Στις ακτές της Bόρειας Ουαλίας, εκεί όπου τα νερά του στενού Μενάι στροβιλίζονται με ορμή, υψώνεται ένα εμβληματικό μνημείο της μηχανικής: Η Γέφυρα Μενάι δεν είναι ένα ακόμα έργο που ένωσε δύο στεριές – εν προκειμένω την ηπειρωτική Ουαλία με το νησί Ανγκλσι. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα και τα πλέον πρωτοποριακά επιτεύγματα του ανθρώπου κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης.

Σχεδιασμένη από τον Τόμας Τέλφορντ, πρωτολειτούργησε στις 30 Ιανουαρίου 1826 σηματοδοτώντας την πρώτη μεγάλης κλίμακας σύγχρονη κρεμαστή γέφυρα παγκοσμίως (είχε προηγηθεί η πολύ μικρότερη Union Chain Bridge το 1820). Και συνέχισε να λειτουργεί έχοντας, βεβαίως, υποστεί σημαντικές τροποποιήσεις για λόγους σταθερότητας, ασφάλειας και χωρητικότητας, ως τον Οκτώβριο του 2022, οπότε έκλεισε εκτάκτως λόγω προβλημάτων στους συνδέσμους. Με την ολοκλήρωση νέων εκτεταμένων εργασιών συντήρησης και επισκευών που γίνονται αυτή την περίοδο, αναμένεται, σύμφωνα με το τρέχον χρονοδιάγραμμα, να δοθεί ξανά στην κυκλοφορία την άνοιξη του 2027.

Από τα βοσκοτόπια στα εργοτάξια

Ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από το μεγαλειώδες έργο και που ονομάστηκε από τους συγχρόνους του «κολοσσός των δρόμων» δεν γεννήθηκε μέσα στα πλούτη, αλλά σμίλεψε τη μοίρα του με την ίδια επιμονή που σμίλευε την πέτρα. Γιος ενός φτωχού βοσκού από το Εσκντεϊλ της Σκωτίας, ο Τόμας Τέλφορντ έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία μόλις λίγων μηνών. Η ανάγκη για επιβίωση τον οδήγησε σε μαθητεία δίπλα σε έναν λιθοξόο από πολύ μικρή ηλικία.

Εκεί έμαθε τη γλώσσα των υλικών, κατανοώντας πώς η φυσική δύναμη της πέτρας μπορεί να δαμαστεί για να εξυπηρετήσει την ανθρώπινη ανάγκη. Η φιλοδοξία του ξεπερνούσε τα όρια της επαρχίας. Το 1782 μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου η εργατικότητά του τράβηξε την προσοχή επιφανών αρχιτεκτόνων. Σύντομα, από απλός τεχνίτης, εξελίχθηκε σε επιβλέποντα δημόσιων έργων στην κομητεία του Σροπσάιρ. Η καριέρα του απογειώθηκε όταν ανέλαβε τον σχεδιασμό καναλιών, γεφυρών και δρόμων που θα άλλαζαν τον χάρτη του Ηνωμένου Βασιλείου.

Πηγή: Shutterstock

Ανάμεσα στα κορυφαία επιτεύγματά του περιλαμβάνεται το (μερικώς ολοκληρωμένο) Κανάλι του Ελσμιρ (γνωστό σήμερα ως Llangollen Canal). Πρόκειται για την εμπορική αρτηρία που θα ένωνε τα λιμάνια του Λίβερπουλ με τις βιομηχανικές περιοχές των Δυτικών Μίντλαντς και τα ανθρακωρυχεία της Ουαλίας, μέρος της οποίας, το Pontcysyllte Aqueduct, έχει ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Ετερο σημαντικό έργο του είναι το Κανάλι της Καληδονίας, μια κολοσσιαία τομή στη Σκωτία, η οποία επέτρεψε στα πλοία να διασχίζουν τη χώρα από τη μία πλευρά στην άλλη αποφεύγοντας τον επικίνδυνο περίπλου του Βορρά. Ανθρωπος που πίστευε στην επιστήμη και την κοινωνική προσφορά, υπήρξε πρόεδρος του Ιδρύματος Πολιτικών Μηχανικών (ICE), θέτοντας τα θεμέλια για τη μηχανική ως επιστημονικό επάγγελμα. Ηταν επίσης ποιητής. Στον ελεύθερο χρόνο του έγραφε στίχους, αποδεικνύοντας ότι η καρδιά και η ψυχή ενός μηχανικού μπορεί να είναι εξίσου δημιουργικές με το μυαλό του. Παρά τη φήμη που απέκτησε, παρέμεινε ένας μοναχικός και αφοσιωμένος εργάτης της επιστήμης. Οταν πέθανε, το 1834, τάφηκε στο Αβαείο του Ουέστμινστερ με τιμές αντάξιες μιας προσωπικότητας που ένωσε ανθρώπους και πόλεις.

«Ποίηση» από σίδηρο

Οραματιστής της χρηστικότητας, ο Τέλφορντ πίστευε ότι η αρχιτεκτονική πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο, εκμηδενίζοντας μεταξύ άλλων τις αποστάσεις. Οταν του ανατέθηκε η σύνδεση του Λονδίνου με το λιμάνι του Χόλιχεντ (πύλη προς το Δουβλίνο), ήξερε ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο θα ήταν τα 176 μέτρα του δύσκολου θαλάσσιου περάσματος Μενάι.

Η κατασκευή της γέφυρας που ένωνε τις ακτές ξεκίνησε το 1819, με τον Τέλφορντ να βρίσκεται μπροστά σε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα: το ύψος του έργου έπρεπε να είναι μεγάλο (30 μέτρα) ώστε να χωρούν από κάτω τα ιστιοφόρα του Βασιλικού Ναυτικού, όμως τα ορμητικά νερά καθιστούσαν αδύνατη την ανέγερση πυλώνων στη μέση του καναλιού. Ετσι, αντί πυλώνων, ο Τέλφορντ, για να στηρίξει το οδόστρωμα, χρησιμοποίησε 16 γιγαντιαίες αλυσίδες από σφυρήλατο σίδηρο.

Photo by Ann Ronan Picture Library / Photo12 via AFP

Αυτή ήταν και η τεχνική καινοτομία του έργου: η χρήση αλυσίδων από σφυρηλατημένο σίδηρο ως κύριου φέροντος στοιχείου, αντί για τα παραδοσιακά υλικά ή τις πειραματικές λύσεις της εποχής. Αλυσίδων με ελλειψοειδείς συνδέσμους, που εξασφάλιζαν καλύτερη κατανομή φορτίων και αυξημένη αντοχή σε ανέμους και δυναμικές καταπονήσεις, καλύπτοντας άνοιγμα 176 μέτρων. Σήμερα, 200 χρόνια μετά τα εγκαίνιά της, η Γέφυρα Μενάι στέκεται όρθια ως σύμβολο της μετάβασης στον 19ο αιώνα και προάγγελος της βικτωριανής αισθητικής, ως μια δύναμη της μηχανικής και της γεφυροποιίας ντυμένη με χάρη.

Η Γέφυρα του Μπρούκλιν

Η Μενάι, ως η πρώτη μεγάλης κλίμακας κρεμαστή γέφυρα που απέδειξε ότι η μεταλλική ανάρτηση μπορούσε να λειτουργήσει αξιόπιστα σε θαλάσσιο περιβάλλον με έντονα ρεύματα, εισήγαγε την αρχή των σύγχρονων κρεμαστών γεφυρών, επηρεάζοντας σχέδια και άλλων τέτοιων έργων. Η Γέφυρα του Μπρούκλιν, με τους νεογοτθικούς πέτρινους πύργους της, είναι ένα από τα πιο διάσημα. Σχεδιασμένη από τον γερμανικής καταγωγής πολιτικό μηχανικό Τζον Ρόμπλινγκ, ήταν η πρώτη όπου χρησιμοποιήθηκαν χαλύβδινα σύρματα αντί για αλυσίδες. Η κατασκευή της ένωσε οριστικά το Μανχάταν με το Μπρούκλιν, δημιουργώντας τη σύγχρονη μορφή της Νέας Υόρκης. Αυτό όμως έγινε με μεγάλες θυσίες.

Το 1869, πριν καν ξεκινήσει το έργο, ένα φέρι μποτ συνέτριψε το πόδι του Ρόμπλινγκ ενώ έκανε μετρήσεις στην αποβάθρα. Εκείνος, οπαδός παράδοξων ιατρικών θεωριών, αρνήθηκε τη συμβατική θεραπεία και προσπάθησε να αποκαταστήσει τη βλάβη με υδροθεραπεία.

Πέθανε από τέτανο λίγες εβδομάδες αργότερα. Ο γιος του Ουάσιγκτον, ένας ήρωας του Εμφυλίου Πολέμου, ανέλαβε το βάρος ενός εγχειρήματος γεμάτου δυσκολίες. Μεταξύ άλλων, για να θεμελιωθούν οι πύργοι, οι εργάτες έπρεπε να δουλεύουν μέσα σε τεράστια ξύλινα κιβώτια με πεπιεσμένο αέρα στον βυθό του ποταμού. Ο Ουάσιγκτον περνούσε περισσότερο χρόνο στον βυθό από οποιονδήποτε άλλον, ώσπου υπέστη σοβαρή νευρολογική βλάβη («νόσος των δυτών»). Εζησε την υπόλοιπη ζωή του με περιορισμένη κινητικότητα και αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στην ομιλία και στην όραση. Καθισμένος σε μια πολυθρόνα, παρακολουθούσε την κατασκευή με κιάλια από το παράθυρο του σπιτιού του στην περιοχή Brooklyn Heights.

Για τα επόμενα 11 χρόνια, η σύζυγός του έγινε τα μάτια, τα χέρια, ακόμα και το μυαλό του. Η Εμιλι Γουόρεν Ρόμπλινγκ ξεκίνησε προσφέροντας γραμματειακή υποστήριξη, αλλά γρήγορα έμαθε ανώτερα μαθηματικά, υπολογισμούς αντοχής υλικών και τις περιπλοκές της κατασκευής των καλωδίων. Εκείνη μετέφερε τις οδηγίες του Ουάσιγκτον στους μηχανικούς του εργοταξίου, εκείνη απαντούσε στις ερωτήσεις των πολιτικών που ήθελαν να απολύσουν τον «αόρατο» αρχιμηχανικό. Οταν η γέφυρα εγκαινιάστηκε, το 1883, ήταν μεταξύ των πρώτων επισήμων που τη διέσχισαν.

Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: Λίγες ημέρες μετά τα εγκαίνια 12 άνθρωποι ποδοπατήθηκαν από πανικό που προκάλεσαν οι φήμες περί κατάρρευσής της. Οι Αρχές επιχείρησαν να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη του κοινού. Για αυτόν τον σκοπό επιστράτευσαν τον θίασο του σόουμαν και επιχειρηματία Φ.Τ. Μπάρνουμ, ο οποίος διοργάνωσε στη γέφυρα παρέλαση με 21 ελέφαντες (με επικεφαλής τον διάσημο Jumbo), 17 καμήλες και 10 δρομάδες. Ετσι κάμφθηκαν οι αντιστάσεις.

Από το Σαν Φρανσίσκο στα Δαρδανέλια

Η Γκόλντεν Γκέιτ (Golden Gate Bridge) του Σαν Φρανσίσκο, που για πολλούς θεωρείται η ομορφότερη γέφυρα στον κόσμο, είναι ένα ακόμα θαύμα της τεχνολογίας. Το χαρακτηριστικό πορτοκαλί (International Orange) χρώμα που είχε το αντιδιαβρωτικό αστάρι, το οποίο χρησιμοποιήθηκε αρχικά, διατηρήθηκε έπειτα από πρόταση του αρχιτέκτονα Ερβινγκ Μόροου, ώστε η γέφυρα να είναι ορατή μέσα στην πυκνή ομίχλη που καλύπτει πολύ συχνά την περιοχή. Οταν ολοκληρώθηκε, το 1937, ήταν η μακρύτερη κρεμαστή γέφυρα στον κόσμο. Εκτοτε, στάθηκε όρθια απέναντι σε τρομερά θαλάσσια ρεύματα, θυελλώδεις ανέμους και μεγάλους σεισμούς, αποδεικνύοντας ότι η κομψότητα μπορεί να συνυπάρξει με την απόλυτη αντοχή.

Πηγή: Shutterstock

Γνωστή και ως «Pearl Bridge», η Ακάσι-Καϊκιό της Ιαπωνίας ένωσε το 1998 την πόλη Κόμπε με το νησί Αβάτζι. Κατείχε το ρεκόρ του μεγαλύτερου κεντρικού ανοίγματος γέφυρας (1.991 μέτρα) στον κόσμο για πάνω από δύο δεκαετίες – ως τη δημιουργία της Γέφυρας Τσανάκαλε 1915, το 2022. Και η δική της κατασκευή ήταν περιπετειώδης, κυρίως λόγω του καταστροφικού σεισμού του Κόμπε, το 1995: η ημιτελής γέφυρα άντεξε, αλλά οι δύο πύργοι της μετακινήθηκαν κατά ένα μέτρο! Οι μηχανικοί προσάρμοσαν τα σχέδια εν θερμώ, αποδεικνύοντας την απίστευτη ευελιξία του κρεμαστού σχεδιασμού.

Εγκαινιασμένη στις 18 Μαρτίου 2022 (επέτειος της μάχης των Δαρδανελίων ή εκστρατείας της Καλλίπολης) από τον τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Γέφυρα Τσανάκαλε 1915 στη Βορειοδυτική Τουρκία είναι αυτή τη στιγμή η μακρύτερη κρεμαστή γέφυρα στον κόσμο. Το κεντρικό της άνοιγμα φτάνει τα 2.023 μέτρα – ένας συμβολισμός για τα 100 χρόνια (1923-2023) της Τουρκικής Δημοκρατίας. Οι πύργοι της είναι βαμμένοι σε κόκκινο και λευκό, τα χρώματα της τουρκικής σημαίας.

Το ύψος τους είναι 318 μέτρα – αριθμός που παραπέμπει στην ημερομηνία της μάχης των Δαρδανελίων (18 Μαρτίου 1915). Το εντυπωσιακό έργο συνδέει την Ευρώπη με την Ασία πάνω από τα Δαρδανέλια. Και έρχεται να προστεθεί στη μακρά αλυσίδα των ανθρώπινων επιτευγμάτων που αψηφούν τα φυσικά εμπόδια. Από τα πρώτα σφυρήλατα βήματα του Τέλφορντ μέχρι τους ατσάλινους γίγαντες του 21ου αιώνα, η φιλοσοφία παραμένει η ίδια: οι κρεμαστές γέφυρες δεν είναι απλώς ένας δρόμος πάνω από το νερό, αλλά ένας θρίαμβος της διάνοιας έναντι του αδύνατου. Σε έναν κόσμο που συχνά χωρίζεται από γεωγραφικά και πολιτικά σύνορα, στέκονται ως αιώνια σύμβολα ενότητας, αποδεικνύοντας πως όσο βαθύ και αν είναι το χάσμα, ο άνθρωπος θα βρίσκει πάντα τον τρόπο να χτίζει ένα πέρασμα προς την αντίπερα όχθη.