Μπάρκαρε από την Ουγγαρία για την Αµερική το 1864, στα 17 του. Είχε 75 σεντς στην τσέπη. Δεν µιλούσε ούτε λέξη αγγλικά. Οµως τα κατάφερε τόσο καλά στη χώρα της µεγάλης ευκαιρίας, που ακόµη και τώρα, ακριβώς 100 χρόνια µετά τον θάνατό του – πέθανε σαν σήµερα, στις 29 Οκτωβρίου 1911 –, το πιο διάσηµο βραβείο δηµοσιογραφίας φέρει το όνοµά του. Ο Τζόζεφ Πούλιτζερ, εκδότης, πολιτικός και µεγιστάνας του Τύπου στα τέλη του 19ου αιώνα, εφηύρε τις τεχνικές της «νέας δηµοσιογραφίας» και τις εφάρµοσε στην εφηµερίδα του, τον «New York World».

Σταυροφορία του Πούλιτζερ ήταν ο αγώνας εναντίον των µεγάλων επιχειρήσεων και της διαφθοράς. Τελικά ο σκληρός ανταγωνισµός µε τις εφηµερίδες του αντίπαλου µεγιστάνα Γουίλιαµ Ράντολφ Χιρστ, εκδότη της «New York Journal», οδήγησε (και τους δύο) στον «κίτρινο» Τύπο, σε εφηµερίδες µε τεράστιες κυκλοφορίες που προσέφεραν για πρώτη φορά στον αναγνώστη πολλές µορφές ειδήσεων και ψυχαγωγίας, ενίοτε εις βάρος της ποιότητας στην ενηµέρωση. Σήµερα η αµφισβήτηση στο πρόσωπό του απασχολεί κυρίως τους ιστορικούς. Ο κόσµος τον θυµάται λόγω του εγκυρότατου βραβείου Πούλιτζερ, που θεσπίστηκε µετά τον θάνατό του, το 1917, όπως ήταν η επιθυµία του. Απονέµεται σε δηµοσιογράφους, συγγραφείς, φωτορεπόρτερ αλλά και µουσικοσυνθέτες, αποκλειστικά αµερικανούς υπηκόους.

«Δεν υπάρχει έγκληµα, εξαπάτηση, κόλπο, βίτσιο που να µην επιβιώνει µε τη µυστικοπάθεια και τη συγκάλυψη. Δηµοσιογράφοι, βγάλτε τα όλα στο φως! Περιγράψτε τα, επιτεθείτε τους, γελοιοποιήστε τα στον Τύπο και αργά ή γρήγορα η κοινή γνώµη θα τα εξαλείψει. Η δηµοσίευση ίσως να µην είναι το µόνο πράγµα που χρειάζεται να γίνει, αλλά χωρίς αυτή όλα τα άλλα µέσα θα αποτύχουν…».

Τάδε έφη Πούλιτζερ, ο εβραίος µετανάστης που έχτισε, µε την ιδιοφυΐα του, µια αυτοκρατορία στον αµερικανικό Τύπο. Στη δεκαετία του 1880 είχε ήδη δύο µεγάλες εφηµερίδες, τον «New York World» και τη «St. Louis Post Dispatch», και ήταν προβεβληµένο στέλεχος του ∆ηµοκρατικού Κόµµατος. Είχε γίνει τόσο γνωστός και ισχυρός που οι αντίπαλοί του τον έτρεµαν και συχνά τον συκοφαντούσαν µε χυδαία αντισηµιτικά προσωνύµια.

Ηταν «βίος και πολιτεία»: κατετάγη ένα φεγγάρι στον στρατό, πολέµησε στον αµερικανικό εµφύλιο µε το µέρος της Ενωσης, σπούδασε νοµικά, πολιτεύθηκε, αλλά οι ιδέες του για τη δηµοσιογραφία δεν άλλαξαν και πολύ µε τα χρόνια. Κάποιος τον ρώτησε σε µια σύσκεψη γιατί µιλάει πάντα µε τόσο καλά λόγια για τους ρεπόρτερ και µε τόση αυστηρότητα για τους διευθυντές των φύλλων του. «Υποθέτω επειδή κάθε ρεπόρτερ είναι µια ελπίδα, ενώ κάθε διευθυντής µια απογοήτευση…». Η φράση του έγινε ένα από τα πιο διάσηµα αποφθέγµατα στο επάγγελµα.

Πέθανε στο γιοτ του, ονόµατι «Ελευθερία», στο λιµάνι του Τσάρλεστον, στη Νότια Καρολίνα. Οι τελευταίες λέξεις βγήκαν από το στόµα του την ώρα που ο γερµανός γραµµατέας του τού διάβαζε κάτι για τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο τον 11ο. Προς το τέλος της αφήγησης ο 64χρονος Πούλιτζερ κούνησε το κεφάλι και είπε στα γερµανικά: «Leise, ganz leize…» («Ηρεµα, αρκετά ήρεµα…»).

Η παρακαταθήκη του; Εφερε την επανάσταση στον αµερικανικό Τύπο, µε τη λεγόµενη «νέα δηµοσιογραφία», που ως έναν βαθµό ισχύει ακόµη και σήµερα. Εφτιαξε εφηµερίδες µε τεράστιες κυκλοφορίες που εξαρτώνταν από τα διαφηµιστικά έσοδα για την επιβίωσή τους, αλλά έδιναν στον αναγνώστη κάτι πολύ περισσότερο από τις ειδήσεις της προηγούµενης ηµέρας: αποκλειστικά, «ψαγµένα», αποκαλυπτικά ρεπορτάζ. Αλλά και η φράση «κίτρινος Τύπος» γεννήθηκε για να περιγράψει την ανελέητη µάχη που έδωσε ο Πούλιτζερ µε τον Χιρστ. Ηταν δύο µεγιστάνες των ΜΜΕ της εποχής που παρασύρθηκαν από την αντιζηλία και έπεσαν χαµηλά, ρίχνοντας λάσπη – και το επίπεδο των εφηµερίδων τους. Η περιουσία του Πούλιτζερ την εποχή του θανάτου του υπολογιζόταν στα 30 εκατ. δολάρια, σχεδόν το ένα τοις χιλίοις του ΑΕΠ των ΗΠΑ εκείνης της εποχής!

ΤΖΟΝ ΜΠΟΥΣΕΡ
«Από αυτόν ξεκινούν οι αποκαλύψεις»

«Μεγάλες αποκαλύψεις, όπως το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, έγιναν από ρεπόρτερ που αναζητούν µαχητικά και πεισµατικά την αλήθεια, και από διευθυντές, και εκδότες που τους στηρίζουν – ακριβώς όπως έκανε ο Πούλιτζερ. Από αυτόν ξεκινά η παράδοση των σοβαρών αποκαλυπτικών ρεπορτάζ» λέει µιλώντας στο «Βήµα» ο δρ Τζον Μπούσερ , αµερικανός ιστορικός και συγγραφέας του βιβλίου «Breaking the news in 1900». Υπάρχει όµως και η απεχθής, η «κίτρινη» πλευρά του ζητήµατος. «Από την άλλη, µεγάλες εφηµερίδες, όπως οι “New York Times”, έχουν δηµοσιεύσει ρεπορτάζ που αποδείχθηκαν στηµένα ή και εντελώς φανταστικά. Δείτε τι έγινε πρόσφατα στην αυτοκρατορία ενός άλλου µεγιστάνα των ΜΜΕ, του Ρούπερτ Μέρντοκ: οι ρεπόρτερ του “News of the World” υπέκλεπταν τηλεφωνικές συνοµιλίες για να συλλέγουν πληροφορίες για αποκαλυπτικά ρεπορτάζ» τονίζει ο δρ Μπούσερ.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ
Επτά Πούλιτζερ που έγραψαν Ιστορία
1917

O Χέρμπερτ Μπάγιαρντ Σουόπ του «New York World» κέρδισε το πρώτο Πούλιτζερ που απονεμήθηκε, για το ρεπορτάζ του με τίτλο «Μέσα στη Γερμανική Αυτοκρατορία».

1937

Ηταν η χρονιά που μια γυναίκα δημοσιογράφος, η Ανν Ο’ Χερ Μακ Κόρμικ των «New York Times», τιμήθηκε με Πούλιτζερ για τις ανταποκρίσεις που έστελνε από την Ευρώπη του 1936.

1945

Ο Τζο Ρόζενταλ κερδίζει στην κατηγορία Φωτογραφίας για τη διάσημη φωτογραφία που δείχνει αμερικανούς πεζοναύτες να στήνουν την αστερόεσσα στην Ιβο Τζίμα της Ιαπωνίας.

1966

Ο Πίτερ Αρνέτ του πρακτορείου Associated Press πήρε το Πούλιτζερ στην κατηγορία του Διεθνούς Ρεπορτάζ για τις ανταποκρίσεις του από τον πόλεμο του Βιετνάμ.

1973

Δύο νεαροί ρεπόρτερ, οι Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστιν, χάρισαν Πούλιτζερ στην εφημερίδα τους, την «Washington Post», για την αποκάλυψη του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ.

1991

Ο Σερτζ Σμέρμαν των «New York Times» παίρνει Πούλιτζερ στην κατηγορία του διεθνούς ρεπορτάζ για τις ανταποκρίσεις του σχετικά με την επανένωση της Γερμανίας.

2011

Για πρώτη φορά παίρνει Πούλιτζερ μια έρευνα δημοσιευμένη online. Οι ρεπόρτερ Εϊζινγκερ και Μπέρνστιν του Propublica.org κέρδισαν στην κατηγορία του «εθνικού ρεπορτάζ».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ