Ετήσιο τζίρο 4 δισ. δολαρίων τον χρόνο παρουσίαζαν, σύμφωνα με έρευνες των ιταλικών αρχών, οι «επιχειρήσεις» μόνο του τελευταίου από το μαγικό τρίο των αρχαιοκαπήλων Τζιάκομο Μέντιτσι (Giacomo Medici), Ρόμπερτ Χεκτ (Robert Hecht Jr.) και Ρόμπιν Σάιμς (Robin Symes), ενώ χιλιάδες αρχαία πέρασαν από τα χέρια και των τριών. Αν και οι τρεις συνεργάζονταν συχνά για την πώληση πάρα πολλών αρχαίων, ο καθένας τους διατηρούσε τη δική του επιχείρηση και ζωή. H κλίμακα πάντως και το… εύρος αυτού του είδους των επιχειρήσεων είναι όντως εντυπωσιακά! Αίγυπτος, Συρία, Τουρκία, Κυκλάδες, Τσερβέτερο, Γενεύη, Μαλιμπού είναι από τις αμαρτωλές διαδρομές που ακολουθούσαν τα αρχαία. Υπήρχαν και άλλες…


Είμαστε ακόμη στην αρχή, το ξετύλιγμα όμως του κουβαριού που άρχισε πριν από περίπου δέκα χρόνια με την είσοδο των ιταλικών αρχών στην αποθήκη του Τζιάκομο Μέντιτσι και συνεχίστηκε όταν η Ελληνική Αστυνομία πήγε στη Σχοινούσα μπάζοντας τον «αφελή λαουτζίκο» σε έναν κόσμο οικονομικής τρέλας έχει ακόμη κλωστή για ξετύλιγμα. Ηδη, όμως, είναι σαν να άνοιξε ο ασκός του Αιόλου καθώς δισεκατομμύρια δολάρια, ευρώ και στερλίνες ξεχύνονται στο πάτωμα μαζί με αμέτρητα έργα τέχνης, αρχαία και μεταγενέστερα έργα αμύθητης αξίας αλλά και ομορφιάς. Είναι η πρώτη φορά που η τυποποιημένη έκφραση «αμύθητης αξίας» του αστυνομικού και καμιά φορά και αρχαιολογικού ρεπορτάζ, δυο λέξεις που τόσο συχνά μάς έκαναν να χαμογελάμε ειρωνικά, γίνονται ακριβολόγες. Ναι, τα αρχαία είναι εκπληκτικά, αλλά και η αξία όπου κατόρθωσε να τα οδηγήσει το αρχαιοκαπηλικό δαιμόνιο αυτής της τριάδας ξεπερνάει και την πιο τρελή φαντασία. Οπως την πιο τρελή φαντασία ξεπερνούν και τα διάφορα κόλπα που μηχανεύτηκαν τα μυαλά των τριών δαιμόνιων αρχαιοκαπήλων που βρίσκονται πίσω από αυτή την υπόθεση. Γνωστά τερτίπια που λεγόταν ότι χρησιμοποιούσαν ορισμένοι μεγάλοι, παλαιότεροι έμποροι τέχνης αποδεικνύονται τώρα αθώα παίγνια της Διάπλασης των Παίδων μπροστά στους μηχανισμούς που αναπτύχθηκαν εδώ σε… επιστημονικά επίπεδα.


Το τρίο αποτελούν οι Μέντιτσι, Χεχτ και Σάιμς με τον θανόντα Χρήστο Μιχαηλίδη να βρίσκεται στα μέσα και στα έξω, οπότε ίσως κάποτε μιλήσουμε για κουαρτέτο. Προς το παρόν, πάντως, μετά το θανατηφόρο ατύχημα του τέταρτου, η οικογένειά του κληρονόμησε έπειτα από δικαστικό αγώνα μεγάλο μέρος της περιουσίας Σάιμς – Μιχαηλίδη και τώρα γίνεται προσπάθεια να της αποδοθούν και τίτλοι καταγωγής και να ενταχθεί στις «παλιές οικογένειες» των Ελλήνων της Αιγύπτου. Κάτι δηλαδή ανάλογο με τους Μπενάκη, Καλλιγά, Ροδοκανάκη, Ζερβουδάκη κ.λπ., καθώς διοχετεύεται έντεχνα στον Τύπο ο χαρακτηρισμός «παλιά οικογένεια της Αιγύπτου χαμηλών τόνων (!)». Κάθε σκέψη συσχέτισης της τακτικής αυτής με τη μέθοδο «αναβάπτισης της προέλευσης των αρχαίων», δηλαδή της απόκτησης τίτλων ή έστω πεντιγκρί που εφαρμόστηκε από τους αρχαιοκαπήλους για να ανεβάσουν τις τιμές των λαθραίων αρχαίων…, οφείλεται στην κακία του αναγνώστη.


Αλλά ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές αυτού του σκανδάλου που έχει πάρει μπάλα τους μεγαλύτερους οίκους δημοπρασιών, τους κατόχους των μεγαλύτερων συλλογών και τα μεγαλύτερα μουσεία; Πρόκειται για ένα μαγικό τρίο αρχαιοκαπηλίας που διέθετε φαντασία, αετίσιο «μάτι» για την ποιότητα της τέχνης, και δαιμόνιο μυαλό για τους περαιτέρω οικονομικούς χειρισμούς. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που άλλος από αυτούς απέκτησε χάρη στις σπουδές του, άλλος χάρη στο ένστικτο, και άλλος από πείρα η οποία αντλήθηκε από το ίδιο το αντικείμενο της επιχείρησης. Ολοι πάντως διέθεταν εκτός από αυτά και καλλιέργεια, οπωσδήποτε διεστραμμένη, αλλά πάντως ήξεραν… ιστορία της τέχνης. Ο,τι και αν πούμε, μέσα στα καλύτερα έργα τέχνης έζησαν, τα οποία, κακά τα ψέματα, είναι μεγάλο σχολειό.


Και οι τρεις που έχουν τώρα πιαστεί στα δίχτυα της δικαιοσύνης δείχνουν κάθε άλλο παρά υπόκοσμος. Είναι τρεις «κύριοι» που έχουν μάθει στη χλιδή και ήθελαν όχι μόνο να κερδίζουν από την πώληση των έργων τέχνης αλλά και να ζουν παρέα με αυτά. H περίπτωσή τους δεν είναι ασυνήθιστη σε ό,τι αφορά τον τρόπο ζωής τους και είναι γνωστά τα κόλπα που μηχανεύτηκαν για να παίζουν στο χρηματιστήριο της τέχνης με ποσά πραγματικά αμύθητης αξίας. Αυτά είναι κόλπα σχετικά γνωστά. Το πρωτοποριακό στην υπόθεση είναι ότι αυτοί εκσυγχρόνισαν και εξέλιξαν τις τακτικές αναβάπτισης της προέλευσης των αρχαίων, της περίφημης provenance, η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε έργο που εκτίθεται σε μουσείο ή δημοσιεύεται σε κατάλογο, χρησιμοποιώντας εταιρείες offshore ή πουλώντας έργα σε τρανταχτά ονόματα συλλεκτών και ξαναγοράζοντάς τα με το όνομα του συλλέκτη ως προέλευση. Μάλιστα, αυτές οι πωλήσεις επαναλαμβάνονταν και με άλλους συλλέκτες ώστε να ενδυναμωθεί η προέλευση του αρχαίου με το ότι έχει περάσει από δύο ή και τρεις γνωστές συλλογές.


Από τους τρεις ο Μέντιτσι ήταν εκείνος που διατηρούσε τις επαφές με τους τυμβωρύχους και όπως συνάγεται από τις ιταλικές έρευνες ήταν εκείνος που και τους καθοδηγούσε και τους προέτρεπε να βγάλουν περισσότερα. Ηταν εξοικειωμένος με την αργκό των παλαιοπωλών καθώς είχε μεγαλώσει στην Πιάτσα Μποργκέζε της Ρώμης, όπου οι γονείς του είχαν πάγκο και πουλούσαν αντίκες. Αργότερα άνοιξε ένα μαγαζάκι και τότε άρχισε τις επαφές με τους τομπαρόλι, τους οποίους λέγεται ότι πήγαινε με το αυτοκινητάκι του σε διάφορα σημεία της Ετρουρίας τα οποία είχε προηγουμένως εντοπίσει. H ζωή θα συνεχιζόταν κάπως έτσι, αν δεν ήταν φιλόδοξος και αν δεν είχε τη φαεινή ιδέα να ανοίξει μαγαζί στην ελεύθερη ζώνη (duty free) της Γενεύης. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 η στιγμή ήταν ιδανική για το εμπόριο έργων τέχνης και ο Μέντιτσι άδραξε την ευκαιρία. Από εκεί και πέρα άφησε να δουλέψει το επιχειρηματικό του δαιμόνιο και έφθασε να πουλάει στον ίδιο του τον εαυτό για να ξαναγοράσει από τον ίδιο σε υψηλότερες τιμές. Με αυτό τον τρόπο δεν ανέβαζε μόνο τα δικά του αρχαία αλλά και τις τιμές στην αγορά των αρχαίων γενικά.


Από τις αγοραπωλησίες σε προσωπικό επίπεδο μεταφέρθηκε εύκολα σε περισσότερο αποδοτικό μηχανισμό. Στο ξέπλυμα αρχαίων έργων τέχνης μέσω οίκων δημοπρασιών, το οποίο όταν αποκαλύφθηκε από τον βρετανό δημοσιογράφο Peter Watson οδήγησε σε κλείσιμο του Τμήματος Ελληνορωμαϊκών Αρχαίων του οίκου Sotheby’s του Λονδίνου πριν από περίπου δέκα χρόνια. Από τους τρεις, ο Μέντιτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ιταλικής έρευνας, ήταν ο λαϊκότερος αλλά από την άλλη και ο μόνος που είχε επαφή με τον υπόκοσμο των τυμβωρύχων και αρχαιοκαπήλων. Για ένα διάστημα είχε μονοπωλήσει τις προμήθειες του Μουσείου Γκετί. Μάλιστα εκνευρίστηκε τόσο όταν έμαθε ότι ένας άλλος συνάδελφός του έβγαλε στρογγυλό δεκάρι εκατομμυρίων δολαρίων από την πώληση ενός αμφισβητούμενης αυθεντικότητας Κούρου, ώστε, αμέσως, παράγγειλε έναν πανομοιότυπο αλλά μικρότερου μεγέθους τον οποίον έριξε στην αγορά αποδεικνύοντας έμμεσα την πλαστότητα του πρώτου Κούρου, που δεν είναι άλλος από τον γνωστό μας Κούρο του Γκετί, για τη γνησιότητα του οποίου έχουν γραφτεί πολλά στον Τύπο στις αρχές του ’90. Μάλιστα είχε διοργανωθεί και επιστημονική συνάντηση με έλληνες και ξένους αρχαιολόγους στο Κυκλαδικό Μουσείο της Αθήνας. Τα συμπεράσματα ήταν αρνητικά και έκτοτε στον υπομνηματισμό του έργου στο Μουσείο Γκετί αναφέρεται ότι πιθανόν να μην είναι γνήσιος.


Αν ο Μέντιτσι ήταν ο λαϊκός της παρέας, ο Χεχτ ήταν ο εστέτ και ας πούμε και ο πιο κουλτουριάρης. Μάλιστα στο αδημοσίευτο ημερολόγιό του, που έπεσε στα χέρια των Ιταλών, οφείλονται πολλές πληροφορίες για τη δράση της παρέας. Ο Χεχτ γνωρίστηκε με τον Μέντιτσι όταν σπούδαζε αρχαιολογία στη Ρώμη και από αρχαιολόγος πέρασε στην άλλη πλευρά. Οι γνώσεις του ήταν πολύτιμες και το ότι λόγω ειδικότητας μπορούσε να μιλάει ως ίσος προς ίσον με τους υπευθύνους των διαφόρων μουσείων έκανε τις διαπραγματεύσεις του αποτελεσματικές. Ο Χεχτ πούλησε στον τότε διευθυντή του Μητροπολιτικού Μουσείου Νέας Υόρκης τον περίφημο κρατήρα του Ευφρονίου, τον οποίον ο τωρινός διευθυντής επιστρέφει στους Ιταλούς μαζί με ελληνιστικά αρχαία ως χειρονομία καλής θελήσεως.


H εφευρετικότητα του Χεχτ για την εξύψωση των τιμών των αρχαίων είναι πάντως παροιμιώδης στους κύκλους των αρχαιοπωλών. Φαίνεται ότι αυτός είναι που σκαρφίστηκε το σπάσιμο ακέραιων αγγείων, των οποίων ένα μεγάλο κομμάτι πουλούσε σε κάποιον συλλέκτη ή μουσείο και στη συνέχεια διαπραγματευόταν την πώληση των θραυσμάτων κατά διαστήματα, και όσο περνούσε ο καιρός αυτόματα ανέβαιναν και οι τιμές των σπασμένων.


Οι περιπέτειες ενός πλαστού κούρου


1983: Εμφανίζεται ένα ακέραιο άγαλμα κούρου στην Ελβετία και ο αρχαιοπώλης-ανταγωνιστής του Μέντιτσι ειδοποιεί το Γκετί.


1984: Το γλυπτό μεταφέρεται στο Μαλιμπού και αρχαιολόγοι από όλον τον κόσμο εξετάζουν τη γνησιότητά του.


1985: Διαρρέει το εξωφρενικό κόστος του γλυπτού, αρχικά 7, 9 και τελικά 10 ή 12 εκατ. δολάρια.


1986: Ο κούρος εκτίθεται στο Γκετί με τη μορφή δανεισμού αλλά αμφισβητείται η γνησιότητά του.


1987: Εκδίδεται η επιστημονική δημοσίευση του έργου ως σπάνιου δείγματος από τη νέα διευθύντρια Μάριον Τρου.


1990: Εμφανίζεται ο πλαστός κούρος του Μέντιτσι.


1991: H καθηγήτρια Λ. Μαραγκού προτείνει να εκτιμηθεί η γνησιότητά του σε αρχαιολογική συνάντηση στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης της Αθήνας.


1992: Οι αρχαιολόγοι διχάζονται: «… να επιστραφεί αμέσως στο Χόλιγουντ!» προτείνει αρχαιολόγος.


Ο τρίτος της σπείρας…


Ο τρίτος της σπείρας είναι ο Σάιμς, ο οποίος μαζί με τον Μιχαηλίδη ζούσαν μεταξύ Λονδίνου, Νέας Υόρκης, Αθήνας και Σχοινούσας. Και οι δύο θεωρούνται από τους μεγαλύτερους διακινητές αρχαιοτήτων στον κόσμο και κινούνταν στους κύκλους του διεθνούς τζετ σετ με την άνεση ανθρώπων που ανήκαν εκεί από τα γεννοφάσκια τους. Φαίνεται μάλιστα πως και αυτός εκμεταλλεύτηκε το πάθος μεγάλων συλλεκτών για να αποδώσει σίγουρη προέλευση σε διάφορα αρχαία. Μια ιστορία που εμφανίστηκε στον διεθνή Τύπο είναι ενός κοσμήματος οροφής της κλασικής περιόδου, που είχε πουληθεί από τον Χεχτ σε συλλέκτη του Τέξας, το οποίο αργότερα εμφανίστηκε σε δημοπρασία στου Sotheby’s όπου αγοράστηκε από τον αρχαιοπώλη για να πουληθεί σε άλλο συλλέκτη και αργότερα να ξαναπεράσει στα χέρια του Σάιμς μαζί με την υπόλοιπη συλλογή που προωθήθηκε σε μουσείο. Στην τελευταία πια φάση η τιμή του έργου είχε απογειωθεί.


Εχει γραφτεί ότι χιλιάδες αρχαία έχουν περάσει από τα χέρια του Σάιμς και ότι στις αποθήκες του βρέθηκαν 17.000 κομμάτια, τα οποία προορίζονταν για μεγάλα μουσεία και συλλογές. Ο αριθμός είναι τεράστιος και πλέον χάνεται η σημασία, αν τα διακόσια ή τα δύο χιλιάδες που ακούμε πως βρέθηκαν στη Σχοινούσα υπολογίζονται ή είναι πρόσθετα. Οταν τα νούμερα φθάνουν σε τέτοια ύψη, είναι φυσικό και εμείς να χάνουμε τον μπούσουλα. Εκείνο που έχει σημασία τώρα πια είναι να ολοκληρωθεί η έρευνα και να διαλυθεί ο εφιάλτης. Να μπει δηλαδή σε κάποια τάξη αυτό το αέναο παιχνίδι που παίζεται ανάμεσα σε αρχαιοπώλες αυτού του είδους, σε μουσεία τα οποία ξαφνικά, όπως το Γκετί που είναι το πλουσιότερο ιδιωτικό μουσείο στον κόσμο, βρίσκονται με τεράστιες περιουσίες και επίσης και σε συλλέκτες που ασυλλόγιστα ρίχνουν λεφτά στο παράνομο εμπόριο, ως ακόμη και στις δουλειές των οίκων δημοπρασιών. Μπορεί όμως ποτέ να γίνει κάτι τέτοιο;