοντας ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται το ρεμπέτικο στη σύγχρονη Ελλάδα.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος στράφηκε από νωρίς και στη συμφωνική μουσική, τη μουσική δωματίου και τη διεύθυνση ορχήστρας, έχοντας σπουδάσει και εργαστεί στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη.
Παράλληλα με τη μουσική του πορεία, δραστηριοποιήθηκε και στον χώρο της πολιτικής ως βουλευτής, ευρωβουλευτής και δημοτικός σύμβουλος Αθηναίων.
Τα τελευταία χρόνια συνεχίζει να παρουσιάζει το έργο του σε μεγάλες συναυλίες και συμφωνικές εκτελέσεις, συχνά διευθύνοντας ο ίδιος τις ορχήστρες.
Στιγμιότυπο από τη συναυλία της 13ης Σεπτεμβρίου 2024 στο Ηρώδειο, όπου παρουσιάστηκε ξανά το «Ρεμπέτικο» 40+1 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του έργου.
Με αφορμή την επέτειο της γέννησής του, επιστρέφουμε σε δύο σπάνιες συνεντεύξεις που είχε παραχωρήσει στο «ΒΗΜΑ» και στο ΒΗmagazino. Η πρώτη, το 2012, με αφορμή την αναβίωση της παράστασης «Αμάν Αμήν» αναδεικνύει τη βαθιά του σχέση με το ρεμπέτικο και τη λαϊκή παράδοση. Η δεύτερη, του 2017, με αφορμή τον κύκλο τραγουδιών «7 Ελεγείες και Σάτιρες», φωτίζει μια πιο εσωτερική και εξομολογητική πλευρά του Ξαρχάκου.
Τα παιδικά χρόνια
Η συνέντευξη του 2017 στο ΒΗmagazino και τον Γιώργο Νάστο αποκαλύπτει έναν δημιουργό που επιστρέφει συχνά στις ρίζες του, ανακαλώντας τις εμπειρίες που διαμόρφωσαν την καλλιτεχνική του ταυτότητα. Ο ίδιος μιλά για τα παιδικά του χρόνια στα Εξάρχεια και για το ιδιαίτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε.
«Εχω γεννηθεί στα Εξάρχεια, οι γονείς μου το ίδιο, και το πανεπιστήμιο των Εξαρχείων είναι μεγάλη ιστορία. Το ντεκόρ έχει αλλάξει, αλλά παραμένει στο DNA αυτής της γειτονιάς η επαναστατική ατμόσφαιρα που γνώρισα όταν ήμουν παιδί και έπαιζα βόλους στους χωματόδρομους […] Ως παιδί τα δώρα που έπαιρνα ήταν βιβλία. Διάβασα πολύ Ιούλιο Βερν, Πηνελόπη Δέλτα, “Μικρό Ηρωα”, “Κλασσικά Εικονογραφημένα”. Αυτά πλάθουν τον χαρακτήρα σου. Και βέβαια, τα παραμύθια της γιαγιάς, που δεν είναι αυτά το θέμα, αλλά οι απορίες σου και ο τρόπος με τον οποίο στις έλυνε η γιαγιά. Αν είχες, βέβαια, μια γιαγιά λίγο προχωρημένη».
Οι πρώτες μουσικές εμπειρίες
Οι πρώτες μουσικές επιρροές του ήταν εξίσου καθοριστικές. Από τη μία, η οικογενειακή παράδοση με τις καντάδες και την όπερα· από την άλλη, οι λαϊκοί ήχοι της γειτονιάς:
«Η άλλη γιαγιά μου είχε καταγωγή από τη Ζάκυνθο, έπαιζε καταπληκτική κιθάρα και είχε και πάρα πολύ ωραία φωνή. Ξημεροβραδιαζόμασταν ακούγοντας άριες από όπερες και καντάδες. Φυσικά είχα μάθει όλες τις όπερες απέξω γιατί τραγουδούσαμε ντουέτο με τη γιαγιά. Μεγάλωσα σε τέτοιες ηχητικές συνθήκες. Θα πρέπει να αναφέρω επίσης την ταβέρνα “Το Μαρκόπουλο” που είχαμε απέναντι, όπου μαζευόντουσαν όλοι οι Παναθηναϊκοί, διότι ήταν φωλιά η περιοχή. Από εκεί περνούσαν ο Καρπόζηλος που ήταν παλαιστής, ο Χαρισιάδης, ο Ζηργάνος που είχε περάσει κολυμπώντας τότε το στενό της Μάγχης, Ντόβερ – Καλαί. Είχανε στην ταβέρνα ένα μπουζούκι, ένα ακορντεόν και μια κιθάρα και άκουγα εκεί λαϊκά και ρεμπέτικα. Το ραδιόφωνο έπαιζε τα μιξοευρωπαϊκά της εποχής. Ολα αυτά με ωφέλησαν πάρα πολύ».
Από την Μπουλανζέ στο Τζούλιαρντ
Η ανάγκη να διευρύνει τη μουσική του παιδεία τον οδήγησε αργότερα στο εξωτερικό, παρότι ήδη γνώριζε επαγγελματική επιτυχία στην Ελλάδα. Ο ίδιος έλεγε για τη φημισμένη σχολή της Νάντια Μπουλανζέ στη Γαλλία:
«Την πρόλαβα την Μπουλανζέ […] Ενα πράγμα που μου δίδαξε είναι η συλλογικότητα. Ενα άλλο, το πώς η μουσική μπορεί να σου διαμορφώσει χαρακτήρα […] Η διδασκαλία της δεν ήταν ξερή όπως στα ωδεία εδώ. Περιείχε φιλοσοφία, ιστορία, ποίηση, αστρολογία. Ηταν σπουδαία περίπτωση αυτή η γυναίκα».
Για την Αμερική και τη γνωριμία του με τον Μπερνστάιν θυμόταν:
«Ο Μπερνστάιν μού είπε “έχω πρόβες στη Βιέννη για την όπερα ‘Φιντέλιο’ του Μπετόβεν, έλα να μείνεις στο Ζάχερ, το πιο διάσημο ξενοδοχείο της πόλης, και θα τα πούμε κάποια στιγμή”. Δεν είχα φυσικά χρήματα για να μείνω σε τόσο πολυτελές κατάλυμα. Μου βρήκαν τελικά ένα δωματιάκι, εκεί που κάθονταν οι ιπποκόμοι […] Πήγα, παρακολούθησα τις πρόβες και μετά καθίσαμε και μιλήσαμε, μου διέθεσε ένα ολόκληρο πρωινό και μου έδωσε στο τέλος μια συστατική επιστολή λέγοντάς μου ότι μόνο ένας κάνει για εμένα. Oντως πήγα στο Τζούλιαρντ, όπως μου είπε, και βρήκα τον Ντέιβιντ Ντάιαμοντ […] Τον Μπερνστάιν συνέχισα να τον βλέπω. Πήγαινα στο Ντακότα (σ.σ.: το νεοϋορκέζικο συγκρότημα κατοικιών Dakota Apartments), εκεί που έμενε ο Λένον με την Ονο, και κάναμε ανάλυση παρτιτούρας».
Οι συναντήσεις με τους μεγάλους δημιουργούς
Για τη συναναστροφή του με μεγάλες προσωπικότητες της ελληνικής μουσικής, όπως τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Νίκο Γκάτσο, ο Σταύρος Ξαρχάκος έλεγε:
«Δεν υπάρχει καμία υπερβολή ή μυθολογία. Πρέπει βέβαια να πω ότι ήταν ένα κλειστό σύστημα, μασονικό, με την έννοια του αποκλεισμού φυσικά. Δεν έμπαινες στου “Φλόκα” εύκολα, κι ας ισχυρίζονται πολλοί ότι ήταν συνεχώς εκεί. Δεν σε δεχόταν εύκολα αυτή η παρέα. Μάθαινες όμως δίπλα τους τόσα πράγματα, από τον Γκάτσο ειδικά, διότι από τον Γκάτσο μάθαινε και ο Χατζιδάκις. Αυτός ήταν ο μέντορας της ιστορίας».

Ο Σταύρος Ξαρχάκος μαζί με τους Μίκη Θεοδωράκη και Μάνο Χατζιδάκι
Τέχνη και ιδεολογία
Η θεματική πολλών τραγουδιών του, αναδεικνύει τα βιώματα και τις δυσκολίες της λαϊκής τάξης, αποτυπώνοντας μια έντονη κοινωνική και ταξική ευαισθησία. Για τις ιδεολογικές του καταβολές ο ίδιος ανέφερε:
«Kατ’ αρχάς, ιδεολογικά είμαι Πανεξαρχειακός […] Το σπίτι μου όλο ήταν Κεντρώο. Εγώ ήμουν της γενιάς 1-1-4 , έχω φάει κι έχω ρίξει ξύλο, και με ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα στη συνέχεια. Δεν πολυπιστεύω, για να είμαι ειλικρινής, σε όλους αυτούς τους σεισμούς των ιδεολογιών. Γνώρισα ανθρώπους που κατείχαν τα κιτάπια και ξαφνικά έκαναν μετάσταση, διότι οι χειρότερες μεταστάσεις δεν είναι του καρκίνου, είναι εκείνες που εμφανίζονται στην πολιτική».

Η εξουσία ως «μια επικίνδυνη ουτοπία»
«Περί ουτοπίας πρόκειται. Και είναι επικίνδυνη διότι, αν πέσει σε λάθος χέρια, μια ολόκληρη χώρα μπορεί να ερημώσει, για γίνει μία κατά Ελιοτ ανύπαρκτη πολιτεία».
Στη συνέντευξη μιλάει επίσης, για την εμπειρία του από την ενασχόληση με την πολιτική:
«Με αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορείς να βγάλεις συμπεράσματα. Είναι τόσο τρομακτικά και εγκληματικά τα ψέματα που πουλάνε, και δεν αναφέρομαι στους δικούς μας μόνο. Ολοι ευαγγελίζονται το συμφέρον του λαού και το καλό της πατρίδας, όμως τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει […] Αν ήθελαν το καλό, θα έπρεπε να ξεκινάνε από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση».
Το ρεμπέτικο
Πέντε χρόνια νωρίτερα, σε συνέντευξή του στο «ΒΗΜΑ» και τον Μάκη Προβατά με αφορμή την επαναφορά της παράστασης «Αμάν Αμήν», η συζήτηση στρεφόταν περισσότερο στη σχέση της μουσικής με την κοινωνία και την εποχή.
«Τα δικά μου όπλα είναι η τέχνη μου. Αυτή είναι οι δικές μου μολότοφ και τα τανκς μου και μέσα από αυτές μπορώ να εκφραστώ».

Η ανατολίτικη προέλευση των λέξεων «Αμάν» και «Αμήν» δημιουργούσε έναν συνειρμό στην Ελλάδα του 2012, για τις σχέσεις Ελλήνων και Ευρωπαίων:
«Δεν ανήκουμε στη Δύση. Απλά η Δύση μάς χρωστάει. Μας χρωστάει πάρα πολλά, σχεδόν τα πάντα […] Τώρα η Δύση του άγριου πολιτισμού που είχε να δώσει τόσο πολλά (μέσα από την αρχαιοελληνική της κληρονομιά, τη δική της αναγέννηση και τον δικό της διαφωτισμό), μένει βουβή μπροστά στον συντελούμενο αντιανθρωπισμό της που είναι γεμάτος μαύρη απόγνωση και ανελευθερία χωρίς να φαίνεται πουθενά ο δρόμος της σωτηρίας».
Η διαχρονικότητα του ρεμπέτικου
«Το ρεμπέτικο ως μορφή τέχνης είναι τρόπος ζωής, και γι’ αυτό έχει αυτή τη διαχρονικότητα. Η ζωή κάνει κύκλους, οπότε είναι λογικό να βρίσκει κάθε τόσο μπροστά της το ρεμπέτικο ως τρόπο ζωής […] Τα ρεμπέτικα είναι τραγούδια της ζωής των βασανισμένων από τον απάνθρωπο δυτικό μας πολιτισμό. Γι’ αυτό και εγώ τα ονομάζω “άγια τραγούδια” […] Είναι τραγούδια που έχουν όραμα για μια καλύτερη ζωή και μια αιώνια νοσταλγία της ομορφιάς […] είναι τραγούδια που περιφρονούν τον τρόμο και προκαλούν τη μοίρα. Και όπως λέω και στο σημείωμά μου για την παράσταση, έχουν και μια ατάραχη αντιμαχία με τον θάνατο. Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια του πάθους, του έρωτα, του αρώματος για ανθρώπινη και θεία δικαιοσύνη. Είναι και τα τραγούδια της αιώνιας αμφισβήτησης ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας».







