Ο αιώνιος σταρ της ποπ






Πέρασε μια ολόκληρη ζωή μη μπορώντας να ηχογραφεί μονάχα ένα δίσκο τον χρόνο, να πίνει μόνο ένα ποτό, να παίρνει μόνο ένα ναρκωτικό ή να διαθέτει μονάχα ένα ζευγάρι γυαλιά


Τρεις δεκαετίες αφότου κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος, η δημοτικότητα του Ελτον Τζον παραμένει στα ύψη αποδεικνύοντας ότι είναι ο κατ’ εξοχήν διαχρονικός αστέρας της ποπ. Το «Candle in the Wind 1997», που ηχογράφησε στη μνήμη της Λαίδης Νταϊάνας, έσπασε κάθε ρεκόρ πουλώντας 32 εκατομμύρια αντίτυπα. Ο συνθέτης / μουσικός / τραγουδιστής, έχει επικριθεί για εκμετάλλευση ενός θανάτου προς χάριν μιας καριέρας, παρ’ ότι δώρησε όλα τα έσοδα (30 εκατομμύρια στερλίνες ως σήμερα) στους φιλανθρωπικούς σκοπούς που υποστήριζε η Νταϊάνα. Ωστόσο δεν θα γίνει ποτέ γνωστό αν υπήρχε υστεροβουλία στην απόφασή του να μπει στο στούντιο αμέσως μετά την κηδεία στο αβαείο του Γουεστμίνστερ ή αν ήταν άλλη μία ειλικρινής παρόρμησή του.


«Η πρώτη μου συνάντηση με τη βασιλική οικογένεια έγινε σε ένα δείπνο με την πριγκίπισσα Μαργαρίτα σε εστιατόριο του Λονδίνου. Ημουν κατατρομαγμένος και ένιωθα ότι δεν θα ήξερα ποιο πιρούνι ταιριάζει με ποιο μαχαίρι», είπε ο Ελτον Τζον, γείτονας της βασιλικής οικογενείας στο Ουίνδσορ, σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Interview». «Στο πάρτι των 21ων γενεθλίων του πρίγκιπα Ανδρέα, όπου η μουσική κυμαινόταν μεταξύ “Hound Dog” και “Rock Around the Clock”, η βασίλισσα μας ρώτησε αν μπορούσε να συμμετάσχει στον χορό. “Και βέβαια μπορείτε. Είστε η βασίλισσα”, της είπα. Υπήρξαν πραγματικά ορισμένες περιπτώσεις στη ζωή μου όπου σκέφτηκα: «Θεέ μου! Γεννήθηκα στο αγελαδοχώρι του Πίνερ και κοίτα πού βρίσκομαι τώρα”».


Τα πρώτα βήματα


Ο Ελτον Τζον γεννήθηκε στο εν λόγω χωριό του Μίντλσεξ της Βρετανίας στις 25 Μαρτίου 1947, ως Ρέτζιναλντ Κένεθ Ντουάιτ. Την παιδική του ηλικία την περιγράφει «μελαγχολική»: ήταν υπέρβαρος, καθόλου δημοφιλής και καταπιεζόταν από τον αυστηρό πατέρα του, πιλότο της Βασιλικής Αεροπορίας. Είχε μονάχα μία αγάπη, τη μουσική. Εμαθε να παίζει πιάνο τεσσάρων ετών και στα 11 κέρδισε υποτροφία για να φοιτήσει στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής.


Σύντομα αποφάσισε ότι ήρωές του ήταν ο Τζέρι Λι Λιούις, ο Φατς Ντόμινο και ο Λιτλ Ρίτσαρντ, και οι τρεις πιανίστες. Ετσι στα 17 εγκατέλειψε το σχολείο για να ακολουθήσει καριέρα στη μουσική. Αφού συμμετείχε σε διάφορα συγκροτήματα, απάντησε σε μια αγγελία δισκογραφικής εταιρείας, η οποία τον έφερε σε επαφή με τον στιχουργό Μπέρνι Τόπιν, μια συνεργασία που διαρκεί ακόμη. Εκείνη την εποχή άλλαξε το όνομά του σε Ελτον Τζον ­ συνδυασμός των μικρών ονομάτων δύο μουσικών που γνώριζε ­ και αδυνάτισε. «Η αλλαγή ονόματος μου χάρισε αυτοπεποίθηση» λέει.


Στην αρχή ο Ελτον και ο Τόπιν συνέθεταν κομμάτια για διαφημίσεις αλλά γρήγορα βαρέθηκαν και άρχισαν να γράφουν τα δικά τους τραγούδια. Ο πρώτος τους δίσκος, «Empty Sky» που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1969, έλαβε αρκετά καλές κριτικές αλλά έκανε μέτριες πωλήσεις. Ο δεύτερος, «Elton John», διέσχισε τον ωκεανό και έφθασε στην αμερικανική αγορά. Ο καταλύτης της επιτυχίας όμως ήταν ο ίδιος ο τραγουδιστής: όταν εμφανίστηκε στο κλαμπ «Troubadour» του Λος Αντζελες, το κοινό λάτρεψε τα εξωφρενικά ρούχα του και τη χαρούμενη παρουσία του στη σκηνή ­ άραγε επανόρθωση για τη βαρετή παιδική του ηλικία;


Τα χρόνια της επιτυχίας


Καθώς η δεκαετία του ’70 προχωρούσε, ο Ελτον Τζον έμοιαζε η επιτομή της «γενιάς τού εγώ» που είχε αντικαταστήσει τα παιδιά των λουλουδιών στη μουσική αγορά. Οι υπερβολές του έμειναν θρυλικές: διέθετε στόλους ολόκληρους από πολυτελή αυτοκίνητα, ατέλειωτα ζευγάρια γυαλιά με διαμάντια ή όχι στον σκελετό και σπίτια σε όλες τις γωνιές της γης· έκανε ασυγκράτητες εξορμήσεις για ψώνια στα μαγαζιά όλων των ηπείρων και είχε σύντομες σχέσεις με πολλούς άντρες και γυναίκες. Αν όμως τα καμώματά του διασκέδαζαν μερικούς, η μουσική του είχε απήχηση σε όλους.


«Είμαι εθισμένος στο να αγοράζω ακίνητα, να τα διακοσμώ από την αρχή και μετά να αγοράζω άλλα», είπε στο «Interview», προσθέτοντας ότι το 1997 αγόρασε σπίτι στη Νότιο Γαλλία. «Η μητέρα μου προτιμά να επενδύω τα χρήματά μου σε τούβλα και τσιμέντο παρά να τα σπαταλώ μέσα στη μύτη μου».


Το δίδυμο Ελτον Τζον – Μπέρνι Τόπιν αποδείχθηκε μηχανή επιτυχιών. Με το «Honky Chateau» (1972) εγκαινίασαν μια σειρά επτά συνεχόμενων δίσκων που έφθασαν στο νούμερο ένα και έγιναν όλοι τους πλατινένιοι, ενώ το 1974 ο Ελτον υπέγραψε ένα συμβόλαιο – ρεκόρ οκτώ εκατομμυρίων δολαρίων με την MCA. Το εκπληκτικό με τα τραγούδια του ήταν η ποικιλία τους: συνέθετε από παλαιού τύπου ροκ (όπως το «Crocodile Rock») ως γκόσπελ (το «Border Song») και ερωτικές μπαλάντες («Your Song»).


Οι συναυλίες του ήταν πολύ δημοφιλείς και ο ρυθμός της δουλειάς του φρενήρης ­ από το 1970 ως το 1976 έκανε 10 περιοδείες στις ΗΠΑ. Εκείνο τον χρόνο αποκάλυψε σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό «Rolling Stone» ότι ήταν αμφισεξουαλικός ­ αργότερα παραδέχθηκε ότι η «αποκάλυψή» του αυτή ήταν συμβιβασμός γιατί δίσταζε να δηλώσει δημοσίως ότι ήταν ομοφυλόφιλος. «Στο σχολείο ερωτευόμουν διαφόρους αλλά δεν ήταν σεξουαλικό. Ενώ όλοι υπερηφανεύονταν για τις σεξουαλικές τους επιδόσεις, εγώ ψόφαγα να με παρενοχλήσει κάποιος απλώς για να μου μάθει τι είναι το σεξ. Ωσπου, στα 23 μου, η ομοφυλοφιλία μου εξερράγη σαν ηφαίστειο. Ηταν μεγάλη ανακούφιση», εκμυστηρεύεται τώρα πια.


Ωστόσο το 1976 πολλοί θαυμαστές του είχαν αντιδράσει αρνητικά στο νέο της αμφισεξουαλικότητάς του, έτσι το κοινό του άρχισε να συρρικνώνεται στο τέλος της δεκαετίας. Το 1978 ο Ελτον Τζον ανακοίνωσε ότι αποσύρεται γιατί «είχε εξαντληθεί η φλόγα του». Η απόφασή του αυτή αναιρέθηκε τον αμέσως επόμενο χρόνο.


Κατά τη δεκαετία του ’80 έκανε τις επιτυχίες «I’m Still Standing» και «Ι Guess That’s Why They Call It the Blues», ενώ οι δίσκοι του γίνονταν ανελλιπώς χρυσοί. Ωστόσο καθώς η καριέρα του συνεχιζόταν ακάθεκτα με επιτυχία, η προσωπική του ζωή ήταν ένα χάος. Από τα μέσα του ’70 ήταν εθισμένος στην κοκαΐνη και στο αλκοόλ και η εξάρτησή του μεγάλωνε με τον χρόνο. Το 1984 κατέπληξε τους πάντες όταν παντρεύτηκε τη μηχανικό Ρενάτε Μπλάουελ ­ αν και συνειδητοποιημένος ομοφυλόφιλος ­, ένας γάμος που διήρκεσε τέσσερα χρόνια.


«Τα πρώτα πέντε χρόνια της καριέρας μου ήμουν απορροφημένος από τη μουσική και δεν άγγιζα ναρκωτικά», λέει. «Μετά έπεσα στην παγίδα. Τη δεκαετία του ’70 υπήρχε το κλαμπ “Studio 54” (στη Νέα Υόρκη) όπου γίνονταν απίθανα πάρτι, ήταν όμως πάρτι όπου χόρευες, δεν κλεινόσουν στο πίσω δωμάτιο να πίνεις κόκα. Με τον Τζον Λένον συχνάζαμε σε σουίτες ξενοδοχείων, κάναμε χρήση ναρκωτικών και παίζαμε παιχνίδια. Διασκεδάζαμε όμως, δεν ήταν μόνο ναρκωτικά, γελούσαμε ασταμάτητα».


Εκκεντρικός και εργασιομανής


Μόλις χώρισε από την Μπλάουελ, έβγαλε στο σφυρί μέσω του οίκου Sotheby’s τα άπειρα κουστούμια του και τα αντικείμενα που συνέλεγε με πάθος για χρόνια ­ η δεύτερη μακροχρόνια αγάπη του μετά τη μουσική. Η δημοπρασία λειτούργησε ως συμβολικό σημείο καμπής: ο τραγουδιστής απεξαρτήθηκε από τα ναρκωτικά, έκανε εμφύτευση μαλλιών και το 1991 ίδρυσε το Ιδρυμα AIDS Ελτον Τζον.


«Η σεξουαλικότητά μου έπεσε κατακόρυφα μόλις έκοψα την κοκαΐνη. Ημουν από τους λίγους κοκαϊνομανείς με ακόρεστη όρεξη για σεξ. Μόλις έμπαινα σ’ ένα κλαμπ και έβλεπα κάποιον που δεν είχα γνωρίσει, αμέσως έπαιρνε σειρά. Το έπαθλό του ήταν ένα πουκάμισο του Βερσάτσε ή ένα ρολόι του Καρτιέ. Καμία όμως από αυτές τις σχέσεις δεν προχώρησε. Δεν μπορείς να παίρνεις τόσα ναρκωτικά και να κάνεις τόσο κλάμπινγκ και συγχρόνως να διατηρείς μακροχρόνιες σχέσεις».


Το 1992 ηχογράφησε τον δίσκο «The One», ο οποίος έγινε δύο φορές πλατινένιος, και η καριέρα του αναγεννήθηκε. Χάρη σε αυτόν ο Ελτον και ο Τόπιν ξανάσπασαν το ρεκόρ συμβολαίου με τη συμφωνία 39 εκατομμυρίων δολαρίων που υπέγραψαν με τη Warner. «Ακόμη και σήμερα, όταν βλέπω κάποιον ωραίο, αμέσως σκέφτομαι: “Μακάρι να μπορούσα να τον δω γυμνό”. Πάντα επιθυμούσα να είχα μια μηχανή που δεν θα την είχε κανείς άλλος και που θα μου επέτρεπε να δω όποιον θέλω γυμνό. Οι άνθρωποι είναι τόσο ελκυστικοί. Είμαι όμως πολύ χαρούμενος. Αγαπώ πολύ τον Ντέιβιντ Φέρνις και θα ήμουν τρελός αν κατέστρεφα τη ζωή μας».


Σήμερα ο Ελτον Τζον δηλώνει εργασιομανής, ευτυχισμένος που είναι καθηλωμένος πίσω από ένα πιάνο, «γιατί όταν είσαι 50 ετών είναι δύσκολο να χοροπηδάς πέρα δώθε στη σκηνή», και έτοιμος να γράψει τη βιογραφία του, η οποία θα είναι έτοιμη το φθινόπωρο. Μοιάζει άλλος άνθρωπος, απαλλαγμένος από τις εξαρτήσεις και από την «εξάρτησή» του να μιλά για τις εξαρτήσεις του. «Για τρία χρόνια δεν έχασα καμία συνάντηση του ΑΑ (κέντρου απεξάρτησης). Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το μόνο θέμα για το οποίο μιλούσα ήταν το γεγονός ότι δεν έπινα πια και δεν έπαιρνα πια κόκα. Οι άνθρωποι πέθαιναν από βαρεμάρα μπροστά στα μάτια μου. Μόλις έμπαινα σ’ ένα δωμάτιο, ήθελαν να πηδήξουν από το παράθυρο. Κατάλαβα ότι δεν έπρεπε να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μιλώντας για την εποχή όπου έπινα και έπαιρνα ναρκωτικά. Τώρα με ενδιαφέρει περισσότερο το μέλλον» λέει.


Ο Ελτον Τζον παρέμεινε απόλυτα επίκαιρος σχεδόν καθένα από τα 30 χρόνια της καριέρας του. Πώς το κατάφερε αυτό; Ισως χάρη στην ευκολία του να περνά από τη σόουλ στην ντίσκο και στην κάντρι και από εκεί στις κλασικές μπαλάντες· ή χάρη στη σκηνική παρουσία του. Ο κάποτε φαντασμαγορικός πουπουλοφόρος όμως έχει μετατραπεί σε πιο εγκρατή μεσήλικο αλλά συνεχίζει να κάνει επιτυχίες. Είναι ένας από τους λίγους τραγουδιστές της ποπ του οποίου η απήχηση «δεν γνωρίζει δημογραφικούς περιορισμούς», έγραψε το περιοδικό «Time». «Είναι το σύμβολο της νεανικής πίστης ότι κανείς δεν είναι υπερβολικά κοντός, υπερβολικά χοντρός, υπερβολικά αδέξιος ή υπερβολικά καταπιεσμένος από τους γονείς του για να γίνει όχι μόνο πλούσιος και διάσημος, αλλά αγαπητός στα πλήθη».