Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

«Με τη Zeyne ξεκινήσαμε αρχικά ανταλλάσσοντας μηνύματα αμοιβαίου θαυμασμού. Είχα δει ένα βίντεο που είχε κάνει και μου άρεσε πάρα πολύ – με είχε αγγίξει ο τρόπος που συνδυάζει κάτι πολύ παραδοσιακό με κάτι τόσο σύγχρονο και προσωπικό. Από εκεί ξεκίνησαν οι συζητήσεις μας online, που κράτησαν αρκετό καιρό. Συναντηθήκαμε πρώτη φορά από κοντά τον περασμένο Οκτώβριο, στο Παρίσι. Περάσαμε ένα διήμερο στο στούντιο, μιλώντας για διάφορα πράγματα, ανταλλάσσοντας εμπειρίες και δοκιμάζοντας πολλές μουσικές ιδέες. Το “A’ti” ήταν το πρώτο τραγούδι που γράψαμε, την πρώτη μέρα. Νομίζω εκεί καταλάβαμε και οι δύο ότι υπήρχε ένας πολύ φυσικός κοινός τόπος μεταξύ μας, όχι μόνο καλλιτεχνικά αλλά και συναισθηματικά. Πάντα ένιωθα ότι οι μουσικές μας παραδόσεις μοιράζονται το ίδιο μελωδικό DNA – η σύνδεση της Μεσογείου με την Ανατολή είναι πολύ βαθιά. Αλλά αυτό που έκανε τη συνεργασία να λειτουργήσει ήταν ότι υπήρχε και κοινός τρόπος να βλέπουμε τα συναισθήματα, την απώλεια, τη μετάβαση, τη μνήμη. Δεν προσπαθήσαμε να “παντρέψουμε” τα στυλ μας· απλώς τα αφήσαμε να “λιώσουν” το ένα μέσα στο άλλο. Τον χειμώνα πήγα στο Αμμάν, στην Ιορδανία, όπου ολοκληρώσαμε το τραγούδι, και η τρίτη φορά που βρεθήκαμε ήταν στην Αθήνα για τα γυρίσματα του βιντεοκλίπ. Οπότε όλη η διαδρομή του “A’ti” είναι συνδεδεμένη με διαφορετικές πόλεις και μετακινήσεις – κάτι που τελικά ταιριάζει πολύ και με την ψυχή του ίδιου του κομματιού».

YouTube thumbnail

Ετσι περιγράφει η Μαρίνα Σάττι τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε το εξόχως νοσταλγικό, πολύ όμορφο τραγούδι «A’ti», ένα ντουέτο με τη δημοφιλή τραγουδίστρια Zeyne, η οποία γεννήθηκε στην Ιορδανία από παλαιστίνιους γονείς και εδώ και μερικά χρόνια έχει ξεχωρίσει χάρη στο ιδιοσυγκρασιακό μείγμα αραβικής R&B και των σύγχρονων δυτικών μουσικών επιρροών της, κάνοντας μεγάλες επιτυχίες όπως το «Balak». Η συνεργασία τους μιλάει για την απώλεια και τη δύναμη που χρειάζεται για να αφήσεις κάτι πίσω και να κάνεις μια επανεκκίνηση.

Οταν δουλεύεις ένα κομμάτι με τέτοια θεματική μαζί με μια καλλιτέχνιδα με παλαιστινιακή καταγωγή, η λέξη «απώλεια» αποκτά αναπόφευκτα ένα άλλο βάθος. Ρωτάω τη Μαρίνα αν το συζήτησαν αυτό ή αν άφησαν να τα πει όλα η μουσική: «Νομίζω συνέβησαν και τα δύο. Υπήρχαν πράγματα που συζητήσαμε ανοιχτά μεταξύ μας, αλλά υπάρχουν και κάποια άλλα που καμία λέξη, καμία πρόταση δεν μπορεί πραγματικά να χωρέσει – και κάπου εκεί έρχεται η μουσική. Η απώλεια είναι κάτι το οποίο στις δικές μας κουλτούρες δεν μένει σιωπηλό· εκφράζεται μέσα από το τραγούδι, το μοιρολόι, το πένθος, την κοινότητα. Οπότε το θέμα υπήρχε εξαρχής μέσα στο δωμάτιο. Για εμένα το “A’ti” δεν αφορά μόνο την απώλεια ενός ανθρώπου ή μιας πατρίδας. Μιλάει και για την απώλεια παλιών εκδοχών του εαυτού σου. Μερικές φορές η προσωπική εξέλιξη είναι σχεδόν βίαιη, γιατί πρέπει να ξεπεράσεις κομμάτια σου που πίστευες ότι θα μείνουν για πάντα μαζί σου. Αυτό που αγαπώ στο τραγούδι είναι πως, παρότι κουβαλά βάρος, δεν μένει στο σκοτάδι. Υπάρχει μέσα του μια αίσθηση κάθαρσης και ελπίδας».

Με ποιους άλλους καλλιτέχνες θα ήθελε να συνεργαστεί; «Με τον Γιώργο Λάνθιμο». Είναι προαπαιτούμενο το να έχουν κοινή κοσμοθεωρία; «Δεν ξέρω αν είναι απαραίτητο να έχεις ακριβώς την ίδια κοσμοθεωρία, αλλά σίγουρα χρειάζεται να υπάρχει ένας κοινός πυρήνας αξιών, αισθητικής και ευαισθησίας. Στην περίπτωση της Zeyne, για παράδειγμα, ένιωσα εξαρχής ότι ήταν μια συνεργασία που για εμένα θα σήμαινε πολλά. Πρόσφατα έχασα τον πατέρα μου, που ήταν από το Σουδάν, και ένιωθα ότι με κάποιον τρόπο ξανασυνδεόμουν με αυτή την πλευρά του εαυτού μου. Οι μελωδίες, ο ρυθμός που υποβόσκει σε κάποια σημεία, ακόμα και η αραβική γλώσσα στην οποία τραγουδά η Zeyne, μου δημιούργησαν ένα πολύ έντονο και προσωπικό συναίσθημα οικειότητας. Στην αρχή είχαμε σκεφτεί να τραγουδήσω κι εγώ στα αραβικά, αλλά τελικά αποφασίσαμε ότι το τραγούδι θα ήταν πιο ολοκληρωμένο αν η καθεμία τραγουδούσε στη γλώσσα που μιλάει και κουβαλά μέσα της. Κι έτσι το αφήσαμε να λειτουργήσει σαν μια γέφυρα – μεταξύ μας και μεταξύ των ήχων μας. “A’ti” στα Αραβικά σημαίνει το να δίνεις».

Η περιοδεία στην Αμερική

Η Σάττι επέστρεψε πριν από λίγες εβδομάδες από μια περιοδεία στις ΗΠΑ. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; «Ηταν τρομερή η εμπειρία για εμένα. Το να επιστρέφω έπειτα από τόσα χρόνια στη Βοστώνη – την πόλη όπου σπούδασα – και να τραγουδάω πλέον εκεί για τον κόσμο είχε κάτι σχεδόν σουρεαλιστικό. Η πιο συγκινητική στιγμή όλης της περιοδείας ήταν όταν ανέβηκε στη σκηνή το ensemble στο οποίο συμμετείχα τότε, όταν ακόμα ήμουν στο πανεπιστήμιο, και τραγουδήσαμε μαζί. Και μετά πήγαμε βόλτα στην πόλη μαζί με τα παιδιά και τους έδειξα πού έμενα, πού περπατούσα, τις αίθουσες όπου μελετούσα και το πάρκο όπου περπατούσα και τάιζα τα σκιουράκια. Ηταν σαν να ενώθηκαν δύο τελείως διαφορετικές φάσεις της ζωής μου μέσα σε λίγα λεπτά. Στη Φιλαδέλφεια μου έκανε έκπληξη ένας φίλος μου, ντράμερ, από τα χρόνια του πανεπιστημίου· ήρθε ξαφνικά στο live και τον ανέβασα επάνω στη σκηνή να παίξει μαζί μας δύο τραγούδια. Και μετά θυμηθήκαμε αστείες ιστορίες από όταν ήμασταν φοιτητές. Στη Νέα Υόρκη παίξαμε στο Bowery Ballroom, έναν χώρο όπου έχω δει τόσους καλλιτέχνες όλα αυτά τα χρόνια, και το live ήταν sold out! Επίσης πήγα πρώτη φορά στον Καναδά, στο Τορόντο, που μου φάνηκε πανέμορφη πόλη – έχει κάτι το πολύ ευρωπαϊκό. Τους τελευταίους μήνες είχα αποφασίσει να πάρω ένα μικρό διάλειμμα – αυτό το καλοκαίρι δεν θα κάνω συναυλίες για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια – κι έτσι πριν από την πρώτη συναυλία είχα λίγο άγχος, γιατί είχα να παίξω live από το περυσινό καλοκαίρι. Αλλά τελικά αυτές οι συναυλίες μού θύμισαν πολύ έντονα γιατί ξεκίνησα να κάνω μουσική εξαρχής και πόσο το πραγματικό νόημα είναι να βρισκόμαστε όλοι μαζί στον ίδιο χώρο. Αυτό το “από κοντά” δεν συγκρίνεται ούτε με το Ιnternet ούτε με τίποτε άλλο. Υπάρχει κάτι μαγικό στο να μη φοβάσαι να εκτεθείς και να μοιράζεσαι μουσική ζωντανά με ανθρώπους που αναπνέουν μαζί σου την ίδια στιγμή. Εχει κάτι το μεταφυσικό αν το σκεφτείς».

Η τέχνη και ο μακρύς δρόμος της επούλωσης

Η Zeyne μοιράζεται μαζί μας τη δική της οπτική: «Με τη Μαρίνα συζητούσαμε εδώ και καιρό το ενδεχόμενο να συνεργαστούμε. Σέβομαι τη δουλειά της και πάντα ένιωθα ότι προσεγγίζουμε τη μουσική με πολύ παρόμοιο τρόπο. Ετσι, όταν αρχίσαμε να μιλάμε, νιώσαμε και οι δύο ότι μια συνεργασία θα ήταν κάτι απολύτως φυσικό, και προχωρήσαμε πολύ γρήγορα. Συνέπεσε επίσης να περνάμε με τη Μαρίνα παρόμοιες ιστορίες στη ζωή μας, οπότε ήταν αρκετά φυσικό να αφήσουμε αυτά τα κοινά συναισθήματα να εκφραστούν στο τραγούδι που γράψαμε».

Η λέξη «απώλεια» έχει τεράστιο βάρος για μια παλαιστίνια καλλιτέχνιδα αυτή τη στιγμή – προσωπικό και συλλογικό. Είναι το να την τραγουδάει στο «A’ti» μια πράξη ίασης; «Η ίαση είναι μια διαδικασία, και το να εκφράζεις αυτό που νιώθεις αποτελεί σίγουρα μέρος αυτής της διαδικασίας. Οταν κάτι το λες, αποκτά υπόσταση· και όταν αποκτά υπόσταση, είσαι αναγκασμένος να το αντιμετωπίσεις – καλώς ή κακώς –, είτε αυτό γίνει μέσα από τη μουσική είτε μέσα από κάτι άλλο. Από την άλλη, διαφορετικά είδη πόνου χρειάζονται διαφορετικά είδη ίασης. Η απώλεια στο “A’ti” είναι προσωπική, ατομική, και το να την τραγουδώ είναι σίγουρα καθαρτικό. Ομως η διαγενεακή απώλεια είναι πολύ πιο βαθιά ριζωμένη και έχει αφήσει πολύ πιο διακριτή ουλή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το να το τραγουδάς αφορά πιο πολύ τη διάδοση του μηνύματος – γιατί η επούλωση είναι ακόμα κάπου μακριά».

Τι της ακούστηκε οικείο ωστόσο στη δουλειά της Μαρίνας Σάττι; «Υπάρχει πραγματικά μεγάλη συγγένεια ανάμεσα στις αραβικές και τις ελληνικές μελωδίες, ακόμα και στα όργανα και τους ρυθμούς που χρησιμοποιούμε. Το ένιωσα έντονα όσο δημιουργούσαμε – πολύ σπάνια μου φαινόταν ότι κάποια από τις ιδέες ήταν ξένη. Γενικότερα, νομίζω πως κάθε φορά που μπαίνεις στο στούντιο με έναν καλλιτέχνη για πρώτη φορά, βλέπεις από κοντά το στυλ του στη δουλειά· και για εμένα, το να παρακολουθώ πόσο ανοιχτή ήταν η Μαρίνα στο να πειραματιστεί με τόσα διαφορετικά στοιχεία, ήταν κάτι που το θαύμασα».

Οι άραβες καλλιτέχνες

Της λέω ότι υπάρχει μια ολόκληρη γενιά αράβων καλλιτεχνών αυτή τη στιγμή – ο Saint Levant, η Elyanna, ο Issam Alnajjar – που ακούγονται διεθνώς, αλλά όχι απαραίτητα με δυτικούς όρους… «Είμαι ξεκάθαρα ενθουσιασμένη που ο κόσμος αρχίζει να βλέπει τους άραβες δημιουργούς με αυτόν τον τρόπο. Εχει αργήσει πολύ, και είναι εξίσου αναζωογονητικό να βλέπει κανείς ότι δεν χρειάζεται να χωρέσουμε στα συμβατικά δυτικά αρχέτυπα για να γίνουμε κατανοητοί διεθνώς. Εχουμε σίγουρα μοναδικές ιστορίες να πούμε, όμως η ανθρώπινη εμπειρία είναι οικουμενική, και νομίζω πως μόλις ανοίγει η πόρτα, η μουσική γίνεται ένα πέρασμα για να συνδεθούμε μεταξύ μας σε ένα πολύ θεμελιακό επίπεδο. Πιστεύω πραγματικά ότι βλέπουμε μια σταδιακή μετατόπιση μέσα στη βιομηχανία. Τα social media επιτρέπουν σε όλο και περισσότερες φωνές να τραβήξουν την προσοχή – φωνές που πριν από δέκα χρόνια δεν θα ακούγονταν καθόλου. Με αυτό κατά νου, πρόκειται για μια σταδιακή διαδικασία. Είναι πια ευκολότερο να σε ακούσουν για πρώτη φορά· όμως ως καλλιτέχνης δεν θες απλώς να ακουστείς μία φορά, θες να αφηγείσαι ιστορίες για χρόνια. Είναι σημαντικό να βρούμε τρόπο να χτίσουμε πάνω σε αυτή τη μετατόπιση, ώστε οι καλλιτέχνες να μπορούν να μεγαλώνουν και να συντηρούνται πέρα από τη viral στιγμή τους. Νομίζω ότι εκεί υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά να γίνει – και θα μπορούσε να μεταφραστεί σε πιο γερά οικοσυστήματα γύρω από τους καλλιτέχνες, ειδικά από περιοχές που ιστορικά παραβλέπονταν. Η πραγματική μακροβιότητα προκύπτει από υποδομές, από καλλιτεχνική ελευθερία, και από ένα κοινό που είναι διατεθειμένο να αντιμετωπίσει τους καλλιτέχνες ως ανθρώπους με ιστορίες που εξελίσσονται».

Εξω από τη μουσική: υπάρχει ένα βιβλίο, μια ταινία, ένα μέρος, μια συζήτηση που τη διαμορφώνει αθόρυβα τον τελευταίο καιρό; «Τώρα τελευταία βρίσκομαι σε μια διαρκή συνομιλία με τον Θεό και προσπαθώ να καταλάβω πού πηγαίνω στη ζωή μου. Ζούμε σε μια εποχή που τόσο πολλά μοιάζουν ασταθή – συναισθηματικά, πολιτικά, πνευματικά – και νομίζω αυτό σε σπρώχνει προς τα μέσα. Για πολύ καιρό, η πίστη έχει γίνει για εμένα ένας πολύ προσωπικός τόπος καταφυγής. Ενας τόπος όπου αποσύρομαι, όπου κάθομαι μέσα στην αβεβαιότητα, όπου αναζητώ απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν περιμένω πάντα να λυθούν. Αυτή η συνομιλία πάντα συνορεύει με μια αίσθηση βεβαιότητας, και όταν τα πράγματα δεν είναι βέβαια, η πίστη μου μού επιτρέπει να νιώθω ότι κάποιος με κρατά σταθερή. Υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στο να θέλεις κάπου να εναποθέσεις τις ανησυχίες σου, τις ελπίδες σου, τη σύγχυσή σου – και για εμένα αυτό το κάπου έχει γίνει όλο και περισσότερο ο Θεός. Πολλή από τη μουσική μου γεννιέται μέσα από αυτές τις συνομιλίες».