Οι πρόσφατοι σεισμοί στην Αττική έφεραν με δραματικό τρόπο τα κτίρια της Ελλάδας στο προσκήνιο. Ασφαλώς αυτό δεν είναι κάτι το καινοφανές: από το 1950 και μετά, τα κτίρια ήταν πάντοτε για τον ένα ή τον άλλο λόγο στην πρώτη γραμμή των ενδιαφερόντων μας πότε ως επένδυση, πότε ως «το όνειρο της στέγης» που θέλγει κάθε οικογενειάρχη και πότε ως συμπύκνωση των φοβιών μας έναντι των φυσικών καταστροφών.
Βεβαίως η σχέση των ανθρώπων με τα κτίρια στη μεταπολεμική Ελλάδα χαρακτηρίζεται από πολλές ιδιομορφίες. Είναι χαρακτηριστική η παρατήρηση αμερικανού ιστορικού: «Μετά τον πόλεμο οι Ελληνες γκρέμισαν όλα τα παλιά κτίρια για να χτίσουν καινούργια· ενώ όμως ζουν σήμερα σ’ αυτά τα καινούργια, το μυαλό τους είναι διαρκώς στα παλιά».
Αυτή είναι όντως η σχέση των Ελλήνων με τα κτίρια; Και αν ναι, περί τίνος πρόκειται; Πρόκειται για κάποιο συλλογικό ψυχικό τραύμα εξαιτίας μιας κατακλυσμιαίας και αιφνίδιας μεταβολής του «χτισμένου τοπίου»; Πρόκειται για το «σύνδρομο του χαμένου Παραδείσου», τη νοσταλγία ενός τρόπου ζωής που χάθηκε οριστικά, την εξιδανίκευση του περιβάλλοντος της παιδικής μας ηλικίας; ή μήπως πρόκειται απλώς για μια σχιζοφρενική αντίληψη των πραγμάτων; ή λίγο απ’ όλα αυτά;
Μήπως όμως δεν είναι έτσι; Μήπως δεν έχει δίκιο ο ξένος ιστορικός; Είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να ζει και να εργάζεται επί δεκαετίες σε κτίρια που δεν του αρέσουν; Και όχι μόνον αυτό: αφού από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 δεν έχει γραφτεί σχεδόν ούτε μία καλή κουβέντα για τις πολυκατοικίες, γιατί τότε κάποια στιγμή δεν σταμάτησε η παραγωγή τους;
Νεοκλασικά και πολυκατοικίες
Στην περίπτωση που όλα αυτά τα ερωτήματα αφορούν την «αιώνια διαμάχη» μεταξύ πολυκατοικιών και νεοκλασικών, είναι απαραίτητες κάποιες επισημάνσεις. Είναι βέβαιο ότι ο τρόπος ζωής που αντιστοιχούσε στα νεοκλασικά έχει χαθεί οριστικά. Αν αυτό είναι που μας φταίει, θα ήταν πολύ άδικο να ενοχοποιούμε τα κτίρια που αντικατέστησαν τις μονοκατοικίες των προηγούμενων εποχών για όλες τις ανατροπές των παλιών τρόπων. Είναι τόσα και τόσα αυτά που άλλαξαν εκτός από τα κτίρια: η απόλυτη διάδοση του αυτοκινήτου, η μεγάλη ευκολία των μετακινήσεων από πόλη σε πόλη ή ακόμη και από χώρα σε χώρα που υπονόμευσε τη γειτονιά και τη σφιχτοδεμένη κοινότητα , η ριζική αλλαγή της δομής της οικογένειας, ο καταναλωτισμός, ο τουρισμός, ο εξηλεκτρισμός της υπαίθρου και η διάδοση των εξοχικών κτλ.
Προκύπτει όμως ένα μεγάλο ερώτημα: Πώς εξηγείται η ριζική ρήξη της συνέχειας όσον αφορά όχι μόνο τη μορφολογία των κτιρίων αλλά και τον «πολιτισμό» που αποπνέουν; Θα μπορούσε οπωσδήποτε να αναφερθεί κανείς στις μεγάλες κοινωνικές ανακατατάξεις, όπως και στις επιπτώσεις από τη χρήση εντελώς νέων υλικών και τεχνικών κατασκευών. Αρκούν όμως αυτά για να εξηγήσουν τον πλήρη ενταφιασμό του πρόσφατου παρελθόντος και τη μονοκαλλιέργεια της υπερνεωτερικότητας; Σε κοντινές μας χώρες, όπως η Ιταλία, το παλιό συνυπάρχει σαφώς με το καινούργιο και τις περισσότερες φορές με γοητευτικό τρόπο. Η εξήγηση με πειστικό τρόπο του ζητήματος της ελληνικής ασυνέχειας θα συνιστούσε μια σημαντική συμβολή στη μελέτη του πολιτισμού και των νοοτροπιών που τον δημιουργούν της νεοελληνικής κοινωνίας.
Οπως και αν έχουν τα πράγματα, είναι βέβαιο ότι πολλά από αυτά τα ζητήματα δεν είναι ξεκαθαρισμένα. Κοντολογίς, δεν έχει γίνει ακόμη μια μεγάλη, τολμηρή και τεκμηριωμένη, συνολική συζήτηση για τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Ελλάδας.
Εδώ χρειάζεται η επισήμανση μιας αυτονόητης μεν, αλλά συχνά λησμονημένης διάστασης: Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα. Είναι σωστό λοιπόν να αντιμετωπίζεται η ανοικοδόμηση των μικρότερων πόλεων με τα κριτήρια της Αθήνας; Είναι πολλά τα κοινά σημεία (όπως π.χ. η μαζική κατεδάφιση των παλαιότερων κτισμάτων σε συνδυασμό με τη μαζική ανέγερση πολυκατοικιών, η κυριαρχία του αυτοκινήτου κ.ά.), αλλά πολλά είναι και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επαρχιακής πόλης: η σχετικά μικρή κλίμακα του οικισμού, η έντονη αλληλεξάρτηση με την αγροτική περιφέρεια, η μεγάλη μείξη των κοινωνικών τάξεων αναφορικά με τον τόπο κατοικίας, η γειτνίαση με τη φύση και η πολύ εύκολη πρόσβαση σ’ αυτήν, η σχετικά καλή λειτουργικότητα της μικρής πόλης αναφορικά με τον χρόνο που χρειάζονται οι άνθρωποι να πάνε στη δουλειά τους ή στο σχολείο ή για να επισκεφθούν τους φίλους τους κτλ. Αν αυτό που έχει σημασία τελικά είναι η σχέση των ανθρώπων με το χτισμένο περιβάλλον, τότε τα ζητήματα των Αθηνών τίθενται με πολύ διαφορετικούς όρους απ’ ό,τι αυτά των μικρότερων ελληνικών πόλεων. Με αυτή την έννοια, οποιαδήποτε συζήτηση για την ελληνική μεταπολεμική ανοικοδόμηση δεν μπορεί να αφορά μόνο την Αθήνα, ειδάλλως κινδυνεύει να είναι λειψή, φτωχή, αλλά και παραπλανητική.
Υπάρχουν όμως και άλλες παραμελημένες διαστάσεις. Για παράδειγμα, είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι όταν μιλάμε για τις σύγχρονες ελληνικές πόλεις η κουβέντα αφορά συνήθως μόνο τα κτίρια. Απουσιάζουν ζητήματα όπως ο περιβάλλων χώρος των οικοδομών, η τύχη των «κενών» ή μη χτισμένων χώρων ή ακόμη και των εξοχών μέσα και έξω από τις πόλεις.
Η τεχνολογία των κτιρίων
Κεντρικής σημασίας για τα ζητήματά μας είναι το μεταπολεμικό σύστημα παραγωγής των κτιρίων από τεχνολογική και οικονομική άποψη, αφού δεν υπάρχει αρχιτεκτονικό ή πολεοδομικό πρότυπο που μπορεί να υλοποιηθεί «εν κενώ» άσχετα δηλαδή από τη διαθέσιμη τεχνολογία και τα οικονομικά μεγέθη. Η αποτίμηση του συστήματος παραγωγής παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον από πολλές απόψεις.
Μια κρίσιμη παράμετρος του συστήματος παραγωγής είναι ασφαλώς η ανθεκτικότητα αυτών των κτιρίων στους σεισμούς: από την ώρα που προκρίθηκαν τα υψηλά κτίρια ως μοντέλο για τα κτίρια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, το μπετόν ήταν βεβαίως η μόνη ρεαλιστική λύση για τη φέρουσα κατασκευή στις ελληνικές συνθήκες. Αλλά η επιλογή του υλικού για τον φέροντα οργανισμό των οικοδομών δεν είναι παρά η αρχή της ιστορίας. Από ‘κεί και πέρα, η κοινωνία έδειξε να είναι διατεθειμένη να αναλάβει το κόστος που συνεπάγεται η ασφάλεια των οικοδομών; Ποια είναι η σημασία που αποδίδεται πρακτικά στην εξασφάλιση της σεισμικής επάρκειας; Πώς ελέγχονται τα υλικά και οι διαδικασίες της ανέγερσης; Εχει κατανοηθεί η κρίσιμη σημασία των μελετών; Οσοι υπογράφουν τις μελέτες των πολυώροφων κτιρίων έχουν τα ουσιαστικά προσόντα που απαιτούνται για μια τόσο εξειδικευμένη απασχόληση; Αν όχι, ποια είναι η έκταση αυτών των παρά φύσιν εργολαβιών στον χώρο της μελέτης και ποιες οι συνέπειές τους;
Στο μεταξύ, όπως είναι γνωστό, ένας από τους λόγους της μεγάλης διάδοσης των νέου τύπου κτιρίων είναι ότι παρείχαν τα λεγόμενα «κομφόρ» όπως π.χ. αυτό της κεντρικής θέρμανσης. Από αυτή την άποψη, τα νέα κτίρια προσέφεραν πραγματικά μεγάλες ευκολίες και είναι αλήθεια ότι απάλλαξαν τους ανθρώπους από πολλές δουλείες. Εγινε ποτέ όμως μια συνολική αποτίμηση των προβλημάτων «νέου τύπου» που προέκυψαν με τη νέα κατάσταση πραγμάτων; Εχει υπολογιστεί η επιβάρυνση του μικροκλίματος των πόλεων εξαιτίας αυτής της πυκνής δόμησης κατασκευών μεγάλου όγκου; Πού οφείλεται η τρομερή διάδοση των air conditioners, η οποία έχει μάλιστα αποτέλεσμα την περαιτέρω σοβαρή επιβάρυνση του μικροκλίματος; Πώς λειτούργησε η επίπεδη στέγη αναπόσπαστο μορφολογικό χαρακτηριστικό των νέου τύπου κτιρίων αναφορικά με τα ζητήματα της θερμομόνωσης και της στεγάνωσης;
Η ιστορία της τεχνολογίας των δυνατοτήτων και των ορίων της της ελληνικής πολυκατοικίας δεν έχει ακόμη γραφτεί.
Δημόσιος χώρος και αισθητική
Ενας ξένος συγγραφέας που βρέθηκε πρόσφατα σε πόλη της Κεντρικής Ελλάδας με ηπειρωτικό κλίμα (που ψήνεται από τη ζέστη πέντε μήνες τον χρόνο και άλλους πέντε λούζεται στη βροχή) σχολίασε απευθυνόμενος στους οικοδεσπότες του: «Απ’ ό,τι μου λέτε, τόσα και τόσα χρήματα ξοδεύτηκαν για να γκρεμιστούν όλα τα παλιά κτίρια και να χτιστεί η πόλη από την αρχή. Χάθηκε ο κόσμος να προβλεφθούν στοές σε όλες τις προσόψεις των κτιρίων για να μπορούν οι άνθρωποι να κυκλοφορούν πολιτισμένα στον καύσωνα και στη βροχή;». Από αυτή την ενδεχομένως επιπόλαιη παρατήρηση ενός ξένου επισκέπτη μπορεί να προκύψουν ενδιαφέροντα ερωτήματα: πώς φαντάζονται οι άνθρωποι τους δημόσιους χώρους στις πόλεις τους, τι πρόνοια και ποιες «οικονομικές θυσίες» θα ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν για αυτούς, αλλά και πόσο χώρο για τέτοιες πρωτοβουλίες επιτρέπει το υφιστάμενο πλαίσιο των νόμων.
Αξίζει να προσέξουμε τις ενδιαφέρουσες επισημάνσεις του Γιάννη Τσαρούχη: «Οι ίδιες οι μεγάλες οικογένειες που πολλές φορές από μανία επιδείξεως έκαναν άσχημα σπίτια, έστω και νεοκλασικά, στο τέλος του πολέμου από κακογουστιά και κακό υπολογισμό λαχτάρισαν το διαμερισματάκι της πολυκατοικίας. Στη Βασιλίσσης Σοφίας, που ήταν το υπερήφανο γκέτο της αριστοκρατίας και πλουτοκρατίας, όλα τα μεγάλα ονόματα και τα μεγάλα τζάκια άρχισαν ένα ένα να γκρεμίζουν τα μέγαρά τους. Αν λίγο τ’ αγαπούσαν, θα φρόντιζαν να εξασφαλίσουν το ρουσφέτι του κράτους να τους δοθούν οικόπεδα σε αντάλλαγμα αυτών των σπιτιών, που θα έμεναν απείραχτα και φυσικά θα γίνονταν κρατικά». Και αλλού συνεχίζει, σχολιάζοντας τον ρόλο του κράτους στο ζήτημα της αισθητικής: «Ολοι παραπονιούνται με το κράτος. Ολοι τα περιμένουν όλα από το κράτος. Θα μπορούσε να πει κανείς πολλά εναντίον του κράτους και δικαίως. Αλλά αυτή η μωρουδίστικη αντίληψη των Ρωμιών ότι όλα θα τα κάνει το κράτος και αυτοί τίποτα, είναι απολύτως απαράδεκτη. Πώς να ενισχύσει το κράτος ανύπαρκτα αισθήματα και ανύπαρκτες απαιτήσεις; Ο,τι με φανατισμό απαιτεί το κοινό, το κράτος το ενίσχυσε. Η κοινωνία λοιπόν σχηματίζει τα φερσίματα του κράτους».
Το ζήτημα είναι ότι δεν αφθονούν οι συνολικές προσεγγίσεις του «υπαρκτού» χτισμένου τοπίου των ελληνικών πόλεων. Η συνηθισμένη στάση αφορά την προβολή των «αριστουργημάτων» με ή χωρίς εισαγωγικά και υπάρχουν ασφαλώς πολλές και σοβαρές δικαιολογίες για αυτό. Κανένα κτίριο όμως δεν είναι απομονωμένο: συνήθως υφίσταται περιβαλλόμενο από μια θάλασσα άλλων κτισμάτων. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε μια μεγάλη φωτογραφική έκθεση με αντικείμενο ακριβώς αυτή τη θάλασσα των οικοδομών, που να αναζητά όχι τις εξαιρέσεις αλλά τον κανόνα και μάλιστα με τρόπο όχι μόνο καταδικαστικό ή απαξιωτικό, αλλά και που να δείχνει ενδιαφέρον για τις επί μέρους λεπτομέρειες: τα πανωσηκώματα, τις ταράτσες, την επιρροή του συντελεστή δόμησης πότε με την τεράστια αύξηση και πότε με την αιφνίδια μείωσή του στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών μιας ολόκληρης περιοχής, τον τρόπο «αξιοποίησης» των οικοπέδων των ελληνικών πόλεων, που άλλα είναι μικρά, άλλα είναι παράγωνα, άλλα επιχειρούν με «μύτη» να εισβάλουν στον δρόμο ή στο οικόπεδο του γείτονα…
Τι έγινε στις άλλες χώρες
Τα ζητήματα που θα μπορούσαν να αναδειχθούν από μια τέτοια προσέγγιση είναι πολλά: Ποια είναι η θέα από τη σκοπιά του πεζού ή του επιβάτη αυτοκινήτου και ποια από τη σκοπιά ενός ενοίκου του πέμπτου ορόφου μιας πολυκατοικίας; Πώς εξελίσσονται οι όψεις των πολυκατοικιών με την πάροδο του χρόνου από την άποψη των προσθηκών ή της παλαίωσης των υλικών; Ποια είναι η θέα του συγκεκριμένου χτισμένου τοπίου την ημέρα και ποια τη νύχτα; Ποιος είναι ο τόνος που δίνουν στα κτίρια οι άνθρωποι που τα κατοικούν ή τα χρησιμοποιούν; Καθένα από αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσε να προκαλέσει πολλά φωτογραφικά δοκίμια, καθώς ολόκληρη η ιστορία της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας αναδεικνύεται από τα κτίρια.
Μια συγκριτική εξέταση της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης τόσο των Βαλκανικών χωρών με τις οποίες, εκτός της γειτονίας, μας συνέδεε από τον 19ο αιώνα και μετά ο κοινός στόχος του εκμοντερνισμού όσο και των χωρών της Ευρώπης με τις οποίες συγκλίνουμε εσχάτως θα παρουσίαζε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ετσι κι αλλιώς, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στο εξωτερικό μια κινητικότητα σχετικά. Είναι αρκετά τα νέα βιβλία ή τα συνέδρια που εστιάζονται στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Γαλλίας, της Σκωτίας ή της Βηρυτού στην τελευταία περίπτωση, όχι μόνο για την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και για μετά τον καταστρεπτικό εμφύλιο που τελείωσε τη δεκαετία του ’80.
Η μεγαλύτερη συνεισφορά τέτοιων συγκριτικών προσεγγίσεων είναι ότι πιθανότατα θα «ξεκολλούσε» τη συζήτηση από τα ίδια και τα ίδια στερεότυπα. Για παράδειγμα, δεν είναι μόνο στην Ελλάδα που γκρέμισαν τα κομψά παλιά κτίρια για να χτίσουν πολυκατοικίες. Το ίδιο έγινε μόλις πριν από οκτώ-δέκα χρόνια στη Μάλτα, μετά την πτώση του ιδιόρρυθμου σοσιαλιστικού καθεστώτος του Μίντοφ. Οι απόψεις των παλιών ιδιοκτητών, όπως τουλάχιστον καταγράφηκαν στις μαλτέζικες εφημερίδες, θύμιζαν πολύ τις ελληνικές αντιδράσεις: οι άνθρωποι κατεδάφιζαν τα σπίτια τους προκειμένου να αποκτήσουν τις ανέσεις των πολυκατοικιών, αλλά και για να εξοικονομήσουν πρόσθετα διαμερίσματα για τα παιδιά τους κτλ. Ο δικηγόρος του διαβόλου θα μπορούσε να ρωτήσει σχετικά: «Μήπως τελικά κάποια φαινόμενα δεν οφείλονται μόνο στην κερδοσκοπία των εργολάβων, αλλά και στη διάθεση για “κερδοσκοπία” (με ή χωρίς εισαγωγικά) ενός ολόκληρου λαού μιας οικονομικά καθυστερημένης χώρας που σπεύδει με κάθε τρόπο να απομακρυνθεί από τη φτώχεια του, να κόψει δρόμο για να μπορέσει να αγκαλιάσει τον καταναλωτισμό;».
Από την άλλη πλευρά, σε χώρες όπως η Βρετανία αυτά τα πράγματα εξελίχθηκαν με διαφορετικό τρόπο. Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση, πέρα από την ίδρυση αρκετών Νέων Πόλεων, ταυτίστηκε κυρίως με την κατασκευή πολύ υψηλών κτιρίων, και αυτό θεωρήθηκε ο θρίαμβος του κινήματος του μοντερνισμού στην αρχιτεκτονική, σε συνδυασμό με την επιρροή των σοσιαλιστικών ιδεωδών. Τα νέα αυτά κτίρια αντικατέστησαν τις άθλιες τρώγλες που υπήρχαν από την εποχή του Ντίκενς. Αυτές οι τρώγλες ήταν τα κτίρια που κυρίως κατεδαφίστηκαν. Παρ’ όλο όμως που έτσι δόθηκαν λύσεις σε πιεστικές στεγαστικές ανάγκες του πληθυσμού και ιδιαίτερα της εργατικής τάξης, η λάμψη αυτών των κατασκευών γρήγορα έσβησε, για να δώσει τη θέση της στη γενικευμένη αποδοκιμασία. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η ανέγερση των υψηλών κτιρίων έχει σταματήσει, ενώ εδώ και μερικά χρόνια σημαντικός αριθμός από αυτά τα κτίρια έχουν ήδη κατεδαφιστεί. Τα πιεστικά στεγαστικά προβλήματα που προέκυψαν από αυτή τη διακοπή της καθ’ ύψος δόμησης γίνεται προσπάθεια να επιλυθούν με άλλους τρόπους όπως π.χ. με την αξιοποίηση υποβαθμισμένων αποβιομηχανοποιημένων περιοχών σαν τα Docklands χωρίς ακόμη να καταπατούν την εξοχή (green belts) που περιβάλλει τις πόλεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις τον εφετεινό Οκτώβριο ο υπουργός Περιβάλλοντος δήλωσε ότι θα υπάρξουν νομοθετικά μέτρα που θα αποθαρρύνουν την απόκτηση δεύτερης εξοχικής κατοικίας, έτσι ώστε να προστατευθεί η βρετανική εξοχή. Αλλά η Βρετανία είχε εντελώς άλλη οικονομική αφετηρία, ταξική διάρθρωση καθώς και πολιτιστικό προηγούμενο από την Ελλάδα. Ενδεχομένως η Ιταλία (και μάλιστα με τη διάκριση του βόρειου και νότιου τμήματός της) να προσφέρεται περισσότερο για μια συγκριτική με την Ελλάδα μελέτη. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια του θατσερισμού είδαν το φως της δημοσιότητας και μάλιστα σε επιθεωρήσεις με επιρροή, όπως ο «Economist» ριζοσπαστικές απόψεις, ότι δηλαδή η σε μεγάλη έκταση διατήρηση του παλιού «στοκ» των οικοδομών της Βικτωριανής εποχής δεν συμβάλλει στην άνθηση της βρετανικής οικονομίας. Σύμφωνα με αυτές τις απόψεις, η μαζική κατεδάφιση των παλαιών οικοδομών και η ανέγερση νέων στη θέση τους θα βοηθούσε στην ανάπτυξη του «λαϊκού καπιταλισμού» στη Βρετανία.
Ανάγκη για ριζικά νέα προσέγγιση
Είναι σαφές ότι το τεράστιο ζήτημα της ελληνικής μεταπολεμικής ανοικοδόμησης δεν μπορεί να αφορά μόνο τους αρχιτέκτονες και τους πολιτικούς μηχανικούς. Τους αφορά βεβαίως πάρα πολύ, αλλά όχι μόνον αυτούς. Αφορά και πολλές άλλες ειδικότητες τεχνικών, όπως επίσης τους κοινωνιολόγους, τους ιστορικούς, τους οικονομολόγους και πάνω απ’ όλα αφορά βεβαίως τους ίδιους τους ανθρώπους που ζουν στις πόλεις.
Η συζήτηση αυτή είναι πολύ μεγάλη και πολύ ενδιαφέρουσα. Πίσω από όλα τα γεγονότα υπάρχουν πάντοτε κάποιες αιτίες. Το ίδιο ισχύει και για τα κτίρια που μας περιβάλλουν. Ψηλαφώντας τις αιτίες της γέννησης αυτού του υπαρκτού κόσμου των κατασκευών, μελετώντας τα κτίρια που έχτισαν οι πατεράδες μας και στα οποία εμείς ζούμε σήμερα, θα είμαστε σε θέση να μιλήσουμε με ωριμότερο τρόπο για το μέλλον. Καμία συζήτηση για το σήμερα και το αύριο των ελληνικών πόλεων δεν μπορεί να είναι αρκούντως δημιουργική αν δεν προηγηθεί η ουσιαστική και σε βάθος συνολική αποτίμηση της ιστορίας της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης της Ελλάδας.
Επειτα, ποιος ξέρει; Μπορεί έτσι να προκύψει ότι οι συζητήσεις για την «κακοριζικιά» των νεοελληνικών κτιρίων συσκοτίζουν ή αναβάλλουν την κουβέντα που από καιρό έπρεπε να γίνει και αφορά τον «τρόπο ζωής» και τις πραγματικές προτεραιότητες της νεοελληνικής κοινωνίας.
Δεν είναι δυνατόν πάντως να συνεχίσουμε να ζούμε στις πόλεις υβρίζοντάς τες και παράλληλα να μην κάνουμε πρακτικά τίποτε για να τις αλλάξουμε ριζικά προς το καλύτερο, αν αυτό όντως επιθυμούμε. Αν μη τι άλλο, αυτή η στάση επιβαρύνει την ψυχική μας υγεία. Και σε ορισμένες περιπτώσεις όπως αυτή των σεισμών όχι μόνο την ψυχική, δυστυχώς.
Ο κ. Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός.



