Ο Σάκης Ρουβάς είναι ο πιο δυνατός κρίκος ανάμεσα στη νύχτα και στο θέατρο. Ενωσε τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Δημήτρη Λιγνάδη με τον Γιάννη Παπαθεοχάρη, τον γνωστό επιχειρηματία του Diogenis Palace της λεωφόρου Συγγρού και του Πάνθεον (πρώην Arena) της οδού Πειραιώς: εκεί που από εφέτος ξεκινά τη λειτουργία της μια σκηνή 1.000 τ.μ. Από κάτω μια πλατεία περιμένει να υποδεχθεί 1.600 θεατές. Αυτά συμβαίνουν όταν ένα νυχτερινό κέντρο μετατρέπεται σε θέατρο και ετοιμάζεται να φιλοξενήσει παραστάσεις, μιούζικαλ και ροκ όπερα. Νέα σελίδα; Θα φανεί…
Οι καινούργιοι θεατρικοί παραγωγοί δεν προέρχονται αμιγώς από τον χώρο της τέχνης. Εχουν διαφορετική αφετηρία, ενώ κατάγονται από την τηλεόραση, τον κινηματογράφο ή τη μουσική. Δεν ξέρουν τη μυρωδιά που βγάζει το ξύλινο σανίδι της σκηνής. Τώρα που οι παλιοί θεατρώνες δεν υπάρχουν πια –έφυγαν και οι τελευταίοι, Γιώργος Λεμπέσης, Βαγγέλης Λειβαδάς –το τοπίο άλλαξε. Μια νέα φυλή ανατέλλει.
Φίλος και συνεργάτης του Λιγνάδη, ο Ρουβάς είναι εκείνος που το καλοκαίρι του 2013 υποδύθηκε τον Διόνυσο στις «Βάκχες» ενώ εφέτος θα υποδυθεί τον Ηρακλή στην παράσταση για παιδιά και οικογένειες που θα ανέβει στο Πάνθεον και πραγματεύεται τους Αθλους του… Μόνο που τώρα τη σκηνοθεσία υπογράφει εις εκ των δύο υιών Παπαθεοχάρη, ο Απόλλων Παπαθεοχάρης –ο έτερος, Διογένης Παπαθεοχάρης, παραμένει υπεύθυνος για τα οικονομικά και χειρίζεται τα νυχτερινά κέντρα, μαζί με τον πατέρα του.
Η οικογένεια Παπαθεοχάρη αποτελεί την τελευταία άφιξη, αν και στο όλο εγχείρημα την καλλιτεχνική επιμέλεια διατηρεί ένας καλλιτέχνης του θεάτρου, ο Δημήτρης Λιγνάδης. Ωστόσο το Πάνθεον έχει άλλη νοοτροπία και προτείνει μια νέα προσέγγιση, που έχει τις ρίζες της στη μαζική διασκέδαση. Ο ιδρυτής του ομώνυμου ομίλου, ο Γιάννης Παπαθεοχάρης που εδώ και τέσσερις δεκαετίες κινείται στην ελληνική αγορά, έχει στρέψει τις επιχειρήσεις του ακριβώς σε αυτό: στη διασκέδαση και στον τουρισμό. Και δεν κρύβει την έννοια του για το νέο αυτό ξεκίνημα. Ισως γιατί δεν ξέρει τη δουλειά. Από τον Αντώνη Ρέμο στον Συρανό ντε Μπερζεράκ η απόσταση είναι μεγάλη.
Παλαιότερος από τους «καινούργιους» είναι ο Τάσος Παπανδρέου που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 μεσουρανούσε στο… σανίδι. Συνεργάτης (τότε) τόσο ο ίδιος όσο και ο γιος του με τον Διονύση Παναγιωτάκη στην τηλεόραση κυρίως, αλλά και στο θέατρο, έγινε στη συνέχεια κουμπάρος του, μια που τον πάντρεψε με την Ελένη Κούρκουλα.
Ανήκε στην ομάδα της Γενικής Θεαμάτων που όταν διαλύθηκε μετονομάστηκε σε Ελληνική Θεαμάτων. Τότε ήταν που αποχώρησε, για λίγο όπως αποδείχθηκε, μια που επέστρεψε το περασμένο καλοκαίρι για να αναλάβει τρία τουλάχιστον θέατρα της νεότευκτης εταιρείας Αθηναϊκά Θέατρα των Παναγιωτάκη – Κούρκουλα. Πρόκειται για τα Αποθήκη, Πειραιώς 131 και Κιβωτός. Ηταν ιδιοκτήτης του Αμόρε (το αγόρασε ενώ είχε ήδη εγκατασταθεί εκεί ο Γιάννης Χουβαρδάς) και προσπάθησε, στα δύσκολα, να στηρίξει το Θέατρο Τέχνης…
Με το Αλίκη, το Παλλάς και το Μικρό Παλλάς ως ναυαρχίδα, το θεατρικό ζευγάρι Παναγιωτάκη – Κούρκουλα ανέλαβε και την ευθύνη των θεάτρων Εμπορικόν (Ψυρρή) και Λαμπέτη (λεωφ. Αλεξάνδρας), ίσως γιατί η τρέχουσα σεζόν και για τα δύο ξεκινά με γερές επαναλήψεις. Συμπαραγωγός του Παπανδρέου (όπως προαναφέρθηκε) τα προηγούμενα χρόνια, ο κ. Παναγιωτάκης«βγήκε μπροστά» μαζί με την κυρία Κούρκουλα και διεκδίκησε γερό μερτικό στη θεατρική αθηναϊκή πίτα ιδρύοντας τα Αθηναϊκά Θέατρα. Από την πρόσφατη παρουσίαση του προγράμματος του Παλλάς φάνηκε ότι εκείνος προτιμά να βρίσκεται πίσω από τη γυναίκα του, αναγνωρίζοντάς της προφανώς τη γνώση του αντικειμένου και την πολυετή εμπειρία της στο θέατρο.
Ο 34χρονος Φάνης Κιρκινέζος μπήκε στον χώρο προ τριετίας και δεν πέρασε απαρατήρητος. Και έτσι παραμένει: Ξεκίνησε με το Ακροπόλ και τις μεγάλες παραγωγές, για να γίνει ακόμη και συμπαραγωγός του ΚΘΒΕ (επί Σωτήρη Χατζάκη). Προσπάθησε να ξανοιχτεί σε περισσότερες σκηνές (εφέτος διαχειρίζεται και το «Κατερίνα Βασιλάκου»), με αντιφατικά αποτελέσματα τόσο για το ταμείο του όσο και για την καλλιτεχνική του παραγωγή.
Ο «περιπλανώμενος» και τα «Κόκκινα φανάρια»
Αν και το επί της οδού Αμερικής «Δημήτρης Χορν» παραμένει υπό τις φτερούγες των Αθηναϊκών Θέατρων –ανήκε κι αυτό στη μεγάλη παρέα της ΕΛΘΕΑ -, τελεί πάντα υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σταμάτη Φασουλή. Επιχειρηματικά όμως εφέτος το διαχειρίζεται ο 44χρονος Γιώργος Λυκιαρδόπουλος (φωτογραφία). Ο τελευταίος αποτελεί μια ακόμα εκδοχή του σημερινού έλληνα θεατρικού επιχειρηματία. Είναι «περιπλανώμενος» καθώς έχοντας ως βάση το θέατρο Θησείο, στου Ψυρρή, κάνει παραγωγές ή συμπαραγωγές και σε άλλες σκηνές όπως το Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας, το Ιδρυμα Κακογιάννη, το Πορεία, ενώ έχει αναλάβει εκτελεστικό ρόλο στην παραγωγή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά «Κόκκινα φανάρια».
Αν και το επί της οδού Αμερικής «Δημήτρης Χορν» παραμένει υπό τις φτερούγες των Αθηναϊκών Θέατρων –ανήκε κι αυτό στη μεγάλη παρέα της ΕΛΘΕΑ -, τελεί πάντα υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σταμάτη Φασουλή. Επιχειρηματικά όμως εφέτος το διαχειρίζεται ο 44χρονος Γιώργος Λυκιαρδόπουλος (φωτογραφία). Ο τελευταίος αποτελεί μια ακόμα εκδοχή του σημερινού έλληνα θεατρικού επιχειρηματία. Είναι «περιπλανώμενος» καθώς έχοντας ως βάση το θέατρο Θησείο, στου Ψυρρή, κάνει παραγωγές ή συμπαραγωγές και σε άλλες σκηνές όπως το Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας, το Ιδρυμα Κακογιάννη, το Πορεία, ενώ έχει αναλάβει εκτελεστικό ρόλο στην παραγωγή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά «Κόκκινα φανάρια». Ο Λυκιαρδόπουλος μπήκε στον θεατρικό χώρο το 2006 και με την εταιρεία παραγωγής Λυκόφως ανέβασε το «Festen» στο Θησείον –προηγουμένως είχε συνεργαστεί με εταιρείες διανομής. Στη συνέχεια μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη πήραν το θέατρο Χώρα («Ο Δον Ζουάν στο Σόχο») και ίδρυσαν την εταιρεία παραγωγής Koyot. Τα πράγματα δεν πήγαν όπως περίμεναν και έτσι συνεχίζει μόνος του.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



