Η νομιμότητα χάνεται στο χάος των φακέλων


Θα χρειαζόταν να επιστρατεύσει κανείς τα αποθέματα της φαντασίας του για να φτιάξει μια ιστορία σαν αυτήν που διηγείται δικηγόρος των Αθηνών: «Χρειάστηκε να πάω για μια υπόθεση πελάτη μου στο υποθηκοφυλακείο νησιού του Αιγαίου. Χάος. Φάκελοι με συμβόλαια που εξείχαν βρίσκονταν στοιβαγμένοι ακόμη και στο πάτωμα της τουαλέτας. Οπως καταλαβαίνετε, στάθηκε αδύνατο να… ανακαλύψω τα στοιχεία που με ενδιέφεραν. Οταν κουράστηκα πια να ψάχνω, πήρα το θάρρος και ρώτησα τον υποθηκοφύλακα: “Μήπως μπορείτε να ψάξετε εσείς και να μου στείλετε τα στοιχεία στη Αθήνα; Θα πληρωθείτε φυσικά για τον κόπο σας”. Δέχθηκε την πρότασή μου ευχαρίστως, κανονίσαμε την αμοιβή του και έφυγα. Σε λίγες ημέρες είχα στο γραφείο μου όλα όσα χρειαζόμουν. Του τηλεφώνησα για να τον ευχαριστήσω και δεν κρατήθηκα: “Μα πώς τα καταφέρατε τόσο γρήγορα με αυτά τα μπερδεμένα αρχεία; ” ρώτησα. “Α, εγώ, αγαπητέ μου, έχω τα δικά μου βιβλία” απάντησε. Εμεινα ενεός! Ο άνθρωπος κρατούσε “μαύρα βιβλία”!».


Η περίπτωση είναι ακραία, αλλά όχι μεμονωμένη. Κατά γενική ομολογία στα μικρά επαρχιακά υποθηκοφυλακεία τα προβλήματα σωρεύονται και η σύννομη ή μη λειτουργία τους επαφίεται στον πατριωτισμό των υποθηλοφυλάκων, οι οποίοι εκτελούν ταυτόχρονα και χρέη συμβολαιογράφου. Γιατί δεν είναι μόνο το αντικείμενο της δουλειάς ενός υποθηκοφύλακα λαβυρινθώδες, είναι και ο κερματισμός του εργασιακού τους καθεστώτος. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν τριών ειδών υποθηκοφύλακες: Οι έμμισθοι, οι οποίοι πληρώνονται από το Δημόσιο, οι ειδικοί, οι οποίοι διορίζονται από τον υπουργό Δικαιοσύνης και αμείβονται με ποσοστό από τα έσοδα του υποθηκοφυλακείου, και οι μη ειδικοί, συνήθως συμβολαιογράφοι, που υπηρετούν σε νησιά και απομακρυσμένες περιοχές.



Το θέμα της λειτουργίας των μικρών επαρχιακών υποθηκοφυλακείων ήρθε στην επικαιρότητα όταν πριν από λίγο καιρό η νέα υποθηκοφύλακας Κέας ζήτησε να απαλλαγεί από τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν στις αρχές του 2000, μετά τη συνταξιοδότηση του προηγούμενου υποθηκοφύλακα. Το υπουργείο Δικαιοσύνης τελικά προκήρυξε τη θέση και θα τοποθετηθεί εκεί άλλος υποθηκοφύλακας. Το Υποθηκοφυλακείο Κέας, όπως αποκαλύφθηκε, θα πρέπει να ήταν (τώρα έχει ξεκινήσει η μηχανογράφηση του αρχείου) από τα πιο ανοργάνωτα σε όλη τη χώρα.


Επιστολές διαμαρτυρίας από δικηγόρους για την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατούσε εκεί είχαν φθάσει πολλές φορές στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Εναντίον του προηγούμενου υποθηκοφύλακα έχουν διεξαχθεί ήδη εισαγγελικές έρευνες.


* Το κοινό μυστήριο


Στο νησί, όπως μάθαμε, ήταν κοινό μυστικό ότι με 50.000 δρχ. μπορούσες να βγάλεις όποιο πιστοποιητικό ήθελες και ότι με 2 εκατ. δρχ. μπορούσες να μεταγράψεις ακόμη και παράνομο συμβόλαιο. Εχουν βρεθεί συμβόλαια αγοραπωλησιών τα οποία περιέχουν ιδιωτικά οικοδομικά σχέδια!


Στις συναλλαγές δεν υπήρχε καμία ασφάλεια, αφού για να κάνει κανείς έλεγχο στο ακίνητο που τον ενδιέφερε έπρεπε να ψάξει σε 3.000 ονόματα και σε φακέλους που βρίσκονταν ακόμη και στο πάτωμα του υποθηκοφυλακείου, σπαταλώντας ως και τρεις ώρες, μια διαδικασία που κανονικά δεν διαρκεί περισσότερο από πέντε λεπτά.


Επί χρόνια ο προηγούμενος υποθηκοφύλακας παρουσίαζε στους ελέγχους μηδενική έκδοση πιστοποιητικών, αποφεύγοντας έτσι να αποδώσει τον φόρο που αναλογούσε στο Δημόσιο. Κι όμως στο Υποθηκοφυλακείο Κέας γίνονται κάθε χρόνο 900 πράξεις και εκδίδονται 100-150 πιστοποιητικά τον μήνα.


Πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την περίπτωση της Κέας ιδιάζουσα. Είναι όμως έτσι;


Η έρευνα αποκάλυψε ότι υπάρχουν προβλήματα, ίσως όχι αντίστοιχου μεγέθους, σε αρκετά υποθηκοφυλακεία. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι υποθηκοφύλακες πασχίζουν να κρατήσουν την τάξη και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας συχνά εξαντλητικής δουλειάς, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση και βοήθεια.


«Χρειάστηκε να αντιμετωπίσω μια ειδική περίπτωση σε συμβόλαιο αμφίβολης νομιμότητας» εκμυστηρεύεται νέα υποθηκοφύλακας «και ρώτησα τους συλλόγους των υποθηκοφυλάκων, των συμβολαιογράφων και των μηχανικών. Πήρα τρεις διαφορετικές απαντήσεις. Είναι πολύ μπερδεμένο το νομοθετικό πλαίσιο».


* Η συνηθισμένη πρακτική


Η συνηθισμένη πρακτική για να λύσει ένας υποθηκοφύλακας τυχόν απορίες του (άλλη βοήθεια, όπως λένε οι ίδιοι οι υποθηκοφύλακες, δεν τους παρέχεται από πουθενά, ούτε από το υπουργείο Δικαιοσύνης, του οποίου η σχετική διεύθυνση ασκεί μόνο διοικητική εποπτεία) είναι να τηλεφωνεί σε παλαιότερους και εμπειρότερους συναδέλφους του!


«Το τηλέφωνό μου χτυπά καθημερινά πολλές φορές και είναι συνάδελφοι οι οποίοι δεν ξέρουν πράγματα απλά, όπως το χαρτόσημο που πρέπει να επικολληθεί σε ένα έγγραφο ή ποιο συμβόλαιο θεωρείται έγκυρο και ποιο όχι.


Δυστυχώς, λειτουργούμε ακόμη εμπειρικά. Τώρα τελευταία άρχισαν να οργανώνονται κάποια επιμορφωτικά σεμινάρια» επισημαίνει ο προϊστάμενος του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, κ. Ιωάννης Μαραμπουτάκης.


Η ανοργανωσιά έχει… ψωμί


Τα υποθηκοφυλακεία ιδρύθηκαν το 1856, με τον νόμο «Περί Μεταγραφών» (προηγουμένως τηρούνταν τα βιβλία υποθηκών). Η τελευταία προσπάθεια εκσυγχρονισμού του τρόπου λειτουργίας τους και της οργάνωσης των αρχείων τους έγινε το 1961 (το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε το 1963) και θεωρήθηκε πολύ προχωρημένη για τα δεδομένα της εποχής. Το διάταγμα αυτό ποτέ δεν εφαρμόστηκε στο σύνολό του, ειδικά από τα υποθηκοφυλακεία της επαρχίας (εξ ου και τα προβλήματα), αν και έληγε η ισχύς του το 1965. Από τότε ως σήμερα ανανεώνεται κάθε χρόνο με πράξη της αρμόδιας διεύθυνσης του υπουργείου Δικαιοσύνης!


Πολλά έχουν αλλάξει στα χρόνια αυτά, ειδικές υποχρεώσεις προέκυψαν από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η τεχνολογία εξελίχθηκε δημιουργώντας νέες ανάγκες, αλλά «εμείς έχουμε μείνει στην εποχή των ΤΤΤ» παρατηρεί ένας υποθηκοφύλακας, εννοώντας την προπολεμική κρατική υπηρεσία «Τηλεφωνία – Τηλεγραφία – Ταχυδρομείο». Βιβλία αναχρονιστικά, τα οποία αν και είναι δημόσια στην ουσία δεν επιτρέπουν τον έλεγχο, αφού ο ενδιαφερόμενος αναγκάζεται να ψάχνει σε χιλιάδες ονόματα. Υποθήκες που έπρεπε να δημοσιεύονται εντός δύο ημερών μένουν για μήνες στα συρτάρια (πριν από δύο χρόνια η εισαγγελική έρευνα εντόπισε 4.000 μη καταχωρημένες υποθήκες στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών), ενώ δεν λείπουν οι καταγγελίες για συμβόλαια που παραπέφτουν ή προχρονολογούνται με το αζημίωτο προκειμένου να γλιτώσει ο ιδιοκτήτης την υποθήκευση της περιουσίας του.


Το ερώτημα που προκύπτει εύλογα είναι για ποιον λόγο οι υποθηκοφύλακες δεν φρόντισαν να οργανώσουν τα αρχεία τους, αφού αυτό θα διευκόλυνε κατ’ αρχάς τους ίδιους. Η απάντηση δίδεται από έναν από τους παλαιότερους υποθηκοφύλακες με πολυετή εμπειρία στον χώρο: «Το μεγάλο πρόβλημα εντοπίζεται στα Γενικά Αλφαβητικά Ευρετήρια, στα οποία καταχωρούνται κατά λεξικογραφική σειρά τα επώνυμα. Σε ορισμένα υποθηκοφυλακεία η καταχώρηση αυτή δεν έγινε σκόπιμα. Ετσι ο υποθηκοφύλακας έχει στο χέρι τους δικηγόρους που έρχονται από άλλες περιοχές για να ελέγξουν τα αρχεία ή να κάνουν μεταγραφές ακινήτων ή να πάρουν κάποιο πιστοποιητικό και τους εκβιάζει ζητώντας χρήματα». Δεν είναι ο μόνος τρόπος. Ο υποθηκοφύλακας μπορεί να απορρίψει τη μεταγραφή ενός συμβολαίου χωρίς καμία αιτιολόγηση, στηριζόμενος καταχρηστικά στο άρθρο 791 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ο πολίτης έχει δύο τρόπους αντίδρασης: ή θα πληρώσει ή θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη, όπου θα χρειαστεί περίπου έναν χρόνο για να δικαιωθεί και θα υποστεί την (πολλαπλάσια) οικονομική ζημιά της καθυστέρησης.


Το πρόβλημα έχει τη ρίζα του στην ποιότητα του χαρακτήρα ενός υποθηκοφύλακα αλλά και στον τρόπο διορισμού του. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που εκκενώνεται μια θέση, ακόμη και σε μικρές πόλεις, ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός των ενδιαφερομένων ξαφνιάζει. Στην επιλογή παίζουν ρόλο όλα όσα παραδοσιακά θεωρούνται σημαντικά για την κατάληψη δημόσιου αξιώματος: τα προσόντα του υποψηφίου, οι γνωριμίες του, η πολιτική τοποθέτησή του… Αρκεί να αναφερθούν δύο νούμερα για να γίνουν κατανοητά η σπουδή και ο αγώνας για την απόκτηση υποθηκοφυλακείου. Ο ετήσιος τζίρος των υποθηκοφυλακείων όλης της χώρας αγγίζει τα 50 δισ. δρχ. και τα συνολικά δικαιώματα ενός ειδικού υποθηκοφύλακα σε μεγάλο επαρχιακό γραφείο φθάνουν τα 3-4 εκατ. δρχ. μηνιαίως.


Ποιοι διεκδικούν τις θέσεις


Οι έμμισθοι ­ 18 τον αριθμό ­ υπηρετούν σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Οι ειδικοί ­ 240 δικηγόροι, δικαστικοί και συμβολαιογράφοι, στους οποίους το κράτος εκχώρησε δημόσια εξουσία ­ επίσης υπηρετούν σε μεγάλες, αλλά και σε πιο μικρές πόλεις. Η αμοιβή των ειδικών υποθηκοφυλάκων καθορίζεται με ποσοστό από τα έσοδα του υποθηκοφυλακείου.


Διορίζονται από τον υπουργό Δικαιοσύνης (μετά από την απλή συμβουλευτική γνώμη ενός συμβουλίου, την οποία ο υπουργός δεν είναι υποχρεωμένος να λάβει υπόψη του), εφαρμόζοντας έναν νόμο που ισχύει από το 1940.


Η συνταγματικότητα της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που έχει ο εκάστοτε υπουργός Δικαιοσύνης για τον διορισμό των άμισθων υποθηκοφυλάκων έχει προσβληθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας και εκκρεμεί η απόφαση της επταμελούς σύνθεσης.


Προηγουμένως η πενταμελής σύνθεση έκρινε ομόφωνα συνταγματική την ευχέρεια του υπουργού με την υπ’ αριθμόν 2005/1999 απόφασή της, θεωρώντας ότι δεν καθίστανται οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις αντισυνταγματικές «υπό την έννοια ότι παραβιάζονται οι συνταγματικές αρχές της ανάπτυξης της προσωπικότητας, της επαγγελματικής ελευθερίας και της πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις κάθε έλληνα πολίτη με βάση την προσωπική του αξία και ικανότητα. Και αυτό γιατί δικαστική προστασία συνταγματικού επιπέδου, που συνίσταται στην αξίωση ειδικής αιτιολογίας της παραλείψεως, υπάρχει μόνο υπέρ του καταδήλως υπερέχοντος στα ουσιαστικά προσόντα υποψηφίου για την πλήρωση της θέσης δημοσίου υπαλλήλου και συνεπώς ο κοινός νομοθέτης είναι κατά τα λοιπά ελεύθερος να σταθμίζει και να επιλέγει χωρίς να ελέγχεται από τον ακυρωτικό δικαστή, τον βαθμό της διακριτικής εξουσίας, τον οποίο εκάστοτε παρέχει στη διοίκηση μέσω της διαδικασίας πλήρωσης της θέσης που ο ίδιος θεσπίζει».


Την τρίτη κατηγορία υποθηκοφυλάκων αποτελούν οι 132 μη ειδικοί άμισθοι υποθηκοφύλακες, οι οποίοι υπηρετούν σε χωριά και απομακρυσμένες περιοχές.


Το έργο του υποθηκοφύλακα αναλαμβάνει εκ του νόμου ο συμβολαιογράφος που υπηρετεί στην περιοχή ή ο αρχαιότερος, αν υπάρχουν περισσότεροι από έναν, ή ο ειρηνοδίκης.


Σε αυτά τα υποθηκοφυλακεία η κατάσταση είναι, σύμφωνα με τους χαρακτηρισμούς ανθρώπων που γνωρίζουν καλά τον χώρο, από «κακή» ως «αθλία», χωρίς να φέρει πάντα την ευθύνη για τα χάλια αυτά ο ίδιος ο υποθηκοφύλακας.


Γιατί δεν είναι εύκολο να νοικοκυρέψει κανείς αρχεία στα οποία δεν εφαρμόστηκε ποτέ το λεξικογραφικό σύστημα στην καταχώρηση των ονομάτων (δηλαδή η καταχώρηση σε καρτέλες των επωνύμων κατά αλφαβητική σειρά), χωρίς καμία ουσιαστική βοήθεια.


«Η λειτουργία των συγκεκριμένων υποθηκοφυλακείων εξυπηρετούσε τις ανάγκες του κράτους πριν από αρκετές δεκαετίες, όταν ακόμη δεν είχαν αναπτυχθεί τα συγκοινωνιακά μέσα. Μεμονωμένες περιπτώσεις δυσλειτουργίας μπορεί να υπάρχουν, αλλά δεν φταίει σε αυτό ο θεσμός, ο οποίος είναι από τους πιο επιτυχημένους στην Ελλάδα.


Τα προβλήματα οφείλονται στο γεγονός ότι συσσωρεύονται στα μη ειδικά υποθηκοφυλακεία οι εργασίες του υποθηκοφύλακα και του συμβολαιογράφου σε ένα άτομο που πιθανόν να αδυνατεί να ανταποκριθεί» παρατηρεί ο κ. Μητσόπουλος.


Αυτή τη στιγμή εκκρεμεί η πλήρωση οκτώ θέσεων Ειδικών Αμισθων Υποθηκοφυλάκων, για τις οποίες έχει γίνει προκήρυξη και έχουν υποβληθεί τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά.


Επίσης έχει προκηρυχθεί η θέση του ειδικού άμισθου υποθηκοφύλακα στο νέο Υποθηκοφυλακείο Χανίων.


Το γερό μπαξίσι ανοίγει πόρτες


Το μπαξίσι έχει καθιερωθεί ακόμη και για τους υπαλλήλους των υποθηκοφυλακείων προκειμένου να επισπευσθεί η έκδοση των πιστοποιητικών. Οι υποθηκοφύλακες, ειδικά οι άμισθοι, κάνουν τα στραβά μάτια, αφού οι υπάλληλοι μισθοδοτούνται από αυτούς. Σε πρόσφατη έρευνα της εφημερίδας στις σεισμόπληκτες περιοχές της Αττικής, απηυδισμένοι μηχανικοί εξιστορούσαν την ταλαιπωρία που υφίστανται περιμένοντας ως και δύο μήνες για να πάρουν ένα αντίγραφο συμβολαίου και το ότι «διευκολύνονται» δίνοντας πεντοχίλιαρα και δεκαχίλιαρα στους υπαλλήλους των υποθηκοφυλακείων. «Στις σεισμόπληκτες περιοχές ο φόρτος της δουλειάς στα υποθηκοφυλακεία έχει πολλαπλασιαστεί γιατί υπάρχουν ταυτόχρονα έξι πράξεις εφαρμογής και τα γραφεία ανοίγουν μία ώρα νωρίτερα για να προφθάσουν. Οι συνάδελφοι κάνουν ό,τι μπορούν, θα έπρεπε όμως να υπάρχει καλύτερη συνεργασία με το ΥΠΕΧΩΔΕ. Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για τις συναλλαγές. Σε κανένα μέρος της Ελλάδας. Ο θεσμός λειτουργεί άριστα» παρατηρεί ο πρόεδρος της Ενωσης Αμισθων Υποθηκοφυλάκων κ. Αναστάσιος-Ευάγγελος Μητσόπουλος.


Οι υποθηκοφύλακες ελέγχονται τακτικά από τους προϊσταμένους εισαγγελείς, το αντικείμενο όμως της εργασίας τους είναι τόσο εξειδικευμένο ώστε χωρίς συγκεκριμένη καταγγελία είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστεί πιθανή παρανομία. Πάντως σε όσα υποθηκοφυλακεία έχει προχωρήσει η μηχανοργάνωση των αρχείων η κατάσταση έχει βελτιωθεί αισθητά. Μειώθηκαν οι ουρές, ο χρόνος έκδοσης των πιστοποιητικών, ενώ διασφαλίζεται πλήρως η ασφάλεια των συναλλαγών, αφού πέραν των άλλων αποφεύγεται και η αφαίρεση σελίδων από βιβλία του υποθηκοφυλακείου από πολίτες που ήθελαν να αποκρύψουν στοιχεία για το ακίνητό τους αγνοώντας ότι αυτά βρίσκονται καταγραμμένα και αλλού.


Πολλοί ζητούν να αλλάξει η νομοθεσία ώστε να μπορεί να καλύψει τις σύγχρονες ανάγκες. Δεν αρκεί όμως αυτό. «Κατά τη γνώμη μου χρειάζεται μια γενναία προσπάθεια εκσυγχρονισμού των υπηρεσιών. Το 1999 είχε διενεργηθεί εισαγγελική έρευνα, η οποία διαπίστωσε μια κατάσταση τραγική. Περίπου 20.000 έγγραφα δεν ήταν καταχωρημένα, τα πιστοποιητικά έβγαιναν μετά από έξι μήνες και οι κατασχέσεις εγγράφονταν στα βιβλία μετά από έναν χρόνο. Καταλαβαίνετε την ανασφάλεια που δημιουργήθηκε στην αγορά» λέει ο κ. Μαραμπουτάκης, ο οποίος τότε μόλις είχε αναλάβει προϊστάμενος.


Το υποθηκοφυλακείο τώρα έχει μεταστεγαστεί σε νέο κτίριο και οι ουρές έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. «Καταφέραμε μέσα σε λίγους μήνες να μηχανοργανώσουμε την υπηρεσία, να καταχωρήσουμε όλες τις εκκρεμότητες και να εκσυγχρονίσουμε τον τρόπο λειτουργίας των γραφείων. Ετσι σε τρεις εργάσιμες ημέρες εκδίδονται τα πιστοποιητικά και γίνεται ενημέρωση των βιβλίων. Θέλουμε να προχωρήσουμε και άλλο. Να στέλνουμε τα πιστοποιητικά στους πολίτες και να χρησιμοποιήσουμε και το Διαδίκτυο για την παροχή πληροφοριών. Σχεδιάζουμε μάλιστα και ένα σύστημα με το οποίο θα μπορούν οι δικηγόροι, χρησιμοποιώντας ειδικό κωδικό, να ελέγχουν την κατάσταση των ακινήτων από τον υπολογιστή του γραφείου τους. Χρήσιμο θα ήταν να δημιουργηθεί ένα κεντρικό αρχείο, στο οποίο θα υπάρχουν στοιχεία για όλη την Ελλάδα και τα υποθηκοφυλακεία της επαρχίας να λειτουργούν σαν περιφερειακά γραφεία» προτείνει ο κ. Μαραμπουτάκης.


Την ανάγκη δημιουργίας μιας κεντρικής υπηρεσίας επισημαίνει και ο κ. Μητσόπουλος, αφού έτσι «θα μπορεί ο κάτοικος μιας περιοχής να ελέγχει ακίνητα που βρίσκονται σε άλλο σημείο της χώρας ή να μεταγράφει συμβόλαια χωρίς να μεταβαίνει στην περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο». Η Ενωση Αμισθων Υποθηκοφυλάκων έχει υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση του θεσμού, όπως: Να ενωθούν τα μη ειδικά, όταν εκκενώνονται οι θέσεις, με τα πιο κοντινά ειδικά υποθηκοφυλακεία. Να μετατραπεί η Ενωση σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με δυνατότητα να ασκεί έλεγχο στα μέλη της. Να αυξηθούν τα δικαιώματα στα μικρά υποθηκοφυλακεία, όπου ο υποθηκοφύλακας αμείβεται με 100.000-120.000 δρχ. τον μήνα, ώστε να αντιμετωπιστούν καλύτερα οι διοικητικές τους ανάγκες.


Αν και οι υποθηκοφύλακες ζητούν συγκεκριμένα πράγματα (τονίζοντας σε κάθε ευκαιρία την καλή συνεργασία που έχουν με το υπουργείο Δικαιοσύνης), ο Γενικός Γραμματέας του υπουργείου κ. Πρόδρομος Ασημιάδης θεωρεί ότι όλα λειτουργούν ρολόι! «Η νομοθεσία είναι επαρκής και τα υποθηκοφυλακεία είναι όλα εκσυγχρονισμένα. Το υπουργείο δεν μελετά καμία αλλαγή» δηλώνει ο κ. Ασημιάδης. «Ανωμαλίες υπάρχουν παντού. Αν κάτι υποπέσει στην αντίληψή μας, λαμβάνουμε τα μέτρα μας. Πρόκειται πάντως για περιορισμένες περιπτώσεις».


Το περίεργο είναι ότι, όταν ζητήσαμε στοιχεία για την κατάληξη των ελέγχων σε αυτές τις περιορισμένες περιπτώσεις, ο κ. Ασημιάδης απάντησε ότι είναι απόρρητα. Αναρωτιέται όμως κανείς γιατί χρειάστηκε να παρέμβει ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Μιχάλης Σταθόπουλος προκειμένου να μάθουμε πόσοι υποθηκοφύλακες υπηρετούν σήμερα στην Ελλάδα!