Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

«”Για πες μου όμως, από πού έρχεσαι;” ρώτησε ο αεροπόρος τον μικρό πρίγκιπα. Ο μικρός πρίγκιπας άρχισε τότε να του λέει την ιστορία του: “Ερχομαι από έναν Αστεροειδή, έναν πλανήτη. Ο πλανήτης μου έχει το μέγεθος ενός σπιτιού, έχει τρία ηφαίστεια (δύο ενεργά και ένα σβηστό) και ένα τριαντάφυλλο, καθώς και διάφορα άλλα αντικείμενα”. “Και πώς περνάς τις μέρες σου;” τον ρώτησε ο αεροπόρος».

Αν «Ο μικρός πρίγκιπας» του Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί κατοικούσε πράγματι κάπου ανάμεσα στ’ αστέρια, αυτή θα ήταν πιθανώς μία από τις πρώτες ερωτήσεις που θα του κάναμε όλοι. Οχι μόνο πόσο απέχει ο πλανήτης του από τον δικό μας, ούτε από τι αποτελείται, αλλά κυρίως πώς είναι η ζωή εκεί. Πίσω από κάθε διαστημικό ταξίδι κρύβεται μια βαθιά ανθρώπινη περιέργεια: να μάθουμε αν, κάπου πέρα από τη Γη, υπάρχει ένας κόσμος που έχει τη δική του ιστορία, το δικό του περιβάλλον, ίσως ακόμη και τη δική του ζωή. Αυτή ακριβώς η ερώτηση, απαλλαγμένη από την ποιητική της μορφή και ντυμένη με την αυστηρότητα της επιστήμης, οδηγεί την ανθρωπότητα στις φιλόδοξες διαστημικές αποστολές του 20ού και του 21ου αιώνα. Σε ταξίδια τολμηρά και μυθιστορηματικά σαν αυτό που έκανε πριν από 50 χρόνια το θρυλικό «Viking 1».

Ηταν 20 Ιουλίου 1976. Στο Jet Propulsion Laboratory (JPL) της NASA στην Καλιφόρνια ο αέρας ήταν βαρύς, όχι μόνο από τη ζέστη του καλοκαιριού, αλλά κυρίως από την ηλεκτρισμένη αναμονή μιας στιγμής που η ανθρωπότητα ονειρευόταν από τότε που κοίταξε για πρώτη φορά τον νυχτερινό ουρανό. Ακριβώς επτά χρόνια μετά τα πρώτα βήματα του Νιλ Αρμστρονγκ στη Σελήνη, οι ΗΠΑ ετοιμάζονταν για μια ακόμα πιο τολμηρή συνάντηση με το άγνωστο. Αυτή τη φορά, ο στόχος δεν ήταν ο άγονος και άνυδρος κόσμος του φεγγαριού αλλά κάτι πολύ πιο μακρινό, πολύ πιο μυστηριώδες και τρομακτικό: Προορισμός του υπερσύγχρονου σκάφους ήταν ο «Κόκκινος Πλανήτης», ο Αρης – ο πλανήτης που πήρε το όνομά του από τον θεό του πολέμου, ο τόπος των φανταστικών «Αρειανών», ένα από τα αιώνια αινίγματα της αστρονομίας.

Η αποστολή του «Viking 1» δεν ήταν απλώς μια τεχνική επιτυχία της NASA, ήταν κάτι σχεδόν… υπερφυσικό, μια πράξη υπαρξιακής αναζήτησης. Με προϋπολογισμό που άγγιζε το ένα δισεκατομμύριο δολάρια (ποσό μυθικό για την εποχή εκείνη) και με τη συμμετοχή δεκάδων επιστημόνων, η διαστημική υπηρεσία των ΗΠΑ δεν επιδίωκε μόνο να προσεδαφίσει ένα σκάφος. Επιδίωκε να απαντήσει στο πιο θεμελιώδες ερώτημα: «Είμαστε μόνοι στο Σύμπαν;».

Η NASA σχεδίασε ένα διπλό σύστημα, έναν δορυφόρο (orbiter) που θα χαρτογραφούσε τον πλανήτη από ψηλά, και μία άκατο προσεδάφισης (lander), που θα κατέβαινε στην επιφάνειά του. Η εκτόξευση πραγματοποιήθηκε στις 20 Αυγούστου 1975, με έναν πύραυλο Titan IIIE/Centaur από το Ακρωτήριο Κανάβεραλ της Φλόριντα. Για έντεκα ολόκληρους μήνες, το «Viking 1» ταξίδευε στο κενό, καλύπτοντας εκατομμύρια χιλιόμετρα σιωπής. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, η ομάδα στη Γη δεν έπαψε ποτέ να εργάζεται, καθώς ο σχεδιασμός της προσεδάφισης ήταν μια εξίσωση με χιλιάδες αγνώστους και αστάθμητους παράγοντες. Η ατμόσφαιρα του Αρη είναι εξαιρετικά αραιή – περίπου το 0,6% της ατμοσφαιρικής πίεσης της Γης –, γεγονός που καθιστούσε τη χρήση αλεξίπτωτων από μόνη της ανεπαρκή. Η άκατος έπρεπε να διαθέτει δικούς της πυραύλους ανάσχεσης, οι οποίοι θα ενεργοποιούνταν δευτερόλεπτα πριν από την επαφή με το έδαφος.

«Απόβαση» στη Χρυσή Πεδιάδα

Οταν το σκάφος μπήκε σε τροχιά γύρω από τον Αρη, στις 19 Ιουνίου 1976, η αρχική τοποθεσία προσεδάφισης που είχε επιλεγεί αποδείχθηκε πολύ πιο τραχιά και επικίνδυνη από ό,τι αναμενόταν. Η ομάδα που είχε την ευθύνη της επιχείρησης πήρε μια δύσκολη απόφαση: να καθυστερήσει την προσεδάφιση, η οποία ήταν προγραμματισμένη για την 4η Ιουλίου, την επέτειο των 200 χρόνων της αμερικανικής ανεξαρτησίας.

Η ασφάλεια προηγήθηκε του συμβολισμού. Για εβδομάδες, ο δορυφόρος «χτένιζε» την επιφάνεια μέχρι να βρεθεί η Χρυσή Πεδιάδα (Chryse Planitia), ένα μέρος που έμοιαζε αρκετά ομαλό για να υποδεχθεί τον πρώτο επισκέπτη από τη Γη.

Η 20ή Ιουλίου 1976 ξημέρωσε με την ένταση στο κόκκινο. Στις 05.12 π.μ. η άκατος αποχωρίστηκε από τον τροχιακό δορυφόρο. Ξεκίνησε μια κάθοδος που διήρκεσε περίπου τρεις ώρες. Καθώς η άκατος εισερχόταν στην αραιή ατμόσφαιρα του «Κόκκινου Πλανήτη» με ταχύτητα χιλιάδων χιλιομέτρων την ώρα, η θερμική ασπίδα της άρχισε να πυρακτώνεται. Οι επιστήμονες παρακολουθούσαν με αγωνία τις ενδείξεις που έφθαναν με καθυστέρηση 18 λεπτών, λόγω της τεράστιας απόστασης Γης – Αρη. Οταν το σήμα επιβεβαίωσε ότι το αλεξίπτωτο άνοιξε στα 6 χιλιόμετρα ύψος, ακούστηκαν οι πρώτοι αναστεναγμοί ανακούφισης. Στο 1,5 χλμ., οι τρεις πύραυλοι ανάσχεσης πυροδοτήθηκαν, επιβραδύνοντας το σκάφος. Λίγο αργότερα, μια φωνή από το κέντρο ελέγχου ανακοίνωνε με ενθουσιασμό: «Touchdown! We have touchdown!». Το «Viking 1» είχε πατήσει στον Αρη. Για πρώτη φορά στην Ιστορία, μια κατασκευή του ανθρώπου βρισκόταν άθικτη στην επιφάνεια του γειτονικού μας πλανήτη, έτοιμη για μια μακροχρόνια και πλήρως λειτουργική αποστολή – είχε προηγηθεί το σοβιετικό «Mars 3» που προσεδαφίστηκε τον Δεκέμβριο του 1971 στον «Κόκκινο Πλανήτη», αλλά λειτούργησε μόνο για μερικά δευτερόλεπτα προτού σιγήσει για πάντα.

Σχεδόν αμέσως μετά την προσεδάφιση, η κάμερα του «Viking 1» άρχισε να σαρώνει το περιβάλλον. Η πρώτη φωτογραφία που εστάλη στη Γη ήταν μια ασπρόμαυρη, κοντινή λήψη του ενός ποδιού τής ακάτου επάνω στο αρειανό έδαφος. Ηταν μια εικόνα συγκλονιστική στην απλότητά της: σκόνη, μικρές πέτρες και η απόδειξη ότι η αποστολή είχε πετύχει. Σύντομα ακολούθησαν οι πρώτες πανοραμικές φωτογραφίες. Ο κόσμος που αποκαλύφθηκε δεν έμοιαζε με ό,τι είχαμε φανταστεί· δεν υπήρχαν κανάλια, δάση ή ερείπια, αλλά μια απέραντη, παγωμένη έρημος σπαρμένη με κοκκινωπούς βράχους, κάτω από έναν ουρανό που είχε ένα απαλό ροζ-πορτοκαλί χρώμα λόγω της σκόνης στην ατμόσφαιρα.

Το «Viking 1» ήταν εξοπλισμένο και με ένα μίνι-εργαστήριο για την ανίχνευση ζωής. Τα τρία βιολογικά πειράματα που έκανε έδωσαν αποτελέσματα που μπέρδεψαν την επιστημονική κοινότητα. Το πρώτο πείραμα έδειξε μια ξαφνική απελευθέρωση αερίων όταν προστέθηκαν θρεπτικά συστατικά στο χώμα – ένδειξη που στη Γη θα σήμαινε την παρουσία μικροβίων. Ωστόσο, τα άλλα πειράματα δεν εντόπισαν ανάλογα ίχνη. Η επίσημη θέση της NASA ήταν τότε ότι επρόκειτο για χημική και όχι βιολογική ένδειξη, αλλά η συζήτηση παραμένει ανοιχτή μέχρι σήμερα, με ορισμένους από τους αρχικούς ερευνητές να επιμένουν μέχρι το τέλος της ζωής τους ότι «βρήκαμε ζωή στον Αρη».

Το «Viking 1» συνέχισε να στέλνει δεδομένα για πάνω από έξι χρόνια, μέχρι το 1982, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία για τη διάρκεια ζωής του. Κατέγραψε τις αλλαγές των εποχών, τις τεράστιες αμμοθύελλες και τις ακραίες θερμοκρασίες, που έπεφταν ακόμη και στους -120 βαθμούς Κελσίου τις νύχτες. Η αποστολή του μετέτρεψε τον Αρη από μία φωτεινή κουκκίδα στον ουρανό σε έναν πραγματικό τόπο, με γεωλογία, καιρό και ιστορία. Σήμερα, δεκαετίες μετά, τα ίχνη του «Viking 1» στη Χρυσή Πεδιάδα παραμένουν εκεί, σκεπασμένα ίσως από μια λεπτή στρώση κόκκινης σκόνης – ενώ σε «μικρή» απόσταση «επιχειρούν» ακόμη τα μεταγενέστερα ρόβερ «Curiosity» και «Perseverence» της NASA. Θυμίζουν ότι πριν από μισό αιώνα ο άνθρωπος τόλμησε για πρώτη φορά να πατήσει, έστω και μέσω μιας μηχανής, σε έναν άλλον πλανήτη. Ηταν το πρώτο πραγματικό βήμα μιας πορείας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα και που ίσως κάποτε οδηγήσει και τον ίδιο τον άνθρωπο στον Αρη.