Δύο γυναίκες τόσο διαφορετικές. Η μία, η συγγραφέας του βιβλίου, παραγωγός ως πρόσφατα εκπομπών στην ΕΡΑ και ιθύνων νους του «ταξιδιάρικου» Πανοράματος, που μεγάλωσε στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, «κάτοχος ανεκτίμητου πλούτου, ο οποίος απαρτίζεται από χιλιάδες εικόνες, άπειρες γεύσεις απολαύσεων, αμέτρητα πρόσωπα» να τη συντροφεύουν. Μέσα σε όλα φτερουγίζει εκείνη: η δεύτερη γυναίκα, η Μαρία Κομνηνή Παλαιολογίνα Διπλοβατάτζινα, κόρη του στρατηγού και μετέπειτα αυτοκράτορα Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγου, που γεννήθηκε στη Νίκαια της Μικράς Ασίας στα 1252 ή 1253. Που οκτώ χρόνων αντίκρισε τη Βασιλεύουσα και Δεκαπενταύγουστο του 1261 μπήκε θριαμβευτικά με τον αυτοκράτορα πατέρα της στο Κάστρο, από την Πύλη τη Χρυσή, όπως του το ‘χε προφητέψει η μεγάλη του αδερφή σαν τον κανάκευε μωρό στα γόνατά της. Ομως εκείνος ο άκαρδος προόριζε την κόρη του για το κρεβάτι ενός Μογγόλου, του εγγονού τού Τζένγκις Χαν και νεότερου αδελφού τού Κουμπλάι Χαν, που άκουγε στο όνομα Χουλαγκού. Η τύχη ωστόσο τα ‘φερε έτσι που ο Χουλαγκού έκλεισε τα μάτια προτού προλάβει να υποδεχθεί τη δωδεκάχρονη παιδούλα που ήταν καθ’ οδόν και κατά πάσα πιθανότητα αποκλεισμένη από τον δριμύτατο χειμώνα του 1264 κάπου μετά την Τραπεζούντα, ανάμεσα σε σβησμένα ηφαίστεια, παλιά αρμένικα κάστρα κι απέραντα βοσκοτόπια. Από το σημείο αυτό παίρνει φόρα η Κορομηλά, πλημμυρισμένη από τη μορφή της Παλαιολογίνας, να μας μυήσει, όπως λέει, στον ρευστό κόσμο της ιστορικής έρευνας και στην παλαιότατη τέχνη της περιπλάνησης, την οποία τόσο καλά κατέχει ως ταξιδιώτισσα εξ απαλών ονύχων και επί σειρά ετών ξεναγός σε προορισμούς των πέντε ηπείρων. «Συνήθισα» λέει «να πετιέμαι από τον ένα χώρο στον άλλο, να κάνω συνδυασμούς και συσχετισμούς, να παρασύρομαι από συνειρμούς, να κινούμαι από τον παρελθόντα χρόνο στον παρόντα. Συντροφιά πάντα με τους απόντες, τα τάγματα των αγγέλων και των δαιμόνων που φτερουγίζουν γύρω μου και μου δείχνουν τα ίχνη που άφησαν. Αυτοί είναι οι δικοί μου άνθρωποι. Ολοι τους υπέροχοι».


Στους δρόμους των καραβανιών


Οπως υπογραμμίζει πάντως η ίδια, δεν είναι στις προθέσεις της να παραστήσει τον… Ομηρο των μεσαιωνικών χρόνων, ούτε πολύ περισσότερο τους τραγικούς (αν και η Μαρία Παλαιολογίνα όταν επέστρεψε κάποτε στην πατρίδα της αποτραβήχτηκε σε ένα μοναστηράκι αφιερωμένο στη Θεοτόκο, όπως και η Ιφιγένεια βρέθηκε στο αττικό ιερό της Βραυρώνας, το αφιερωμένο στην Ταυροπόλο Αρτέμιδα). Ο,τι μας υπόσχεται – και κρατάει τον λόγο της πέρα για πέρα – είναι χαμηλές πτήσεις πάνω από τους δρόμους των καραβανιών, όπου βακτριανές καμήλες κουβαλούν lapis lazuli και αραβικές δρομάδες μεταφέρουν σπάνια μυρωδικά, λιβάνι και αιθιοπική κανέλα από τον καιρό της βασίλισσας του Σαββά και του προφητάνακτα Σολομώντα. Κι ακόμη, ώρες ατέλειωτης αναμονής στα ασσυριακά τελωνεία, στα βυζαντινά «κομμέρκια» και στα συνοριακά φυλάκια των Μαμελούκων, εφήμερες γνωριμίες σε απομακρυσμένους σταθμούς και παλαιές ποταμόσκαλες του Βασιλείου των Σελευκιδών, εξαίσιες συναντήσεις σε σκοτεινά πανδοχεία και πολύβουα καραβάν σαράγια, δημόσια λουτρά, ύποπτα καπηλειά και βρωμερά χάνια, ολονυχτίες σε πρωτοχριστιανικές βασιλικές και παρακλήσεις σε βασιλικά καστρομονάστηρα, κλεφτές ματιές σε χρυσοποίκιλτα τζαμιά και περίκλειστους μεντρεσέδες. Καθώς επίσης θρηνωδίες για τον αδικοσκοτωμένο Αλί και τους σφαγμένους συγγενείς του Προφήτη, φαγοπότια στη σκιά σασανιδικών ανακτόρων και ρωμαϊκών υδραγωγείων, αναβάσεις σε πανάρχαια ιερά κορυφής και πεζοπορίες σε τόπους θρυλικών μαχών.


Πώς όμως προέκυψε το πάθος της Κορομηλά για αυτήν ακριβώς την εποχή; Μας λέει πως στα 1970 – είναι τότε 21 ετών – έχει ήδη «φάει με το κουτάλι» τα κλασικά διαβάσματα της εποχής (τον Βασίλιεφ, τον Σλουμπερζέ, τον Ζακυθηνό, τον Κάρολο Ντηλ) και παίρνει μέρος στην πρώτη οργανωμένη υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα στην Ελλάδα για τη μελέτη ενός ναυαγίου του 12ου αιώνα που κουβαλούσε πιατικά. Στο Αρχιπέλαγος των Σποράδων σε βάθος 36 μέτρων το ναυάγιο φάνταζε σαν παιδική ζωγραφιά. Ολον τον Αύγουστο κοιμόταν τις νύχτες σε μια χαμηλή σκηνή, δίπλα σε έναν σκελετό που είχαν ανασύρει από έναν ρηχό τάφο στην ακτή, την ημέρα βοηθούσε στην καταγραφή των ευρημάτων που ανέβαζαν οι δύτες από το ναυάγιο και μαγείρευε για τα τριάντα τόσα μέλη της ερευνητικής ομάδας. «Φάγαμε και μια νυχτερινή μπόρα, από εκείνες που κατεβαίνουν από τη Χαλκιδική και συνταράζουν τις καλοκαιρινές θάλασσες. Κάτσαμε για να στεγνώσουμε την επόμενη μέρα, απλώνοντας στον ήλιο κορμιά και υπάρχοντα. Ανάπαυλα απαραίτητη, για να συζητήσουμε με άνεση και να διατυπώσουμε τα ερωτήματα που γεννούσε το ναυάγιο. Ερεθίσματα άκρως ερεθιστικά. Πράγματα αλλοπρόσαλλα, συμπτωματικά, άσχετα μεταξύ τους και τόσο συναφή. Δεκάδες απορίες, εκατοντάδες εντυπώσεις, το μυαλό σε συνεχή εγρήγορση, η ομάδα σφιχτοδεμένη, η δουλειά εξοντωτική, το τοπίο μοναδικό. Νομίζω ότι στο Πελαγονήσι πρέπει να υπέκυψα στην πρόκληση του άγνωστου Βυζάντιου».


Η «δέσποινα χατούν» στο Ιλχανάτο


Η Κορομηλά «κορφολογεί» τη δική της βιογραφία και τη συνδέει με εκείνη της Παλαιολογίνας, ψάχνοντας μες στη μορφή της το χνάρι της δικής της ψυχής. Γύρω τριγύρω αραδιασμένα τα δεδομένα του κόσμου της, ενός κόσμου όπου η παντοκρατορία των Μογγόλων είναι αδιαφιλονίκητη. Οποιος τολμούσε να σηκώσει κεφάλι εξαφανιζόταν από προσώπου γης με μια επέλαση του τρομερού μογγολικού ιππικού. Η Παλαιολογίνα θα έφτασε, ύστερα από περιπετειώδη περιπλάνηση πολλών μηνών, στην περιφερειακή πρωτεύουσα των Μογγόλων Μαραγκέχ (μια κωμόπολη με δασύλλια και οπωροφόρα στις βορειοδυτικές εσχατιές του Ιράν), προχωρημένη άνοιξη του 1265. Τώρα Χαν ήταν ο γιος του Χουλαγκού, ο τριαντάχρονος Αμπακά. Αυτός αποφασίζει να προσθέσει στο χαρέμι του την παρ’ ολίγον σύζυγο του πατέρα του, τη θυγατέρα του Βυζαντινού «νέου Κωνσταντίνου». Η Μαρία θα ζήσει θαμμένη στους χρυσοκέντητους μογγολικούς κετσέδες, στα πανάκριβα περσικά χαλιά και στους σκιερούς παλατιανούς κήπους του Ιλχανάτου τα επόμενα δεκαεπτά χρόνια. Η «δέσποινα χατούν» (όπως την ονόμασαν οι Μογγόλοι) ζήτησε από τον Αμπακά να βαφτιστεί πριν από τον γάμο και εκείνος δέχτηκε. Το μυστήριο τέλεσαν τρεις κληρικοί: ένας Νεστοριανός, ένας Αρμένιος κι ένας Ορθόδοξος. Εκτοτε, λέει ο θρύλος, ο Χαν πήγαινε συχνά στην εκκλησία. Το μόνο σίγουρο και εξακριβωμένο γεγονός πάντως είναι ότι ο Αμπακά μετέφερε την έδρα του από τη Μαραγκέχ στην κοντινή Ταυρίδα. Ετσι οι Ιλχανίδες Μογγόλοι – σε αντίθεση με τους Τσεγκισχανίδες του Κουμπλάι Χαν – βγαίνουν από τη νομαδική απομόνωση των καταυλισμών και συμβιώνουν με τον πολυποίκιλο κόσμο ενός μεγάλου αστικού κέντρου, με μακραίωνη παράδοση και πολιτισμό.