ΠΡΟΦΑΝΩΣ η απάντηση εξαρτάται από το τι πιστεύει ο ενδιαφερόμενος για τους παράγοντες που την προκάλεσαν τις τελευταίες ημέρες. Επειδή λοιπόν αυτό το φαινόμενο είναι πιθανόν να αποδοθεί σε λόγους που δεν αντιστοιχούν στην τρέχουσα οικονομική συγκυρία, σκέφτηκα ότι είναι χρήσιμο να κάνω μια τηλεγραφική αναφορά στις μεγάλες κατηγορίες λόγων που μπορεί να ευθύνονται και να εκφράσω την άποψή μου σχετικά. Φυσικά, παρέλκει να τονίσω ότι δεν έχω περισσότερες πληροφορίες από τον μέσο παρατηρητή των εξελίξεων και ότι αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ανάλυση του φαινομένου και οι πιθανές συνέπειές του.


Ας πάρουμε πρώτα την πλευρά της Τράπεζας της Ελλάδος. Ως γνωστόν, λόγω των μεγάλων διαστάσεων που έχει πάρει ο δανεισμός των επιχειρήσεων σε συνάλλαγμα, η διοίκηση της κεντρικής μας τράπεζας ετοιμαζόταν να πάρει μέτρα αποθάρρυνσης, γιατί αυτή η τάση υποσκάπτει την πολιτική της σκληρής δραχμής. Επομένως, αν δεν είναι η ίδια που ενεθάρρυνε αυτήν την εκροή, ίσως θα έπρεπε να είναι, για πέντε τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, γιατί στη σκέψη των δανειζομένων σε συνάλλαγμα μπαίνει ένας βαθμός αβεβαιότητας ως προς τη βιωσιμότητα της πολιτικής της σκληρής δραχμής και ο περαιτέρω δανεισμός τους αποθαρρύνεται. Δεύτερον, γιατί δεν χρειάζονται πλέον μέτρα αύξησης του κόστους των δανείων σε συνάλλαγμα για να περιορισθεί η χρήση τους από τις επιχειρήσεις. Τρίτον, γιατί τα κεφάλαια που φεύγουν μειώνουν τη ρευστότητα της οικονομίας και βοηθούν την τράπεζα να επιτύχει τον στόχο της για τον πληθωρισμό. Τέταρτον, γιατί λόγω της βελτίωσης που παρουσιάζει η διεθνής πιστοληπτική ικανότητα της χώρας η χρησιμότητα αυτών των εντελώς βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων έχει εκλείψει και, αν χρειασθούν, μπορούν εύκολα να υποκατασταθούν. Και, πέμπτον, γιατί, ενόσω τα πραγματικά επιτόκια εδώ εξακολουθούν να είναι υψηλότερα από το εξωτερικό, αποφεύγεται η μεταφορά πραγματικού πλούτου στους δανειστές του εξωτερικού.


Εξίσου πιθανόν όμως είναι η κεντρική τράπεζα να αιφνιδιάστηκε και να υπάρχουν κάποιοι άλλοι λόγοι. Οι τελευταίοι, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να πηγάζουν από μια υποβάθμιση της εμπιστοσύνης που οι αγορές έχουν στην αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής. Και δεν θα είχαν άδικο, αφού η κυβέρνηση ως σήμερα εξαντλείται σε υποσχέσεις διαρθρωτικών αλλαγών και συγκράτηση των δημοσίων δαπανών τις οποίες οι αγορές δεν βλέπουν να υλοποιούνται. Ετσι, οι αγορές ίσως αποφάσισαν να δοκιμάσουν, όχι την πολιτική της σκληρής δραχμής, αλλά την πολιτική ικανότητα της κυβέρνησης να φέρει σε πέρας τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει σχετικά. Επομένως, οι εκροές συναλλάγματος τις τελευταίες ημέρες μπορεί να αποτελούν προειδοποίηση των αγορών, με σημαντικές προεκτάσεις υπέρ της επιχειρηματολογίας του Πρωθυπουργού και του οικονομικού του επιτελείου.


Τέλος, υπάρχει η πλευρά των επιχειρήσεων. Γι’ αυτές η ξαφνική εκροή συναλλάγματος σημαίνει προειδοποίηση για συγκράτηση και μεγαλύτερη προσοχή στην επιλογή των πηγών δανεισμού που χρησιμοποιούν. Ετσι, συνολικά, η πιο πάνω ανάλυση με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, ενώ οι πρόσφατες εκροές συναλλάγματος δεν αποτελούν κατά κανέναν τρόπο πρόκληση στην πολιτική της σκληρής δραχμής, οι επιπτώσεις τους μπορούν να αποδειχθούν ευεργετικές, ιδιαίτερα αν ερμηνευθούν όπως πιο πάνω.


Ο κ. Γεώργιος Κ. Μπήτρος είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.