Η επιστροφή στη γενέθλια γη

Ο Χρήστος ∆ήµας είναι παιδί της Ελευσίνας της δεκαετίας του 1970. Η γενέθλια πόλη και η συγκεκριµένη δεκαετία τον σηµάδεψαν, τον ακολουθούν ακόµη και σήµερα, παρ’ ότι ο ∆ήµας µένει πλέον στην Αθήνα. Οµως εκεί µεγάλωσε, ωρίµασε και αγάπησε για πρώτη φορά το σινεµά. Ακόµη θυµάται τότε που είδε τον (ιαπωνικό) «Γκοτζίλα», στο Σινέ Αύρα της πόλης, «όπου η οσµή από το χαλίκι και τον πασατέµπο µπερδεύονταν µε τις εικόνες».

Σήµερα, όποτε του δίνεται η ευκαιρία, ο ∆ήµας επιστρέφει στην Ελευσίνα. Πολλοί φόνοι σε επεισόδια της «∆έκατης εντολής», την οποία έχει σκηνοθετήσει, έχουν σκηνικό χώρο την ιδιαίτερη πατρίδα του. «Μου αρέσει να επιστρέφω και να ξεναγώ κόσµο στους γενέθλιους τόπους µου» λέει. Και βέβαια, ένας ιδιαίτερος και πολύ προσωπικός φόρος τιµής στη γενέτειρά του ήταν η πρώτη µεγάλου µήκους κινηµατογραφική ταινία του, οι «Ακροβάτες του κήπου».

Είναι γεγονός ότι η ταινία παρεξηγήθηκε στην εποχή της. Ισως να επανεκτιµηθεί αργότερα, του λέω. «Εχουν δίκιο όσοι την παρεξήγησαν» απαντά αµέσως εκείνος. «Η ταινία ήταν ένα στοίχηµα και δεν το κέρδισα. Στο σινεµά πρέπει να ξέρεις ακριβώς τι θέλεις να πεις». Ο ∆ήµας ξέρει τι θα πει αυτοκριτική. Ανήκει στους καλλιτέχνες που δεν γκρινιάζουν ρίχνοντας το φταίξιµο για µια αποτυχία πάντα στους άλλους.

Η Ελευσίνα κάνει αµυδρά την εµφάνισή της και στο «Poker Face», την τρίτη µεγάλου µήκους ταινία του ∆ήµα, η οποία γυρίστηκε τρία χρόνια µετά τη «Nήσο», που ανήκει στις µεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού κινηµατογράφου την περίοδο των τελευταίων πέντε χρόνων. Στην ταινία η Εύη Σαουλίδου και ο Αλκης Κούρκουλος συµµετέχουν σε ένα παιχνίδι έρωτα και χαρτοπαιξίας, πλαισιωµένοι από περίεργες φάτσες: Αντώνης Καφετζόπουλος, ∆ηµήτρης Πιατάς, Γιάννης Μποσταντζόγλου και άλλοι.

«To “Poker Face” είναι µια ταινία από αυτές που θα µπορούσα να κατατάξω στο είδος της ερωτικής κοµεντί – ένα είδος που δεν συναντάµε συχνά τα τελευταία 25 χρόνια στον ελληνικό κινηµατογράφο. Είναι ένα είδος σινεµά το οποίο αφήσαµε πίσω, νοµίζω, µε κάποια ενοχή, από τον καιρό της Αλίκης Βουγιουκλάκη, της Ζωής Λάσκαρη και της Τζένης Καρέζη, από τα χρόνια του Φίνου, ακριβώς επειδή έχω την αίσθηση ότι αρχίσαµε να φοβόµαστε να διηγηθούµε στρωτές ιστορίες µε αυτό που λέµε αρχή, µέση, τέλος».

Κάποια στιγµή ο ∆ήµας θυµάται την εποχή που έπαιζε µπάσκετ ώσπου το εγκατέλειψε όταν διαπίστωσε ότι το ίδιο το µπάσκετ τον εγκατέλειπε πρώτο. «Οταν κατάλαβα ότι, όσο και να προσπαθούσα, Γκάλης δεν θα γινόµουν µε τίποτε, αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να το αφήσω» λέει. «Αν θέλουµε να πετύχουµε, πρέπει να βάζουµε τον πήχη πολύ ψηλά. Ειδάλλως γινόµαστε µετριότητες… Στο µπάσκετ ο πήχης µου ήταν ο Γκάλης, στο άλµα εις ύψος ο Σοτοµαγιόρ. ∆εν θα µπορούσα να γίνω ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αρα, έπρεπε να αφήσω πίσω µου τον αθλητισµό».

Τον άφησε, λοιπόν, και αποφάσισε να ασχοληθεί µε τον κινηµατογράφο. «Για να γίνεις ένας νέος Γιώργος Τζαβέλλας;» τον ρωτώ για το πρότυπό του. «Μακάρι να µπορούσα να γίνω Τζαβέλλας» απαντά εκείνος, µε ένα χαµόγελο µελαγχολίας κάτω από το «µεξικάνικο» µουστάκι του. «Αυτός και ο Βασίλης Γεωργιάδης ήταν για µένα δύο µεγάλοι µάστορες του ελληνικού σινεµά. Και ο ∆αλιανίδης βεβαίως. Ο οποίος έκανε πολλές ταινίες και έφερε πολλά µοντέρνα πράγµατα. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι έφυγαν και δεν θα αντικατασταθούν ποτέ».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk