«Ανακάλυψα τον επιθεωρητή Μαιγκρέ πολύ μικρός, στην τηλεόραση. Ήταν μια σειρά με τον Ζαν Ρισάρ. Μιλάμε για την εποχή που η Γαλλία είχε μόλις τρία τηλεοπτικά κανάλια, οπότε όλος ο κόσμος παρακολουθούσε τον Μαιγκρέ», θα μου πει ο Ντενί Πονταλιντές, στη συνάντησή μας στο Παρίσι, στο πλαίσιο του Rendez-Vous with French Cinema – του φεστιβάλ που διοργανώνει ο οργανισμός UniFrance για την προώθηση του γαλλικού κινηματογράφου.
Αφορμή της συζήτησής μας η δική του εκδοχή για τον ήρωα του Ζορζ Σιμενόν στην ταινία «Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ και η ερωμένη του πρέσβη» (Maigret et le Mort Amoureux, 2026). «Εκείνα τα χρόνια δεν ήξερα καν το όνομα Ζορζ Σιμενόν. Οφείλω να ομολογήσω πως ούτε αργότερα μπήκα ιδιαίτερα βαθιά στο έργο του. Για εμένα ο Μαιγκρέ δεν ήταν τόσο ένας λογοτεχνικός ήρωας, όσο ένας ήρωας του θεάματος. Για την ακρίβεια, ο Πασκάλ Μπονιτζέρ (σ.σ.: ο σκηνοθέτης της φετινής ταινίας) ήταν εκείνος που με έβαλε βαθύτερα στον κόσμο του Σιμενόν».

Ακόμα και σήμερα, ο Πονταλιντές δεν μπορεί να ερμηνεύσει την παγκόσμια επιτυχία αυτού του ήρωα. «Είναι πραγματικά περίεργο. Οι ταινίες στις οποίες βρίσκουμε τον Μαιγκρέ, δεν έχουν αυτό που λέμε ”δράση”. Παρακολουθούμε έναν τύπο να κάνει ερωτήσεις, ενώ διεξάγει έρευνες. Βέβαια, από την εποχή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, οι έρευνες, η προσπάθεια να λύσεις το αίνιγμα του ”ποιος είναι ο δολοφόνος”, ήταν πάντα ένα δημοφιλές μοντέλο στον κόσμο της λογοτεχνίας και του θεάματος. Ποιος ξέρει… Ίσως το ότι ο Μαιγκρέ δεν έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά – δεν είναι λαμπερός, ούτε ιδιαίτερα ηρωικός – δίνει λόγο στον κόσμο να ταυτίζεται μαζί του».
Η ιστορία του ηθοποιού και του ρόλου
Γεννημένος το 1963, στις Βερσαλλίες, με μακρινή ελληνική καταγωγή, από την πλευρά του πατέρα του και αδελφός του Μπρουνό Πονταλιντές, σεναριογράφου, σκηνοθέτη και ομότεχνού του, ο Ντενί Πονταλιντές είναι ένας από τους πιο αναγνωρισμένους ηθοποιούς της Γαλλίας. Η πρώτη ταινία του (έχει εμφανιστεί σε περισσότερες από 150 κι έχει διεκδικήσει τέσσερις φορές το Βραβείο Σεζάρ) είναι μάλιστα η ελληνογαλλικής παραγωγής «Ξένια» (Xenia, 1989) του Ισπανού Πατρίς Βιβάνκος, ο οποίος έφυγε πέρυσι από τη ζωή. Διατηρώντας καλούς δεσμούς με την Ελλάδα, την έχει επισκεφθεί και για επαγγελματικούς λόγους. Κάποιοι ίσως θυμούνται ότι το 2011 είχε ταξιδέψει στη χώρα μας, με αφορμή την παράστασή του, «Υπόθεση Τζέκιλ» στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.
Στην ταινία «Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ και η ερωμένη του πρέσβη», που προβάλλεται στα ελληνικά σινεμά από την περασμένη Πέμπτη, ο Πασκάλ Μπονιτζέρ μεταφέρει τον διάσημο επιθεωρητή σε ένα «κλειστό» περιβάλλον διπλωματών και αριστοκρατών, όπου ένας φόνος αποκαλύπτει έναν έρωτα κρυφό για μισό αιώνα. Ένας διακεκριμένος, πρώην πρέσβης θα βρεθεί νεκρός και ο Ζιλ Μαιγκρέ, που αναλαμβάνει την υπόθεση, ανακαλύπτει ότι το θύμα διατηρούσε επί 50 χρόνια κρυφή ερωτική αλληλογραφία με μια πριγκίπισσα, της οποίας ο σύζυγος, κατά παράξενη σύμπτωση, πέθανε λίγες ημέρες νωρίτερα. Αντιμέτωπος με τα μέλη δύο ισχυρών οικογενειών και με την ύποπτη σιωπή της πιστής οικονόμου του πρέσβη, ο Μαιγκρέ οδηγείται από τη μία αποκάλυψη στην άλλη, καθώς κάθε νέα πληροφορία ανατρέπει όσα πίστευε ότι γνώριζε.

«Εξεπλάγην, ομολογώ, όταν ο Πασκάλ μού ζήτησε να υποδυθώ τον Μαιγκρέ», είπε ο Πονταλιντές. «Σκέφτηκα ότι μάλλον πρόκειται για κάποια παρεξήγηση. Τον ρώτησα μάλιστα, μήπως είχε πάρει λάθος τηλέφωνο, τον λάθος ηθοποιό, μήπως στο μυαλό του είχε κάποιον άλλον συνάδελφό μου. Ακόμα και ο πατέρας μου, όπως και ο αδελφός μου, μού είπαν ότι ο Μαιγκρέ δεν είναι ρόλος για εμένα, ότι ταιριάζει περισσότερο στον Ολιβιέ Γκουρμέ (σ.σ.: βέλγος ηθοποιός, γνωστός κυρίως από τις ταινίες των αδελφών Νταρντέν). Όμως, ο Πασκάλ επέμενε, οπότε σκέφτηκα ότι θα έχει τους λόγους του – ”μπορεί να είναι λανθασμένοι, αλλά αφού επιμένει, θα το κάνω”, είπα στον εαυτό μου». Ωστόσο, στην πορεία, όταν άρχισε να σκέφτεται λίγο περισσότερο τον ήρωα, ο Πονταλιντές αντιλήφθηκε, όπως είπε, ότι «κατά κάποιον τρόπο, καθένας μπορεί να είναι Μαιγκρέ. Γιατί ο Μαιγκρέ δεν είναι παρά ένα παλτό, ένα καπέλο και μια πίπα. Ακούει, ρωτάει, παρακολουθεί. Αυτό είναι ο Μαιγκρέ. Δε χρειάζεται να έχεις κάτι ιδιαίτερο για να τον προσεγγίσεις».
Για τον ίδιο, το μεγαλύτερο βάρος σε μια κινηματογραφική απόδοση ιστορίας του διάσημου επιθεωρητή, το έχει ο σκηνοθέτης και όχι ο ηθοποιός. «Είναι ζήτημα ρυθμού. Οι διάλογοι είναι μεγάλης διάρκειας, άρα κάπως οφείλεις να διαχειριστείς αυτή τη συνθήκη. Ο Μαιγκρέ είναι πάντα ήρεμος, δεν καταδικάζει, δε χάνει την ψυχραιμία του, απλώς ερευνά, με αυτή την πίπα που μοιάζει περισσότερο με σύμβολο σκέψης. Όλα αυτά τα στοιχεία πρέπει κάπως να περάσουν στην οθόνη και η διαφορετικότητα στην κάθε απόδοση είναι κυρίως ζήτημα σκηνοθεσίας».
Όταν του είπα πως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας είναι ότι ο επιθεωρητής Μαιγκρέ προέρχεται από έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια, αλλά και συγκρούεται με εκπροσώπους ενός κόσμου, που επίσης μοιάζει να έχει χαθεί, αυτού της ξεπερασμένης γαλλικής αριστοκρατίας, ο Πονταλιντές συμφώνησε: «Αυτό είναι και το γοητευτικό στοιχείο στις ιστορίες του Μαιγκρέ γενικότερα. Ο Σιμενόν χρησιμοποιεί τον επιθεωρητή του ως εργαλείο για να εισχωρήσει σε κόσμους, στα μυστικά και στα ταμπού τους, στο παρελθόν και τα μυστήριά τους». Σε αυτό το σημείο κάνει μια αναφορά και στην ταινία του Ζαν Ντελανουά «Ο Μαιγκρέ έχει τον λόγο» (Maigret et l’Affaire Saint-Fiacre, 1959), με τον Ζαν Γκαμπέν, της οποίας το σενάριο στηρίζεται στο μυθιστόρημα «L’Affaire Saint-Fiacre» του Ζορζ Σιμενόν, όπου ο επιθεωρητής επιστρέφει στο δικό του παρελθόν, για το οποίο πρώτη φορά μαθαίνουμε λεπτομέρειες: «Μπορεί αυτό να μην αναφέρεται στη δική μας ταινία, αλλά είναι σημαντικό που ο Μαιγκρέ, ενώ δείχνει εκπρόσωπος της μεσαίας, της εργατικής τάξης, έχει μεγαλώσει από αριστοκράτες. Γιατί καταλαβαίνει πραγματικά αυτόν τον κόσμο, που τώρα ερευνά. Ο πατέρας του ήταν ένας φτωχός εργάτης, αλλά μετά τον θάνατό του, την ανατροφή του Μαιγκρέ ανέλαβε μια πλούσια οικογένεια. Επομένως, ο ίδιος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για τον χαρακτήρα του».




