Ο Κρεγκ Πάις είναι ένας από τους τέσσερις ρεπόρτερ της εφημερίδας «New York Times» που εργάστηκαν στο Μεξικό για ένα χρόνο ερευνώντας την κρατική διαφθορά στο θέμα της διακίνησης ναρκωτικών. Στη διάρκεια αυτού του χρόνου δέχθηκαν πολλές απειλές κατά της ζωής τους και μηνύθηκαν από τους αστυνομικούς των οποίων το όνομα είχε συνδεθεί με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Ανταμείφθηκαν όμως στις 14 Απριλίου, όταν πληροφορήθηκαν ότι κέρδισαν το βραβείο Πούλιτζερ στην κατηγορία της διεθνούς ειδησεογραφίας.


«Ελπίζω αυτό να στείλει ένα μήνυμα στους ρεπόρτερ της Λατινικής Αμερικής οι οποίοι κακοποιούνται από τις κυβερνήσεις καθώς διεξάγουν τις έρευνές τους» είπε ο Πάις.


Τα βραβεία Πούλιτζερ, 14 στο σύνολό τους, θεωρούνται η μεγαλύτερη τιμή της δημοσιογραφίας. Απονέμονται κάθε χρόνο από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης καθ’ υπόδειξη μιας επιτροπής που αποτελείται από βετεράνους αρχισυντάκτες. Το κάθε βραβείο συνοδεύεται από χρηματικό ποσό 5.000 δολαρίων.


Η εφημερίδα «New York Times» έλαβε εφέτος τρία βραβεία, ενώ η «Los Angeles Times» δύο. Το βραβείο στην κατηγορία της βιογραφίας πήγε στην Κάθριν Γκράχαμ, πρόεδρο της εκτελεστικής επιτροπής της εφημερίδας «Washington Post», για την αυτοβιογραφία της «Personal History» («Προσωπική ιστορία»).


Ο Μάικ Μακ Αλαρι, της εφημερίδας «New York Daily News», κέρδισε το βραβείο στην κατηγορία των σχολίων για μια σειρά στήλες του με θέμα την κακοποίηση του αϊτινού μετανάστη Αμπνερ Λουίμα από αστυνομικούς του τμήματος του Μπρούκλιν. Ο Μακ Αλαρι ήταν ο πρώτος που κατάφερε να πάρει συνέντευξη από τον Λουίμα, ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο, λίγες ημέρες μετά την επίθεση των αστυνομικών.


Ο 46χρονος Γκάρι Κον και ο 45χρονος Ουίλ Ινγκλαντ, από την εφημερίδα «The Sun of Baltimore», έλαβαν το βραβείο στην κατηγορία της ερευνητικής δημοσιογραφίας για μια σειρά άρθρα τους τα οποία αποκάλυψαν τους κινδύνους που απειλούν τους εργάτες και το περιβάλλον κατά την αποσυναρμολόγηση των παροπλισμένων πλοίων. Οι περιγραφές των ακρωτηριασμένων και σκοτωμένων εργατών από τη Βαλτιμόρη ως την Ινδία έκαναν το αμερικανικό ναυτικό να εγκαταλείψει τα σχέδιά του να στείλει στο εξωτερικό παλιά πολεμικά πλοία για να αποσυναρμολογηθούν και το υπουργείο Αμυνας παρήγγειλε μια μελέτη για την ασφαλή αποσυναρμολόγηση των πλοίων.


Η ιστορία ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1995, όταν ο Ινγκλαντ συμμετείχε σε μια ξενάγηση στα εγκαταλειμμένα πλοία στο λιμάνι της Βαλτιμόρης. Εκεί παρατήρησε και το πολεμικό πλοίο «Coral Sea» που προοριζόταν για αποσυναρμολόγηση. Από περιέργεια παρακολούθησε την τύχη του πλοίου και αποκάλυψε ότι οι πετρελαιοκηλίδες και η έκθεση σε βλαβερά υλικά ήταν στην ημερήσια διάταξη της δουλειάς των «αποσυναρμολογητών», όχι μόνο στη Βαλτιμόρη αλλά και αλλού.


Ο Ινγκλαντ ανακάλυψε ότι μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το πολεμικό ναυτικό άρχισε να πουλάει τα παλιά πλοία του για παλιοσίδερα, προσπαθώντας να βγάλει κάποιο κέρδος από αυτά. Ακολουθώντας τα από λιμάνι σε λιμάνι, είδε ότι παντού άφηναν πίσω τους τραυματισμένους εργάτες και μολυσμένα νερά. Μαζί με τον Κον ταξίδεψαν στη Βόρεια Καρολίνα και στο Τέξας και έπεισαν μεξικανούς εργάτες να περιγράψουν τις επικίνδυνες συνθήκες εργασίας.


Τελικά ταξίδεψαν ως το Αλάνγκ της Ινδίας όπου 30.000 εργάτες αποσυναρμολογούν πλοία σε φριχτές συνθήκες. Ο φωτογράφος τους, ο Πέρι Θόρσβικ, τον οποίον ευχαρίστησαν ιδιαιτέρως όταν πήραν το βραβείο, απαθανάτισε ξυπόλυτους εργάτες που μετέφεραν τόνους ατσάλι και τις αυτοσχέδιες κηδείες όσων δεν επέζησαν.


«Εντυπωσιαστήκαμε από τον τρόπο με τον οποίο οι ρεπόρτερ της “Sun” πήραν μια ιστορία της περιοχής τους και την “κυνήγησαν” σε εθνικό και διεθνές επίπεδο» είπε ο Πολ Τας, αρχισυντάκτης της εφημερίδας «St Petersburg Times» και πρόεδρος της πενταμελούς επιτροπής που επιλέγει τον νικητή στην κατηγορία της ερευνητικής δημοσιογραφίας.


Από τις υπόλοιπες κατηγορίες ξεχώρισαν οι δημοσιογράφοι Ράσελ Κάρολο και Τζεφ Νέσμιθ, που έλαβαν βραβείο Πούλιτζερ για την έρευνά τους για τις ­ ορισμένες φορές θανατηφόρες ­ ελλείψεις του συστήματος υγείας του αμερικανικού στρατού.