Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Υπάρχουν ορισμένα θέματα που, όταν ανακύψουν, σταματούν κάθε συζήτηση. Ενα από αυτά είναι το Ολοκαύτωμα. Είναι το έγκλημα τόσο μεγάλο, ώστε όταν πλευρές του αγγίζουν τρέχουσες διαμάχες ή διαφωνίες, μοιάζει σχεδόν απάνθρωπο να στέκεται κανείς σε λεπτομέρειες ή να παλεύει να βρει τις λιγοστές διαφοροποιήσεις μέσα στη συνολική φρίκη. Ειδικά ωστόσο για το ζήτημα των αμύθητων καλλιτεχνικών θησαυρών που οι ναζιστές, στο πλαίσιο των διώξεών τους, είχαν αρπάξει από εβραϊκές οικογένειες της Γερμανίας και των κατεχομένων χωρών, ορισμένοι αρχίζουν να έχουν τις αντιρρήσεις τους. Κι αυτό επειδή, υποστηρίζουν, υπήρχαν πολλοί λόγοι να πωλήσει κανείς τη συλλογή του κατά τη δεκαετία του 1930 και οι ναζιστικές διώξεις ήταν ένας μόνον από αυτούς. Υποστηρίζουν ακόμη ότι η γενικευμένη αυτή πρακτική δίνει το δικαίωμα σε οποιονδήποτε απόγονο εβραϊκής οικογένειας της εποχής να διεκδικήσει τα έργα τέχνης που η οικογένειά του είχε πωλήσει, άσχετα με το αν εξαναγκάστηκε στην πώληση λόγω των διώξεων ή όχι. Και αυτό αφενός επιτρέπει τέτοια έργα να επανεισάγονται στην αγορά, όπου πλέον προστάζουν δυσθεώρητες τιμές, αφετέρου απειλεί να πλήξει σημαντικά τις συλλογές πολλών γερμανικών μουσείων.

«Βερολίνο» στο Λονδίνο
Το τελευταίο τέτοιο περιστατικό αφορά τον πίνακα του γερμανού εξπρεσιονιστή Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ «Σκηνή δρόμου στο Βερολίνο». Ως πρόσφατα ο πίνακας αυτός, ο οποίος θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του ζωγράφου, παρουσιαζόταν στο Μουσείο Βruecke του Βερολίνου, το οποίο τον είχε αγοράσει στην αρχή της δεκαετίας του 1980 από γερμανούς ιδιώτες συλλέκτες. Φιλοτεχνημένος το 1913-14, ο πίνακας, χαρακτηριστικός του γερμανικού εξπρεσιονισμού, απεικονίζει δύο πόρνες σε κεντρικό δρόμο του Βερολίνου, με τους επίδοξους πελάτες τους ολόγυρα. Φαίνεται μάλιστα ότι η μορφή που διακρίνεται ολοκάθαρα μπροστά από τις δύο κυρίες είναι αυτοπροσωπογραφία του ίδιου του ζωγράφου.

Το περασμένο καλοκαίρι, όμως, η κυβέρνηση του Βερολίνου αποφάσισε να αποδώσει τον πίνακα στον κληρονόμο του Αλφρεντ Χες, η χήρα του οποίου είχε αναγκαστεί να πουλήσει τον πίνακα όταν η οικογενειακή επιχείρηση κατασχέθηκε από τους ναζιστές. Σύμφωνα με τους αξιωματούχους της πόλης του Βερολίνου, πρόκειται για αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας.

Οσοι ασκούν κριτική σε αυτή την απόφαση, από την άλλη, διατείνονται ότι έχουμε πλέον εισέλθει σε μια πολύ ευρεία ερμηνεία τού τι συνιστά «αρπαγή από τους ναζιστές». Υποστηρίζουν ότι η κυρία Χες αναγκάστηκε να κλείσει την επιχείρησή της λόγω της οικονομικής κρίσης που μάστιζε όλον τον κόσμο εκείνη την εποχή και ότι η απόφασή της να πουλήσει τον πίνακα δεν είχε σχέση με τους ναζιστές. Η γερουσία του Βερολίνου, όμως, δεν στάθηκε ικανή να εντοπίσει κανένα τεκμήριο ότι η κυρία Χες είχε λάβει χρήματα για τον πίνακά της και έτσι αισθάνθηκε αναγκασμένη να τον αποδώσει στον κληρονόμο της οικογένειας, κάτοικο Λονδίνου. Ο κληρονόμος, όπως συμβαίνει συχνά, αποφάσισε να πουλήσει τον πίνακα και έτσι το έργο δημοπρατήθηκε από τον οίκο Christie΄s. Με τιμή εκκίνησης 25 εκατ. δολάρια, αγοράστηκε τελικά για 38,1 εκατ. δολάρια από τον αμερικανό συλλέκτη Ρόναλντ Λόντερ , μεγιστάνα των καλλυντικών, ο οποίος το εκθέτει πλέον στη Νeue Galerie της Νέας Υόρκης, πινακοθήκη που στεγάζει γερμανική και αυστριακή τέχνη των αρχών του 20ού αιώνα.

Πρόκειται, βέβαια, για τουλάχιστον το δεύτερο παρόμοιο περιστατικό στο οποίο εμπλέκεται ο Ρόναλντ Λόντερ. Αν η τιμή των 38,1 εκατ. δολαρίων αποτελεί τη μεγαλύτερη που έχει ποτέ πληρώσει κανείς για πίνακα του Κίρχνερ, τότε αξίζει να υπενθυμιστεί ότι ο πίνακας του Γκούσταφ Κλιμτ που ο Λόντερ αγόρασε προ μηνών κατέχει πλέον τον τίτλο του ακριβότερου πίνακα στον κόσμο. Πρόκειται για την «Προσωπογραφία της Αντέλε Μπλοχ-Μπάουερ» – ή «Χρυσή Αντέλε», όπως είναι γνωστή. Ο Λόντερ αγόρασε αυτό το έργο για το εκπληκτικό ποσόν των 135 εκατ. δολαρίων, τιμή που εκτόπισε από την κορυφή της κατάταξης τον πίνακα του Πάμπλο Πικάσο «Αγόρι με πίπα», ο οποίος είχε πωληθεί το 2004 για 104 εκατ. δολάρια.

Η διαθήκη
Η ιστορία και αυτού του πίνακα είναι παρόμοια- αν και σε αυτή την περίπτωση το έδαφος για διαμαρτυρίες φάνηκε ότι ήταν μικρότερο. Το μοντέλο του ζωγράφου Αντέλε Μπλοχ-Μπάουερ και κάτοχος του πίνακα πέθανε το 1925 από μηνιγγίτιδα. Στη διαθήκη της ζητούσε, μετά τον θάνατο του συζύγου της, ο πίνακας να περιέλθει στο αυστριακό κράτος. Ο σύζυγός της ωστόσο, με την προσάρτηση της Αυστρίας από τους ναζιστές, διέφυγε αφήνοντας πίσω όλα τα υπάρχοντά του.

Οι ναζιστές κράτησαν τον πίνακα στη Βιέννη, μετά το τέλος του πολέμου όμως ο κ. Μπλοχ-Μπάουερ κληροδότησε την περιουσία του στα τρία παιδιά του αδελφού του, τα οποία προσπάθησαν να ανακτήσουν τον πίνακα δικαστικά. Οι αυστριακές αρχές επικαλέστηκαν τη διαθήκη της Αντέλε Μπλοχ-Μπάουερ και υποστήριξαν ότι ο πίνακας πρέπει να παραμείνει στην Αυστρία. Ενας δημοσιογράφος όμως ανακάλυψε την πρωτότυπη διαθήκη της Μπλοχ-Μπάουερ, όπου, όπως αποδείχθηκε, η παραμονή του πίνακα στην Αυστρία διατυπωνόταν ως ευχή και όχι ως απαίτηση.

Ως εκείνο το σημείο η μόνη εν ζωή κληρονόμος ήταν η Μαρία Αλτμαν, η οποία μήνυσε την αυστριακή κυβέρνηση. Τον περασμένο Ιανουάριο αυστριακό δικαστήριο τελικά δικαίωσε την κληρονόμο, η οποία αμέσως μόλις της επεστράφη ο πίνακας αποφάσισε- και αυτή- να τον πουλήσει, καθώς, όπως δήλωσε, δεν μπορούσε να πληρώσει για την ασφάλισή του. Η ενενηντάχρονη πια Μαρία Αλτμαν έχει δηλώσει ότι προτίμησε να τον πουλήσει στον Ρόμπερτ Λόντερ επειδή αυτός την υποστήριξε στον δικαστικό αγώνα της κατά της αυστριακής κυβέρνησης.

Ο πίνακας του Κίρχνερ εκτίθεται τώρα έναν όροφο πάνω από τον πίνακα του Κλιμτ. Το πόσο δίκιο έχουν όσοι διαμαρτύρονται είναι θέμα αμφιλεγόμενο και σύνθετοάσχετα με το αν ο φόβος τους ότι θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα γερμανικά μουσεία είναι δικαιολογημένος. Ισως το πιο κυνικό σημείο του δύσκολου αυτού θέματος είναι ότι κάθε τέτοιου είδους αντιδικία ανεβάζει τις τιμές των έργων σε τεράστια ύψη.