«Το νερό εμφανίστηκε νύχτα. Μπήκε αθόρυβα στους δρόμους, στις αυλές, στα χωράφια. Σαν να ακολουθούσε μια χαραγμένη γνώριμη διαδρομή. Εως το πρωί είχε σκεπάσει τα πάντα. Οι κάτοικοι είπαν ότι δεν θυμούνται κάτι παρόμοιο τα τελευταία χρόνια». Η συγκεκριμένη εικόνα δεν αποτυπώνει κάποιο πραγματικό γεγονός. Θα μπορούσε όμως να έχει συμβεί σε πλήθος τόπων στην Ελλάδα, οποιαδήποτε χρονιά τα τελευταία 140 χρόνια.
Αλλωστε από το 1886 έως σήμερα έχουν καταγραφεί περίπου 2.000 πλημμύρες, σύμφωνα με καταγραφή που έκανε επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Την τελευταία εικοσαετία μάλιστα φαίνεται ότι πυκνώνουν. Αλλοι το αποδίδουν στην κλιματική αλλαγή και στα ακραία καιρικά φαινόμενα, άλλοι στις ανθρωπογενείς παρεμβάσεις στο τοπίο, άλλοι σε κρατικές ευθύνες. Ολα ισχύουν.
Ωστόσο, οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι οι πλημμύρες δεν έρχονται… απρόσκλητες. Επιστρέφουν εκεί όπου το τοπίο τις «θυμάται». Εχουν γεωγραφικό εντοπισμό, εποχικότητα και επαναληπτικότητα. Ακολουθούν ποτάμια, κοίτες, πεδιάδες, αλλά επηρεάζονται από ανθρωπογενείς αυθαιρεσίες και παρεμβάσεις.

Νέα ψηφιακή πλατφόρμα
Σήμερα, μια νέα ψηφιακή πλατφόρμα του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) έρχεται να αποτυπώσει για πρώτη φορά, με επιστημονική ακρίβεια, 140 χρόνια πλημμυρικής ιστορίας της Ελλάδας και να δείξει ότι το νερό, σε αντίθεση με εμάς, δεν ξεχνά. Από τα τέλη του 19ου αιώνα έως σήμερα, οπότε συλλέχθηκαν τα στοιχεία από τους μελετητές, το νερό έχει επανειλημμένως καλύψει πεδιάδες, έχει υπερχειλίσει ποτάμια, έχει διασχίσει πόλεις και χωριά.
Ποτέ άλλοτε όμως δεν καταγράφονταν επεισόδια τόσο συχνά, τόσο έντονα, τόσο καταστροφικά όσο τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Το ερώτημα δεν είναι πια αν θα ξαναπλημμυρίσουμε, αλλά πού και πότε. Και το κρίσιμο ζητούμενο είναι εάν η πολιτεία πρωτίστως – και μαζί οι πολίτες της – θα είναι προετοιμασμένη.

Δεν φταίει πάντα η βροχή
Η βροχή δεν είναι πάντα ο μοναδικός ένοχος. Οι περιοχές δεν πλημμυρίζουν μόνο όταν βρέχει ακραία, αλλά και επειδή βρέχει σπανίως. Πλημμυρίζουν εκείνες που κάποτε τις διέσχιζε ένα ποτάμι το οποίο πλέον έχει «σβηστεί» με τσιμεντένιους δρόμους, αλλά και άλλες που δημιουργήθηκαν από πλημμύρες και στη συνέχεια δομήθηκαν. Σήμερα, η επιστημονική ομάδα του ΕΚΠΑ προσφέρει ένα διαδραστικό ψηφιακό «εργαλείο» που αποτυπώνει με ακρίβεια τα σημεία υψηλού κινδύνου και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από άλλους επιστήμονες για έρευνα, από τους πολίτες για ενημέρωση, αλλά κυρίως από τους φορείς πολιτικής προστασίας για την πρόληψη και τον αποτελεσματικό σχεδιασμό των απαραίτητων έργων που θα ανασχέσουν μελλοντικούς κινδύνους.
«Οσοι λαμβάνουν αποφάσεις πρέπει να εστιάσουν όχι μόνο στις περιοχές που κινδυνεύουν, αλλά και σε εκείνες όπου υπάρχει κίνδυνος απώλειας ανθρώπινων ζωών και εκτεταμένων καταστροφών σε κτίρια, υποδομές, περιουσίες» επισημαίνει η καθηγήτρια στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ Νίκη Ευελπίδου, η οποία είναι και τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τέχνης.
Η πλατφόρμα βασίζεται σε μια εκτενή βάση δεδομένων που διαμόρφωσαν ερευνητές του ΕΚΠΑ (Αννα Καρκάνη, Γιάννης Σαΐτης, Κώστας Φιλιππόπουλος, Ευάγγελος Σπύρουκαι Αλέξανδρος Λιάσκος), υπό τον συντονισμό της κυρίας Ευελπίδου και την επιστημονική υποστήριξη του καθηγητή Κωνσταντίνου Καρτάλη.
Το έδαφος και η βλάστηση
Τα δεδομένα αποκαλύπτουν μια λιγότερο προφανή αλήθεια. Η ανάλυση κατέδειξε ότι ισχυρά καιρικά φαινόμενα που οδηγούν σε πλημμύρες συχνά ακολουθούν εκτεταμένες περιόδους ξηρασίας, επηρεάζοντας έντονα περιοχές που πλήττονται από ανομβρία, όπως τα παράλια της ανατολικής χώρας και τα νησιά του Αιγαίου.
«Η ιστορική γεωγραφική κατανομή των πλημμυρών δείχνει ξεκάθαρα ότι η Ανατολική Ελλάδα (σ.σ.: ανατολικά της οροσειράς της Πίνδου) πλήττεται περισσότερο, παρότι οι δυτικές περιοχές της χώρας δέχονται υψηλότερες ετήσιες βροχοπτώσεις» αναφέρει η κυρία Ευελπίδου. Η εξήγηση βρίσκεται στο έδαφος και στη βλάστηση.
Οπως υπογραμμίζει η καθηγήτρια, η αντίφαση αυτή προκύπτει από συνδυασμό παραγόντων: «Οταν βρέχει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, η βλάστηση αναγεννάται και τα δέντρα, με τις ρίζες τους, καθυστερούν την επιφανειακή απορροή, όπως συμβαίνει στη Δυτική Ελλάδα. Στην Ανατολική Ελλάδα, όπου οι βροχές είναι σπάνιες, τα εδάφη αφυδατώνονται και δυσκολεύονται να απορροφήσουν το νερό. Συνεπώς, το νερό ρέει σε ξηρό έδαφος σχεδόν όπως πάνω σε άσφαλτο».
Οσο για τη νησιωτική Ελλάδα, εκεί πολύ μεγάλο ρόλο παίζει και το μέγεθος του νησιού. «Σε ένα μεγάλο νησί, όταν είναι έντονη η επιφανειακή απορροή, το νερό έχει μεγαλύτερη απόσταση να διανύσει μέχρι να φτάσει στη θάλασσα και μπορεί να συγκρατηθεί σε κάποια λιμνούλα, να απορροφηθεί από το έδαφος κ.λπ. και να καθυστερήσει. Ετσι, περιορίζεται το φαινόμενο. Στα μικρά νησιά, π.χ. του Κεντρικού Αιγαίου, η απόσταση από την κορυφή του βουνού που ξεκινάει η σταγόνα της βροχής έως τη θάλασσα είναι πάρα πολύ μικρή. Η φύση δεν προλαβαίνει να συγκρατήσει το νερό και πλημμυρίζουν οι περιοχές στα χαμηλά» σημειώνει η κυρία Ευελπίδου.
Το ποτάμι εξαφανίζεται
Κανένας κανόνας ωστόσο δεν είναι απόλυτος. Το μέγεθος του νησιού δεν αποτελεί από μόνο του νόμο, καθώς και άλλοι παράγοντες μπορεί να συμβάλουν σε ένα πλημμυρικό φαινόμενο, όπως η ένταση της βροχόπτωσης, το ανάγλυφο του εδάφους. Επίσης, οι ανθρώπινες παρεμβάσεις παρεμποδίζουν τη φυσική διαδρομή του νερού, όχι μόνο στα νησιά αλλά σε όλη τη χώρα δημιουργώντας πλημμυρικά hotspots.
«Βλέπεις ένα ποτάμι να ξεκινά από το βουνό και μετά να εξαφανίζεται. Και εκεί που ήταν υπάρχει πλέον ένα κτίριο. Σε μια αιφνίδια έντονη βροχόπτωση είναι βέβαιο ότι όλο το νερό θα κατευθυνθεί στο κτίριο. Δεν έχει πού αλλού να πάει. Γιατί το νερό έχει μνήμη» λέει χαρακτηριστικά η καθηγήτρια.
Γενικότερα, στην ηπειρωτική χώρα, η επεξεργασία των ιστορικών δεδομένων από την ομάδα του ΕΚΠΑ αναδεικνύει τη στενή σύνδεση των πλημμυρών με μεγάλα ποτάμια συστήματα, όπως ο Πηνειός, ο Στρυμόνας, ο Εβρος και ο Σπερχειός, αφού οι πλατιές κοίτες τους και η ευρεία πεδινή ανάπτυξη ευνοούν τις υπερχειλίσεις.
Εξίσου επικίνδυνες είναι οι αιφνίδιες πλημμύρες σε μικρές ορεινές λεκάνες απορροής, όπου το νερό κατεβαίνει με ορμή μέσα σε λίγα λεπτά ύστερα από έντονη καταιγίδα. Οσο για τις περιφέρειες της χώρας, έντονες πλημμύρες καταγράφονται σε Μακεδονία και Θράκη. Τα ιστορικά στοιχεία αποκαλύπτουν και μια αυξητική τάση στην εμφάνιση πλημμυρών που δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. «Τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει το μοτίβο των βροχοπτώσεων. Δηλαδή αυξήθηκε η ένταση των ακραίων καιρικών φαινομένων. Μπορεί σε ένα επεισόδιο να πέσει το ένα τρίτο της βροχόπτωσης που λαμβάνει μια περιοχή για όλο το έτος. Είναι αδύνατο να ανταποκριθεί ένας τόπος σε τόσο μεγάλη βροχή, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Το είδαμε και στην πρόσφατη κακοκαιρία Byron που δεν ήταν πραγματικά ακραία» υπογραμμίζει η κυρία Ευελπίδου.
Οι «κόκκινες» περιοχές
Σε κάθε περίπτωση, οι «κόκκινες» περιοχές για πλημμύρες είναι γνωστές στην επιστημονική κοινότητα. «Οι γεωλόγοι γνωρίζουμε πού θα γίνει η επόμενη πλημμύρα. Δεν έχουμε μαντικές ικανότητες. Θα συμβεί εκεί όπου συνέβαινε πάντα. Δεν είναι μυστικό. Για παράδειγμα, υπάρχουν χώροι που δημιουργήθηκαν από πλημμύρες, όπως ο Θεσσαλικός Κάμπος που επλήγη το 2023. Οι πεδιάδες δημιουργούνται από επαναλαμβανόμενες πλημμύρες, από τις αποθέσεις των ποταμών» επισημαίνει η καθηγήτρια.
Και προσθέτει: «Αυτό που άλλαξε με τα χρόνια είναι ότι δίπλα στις πεδινές εκτάσεις – που πάντα προσέλκυαν τον άνθρωπο γιατί ήταν γόνιμες – έχουν πια χτιστεί χωριά, δρόμοι, γεφύρια τόσο στενά που σε μια έντονη πλημμύρα δεν επαρκεί ο χώρος για να περάσει το νερό μαζί με το ίζημα. Βέβαια, σήμερα λίγα μπορούν να αλλάξουν. Είναι ουτοπικό να πεις ότι θα κάνεις μετεγκατάσταση π.χ. της Μάνδρας. Ομως μπορούν να σχεδιαστούν και να κατασκευαστούν τα κατάλληλα έργα».

Ενα «δώρο» με δύο όψεις
Πέρα από τις πεδιάδες, η Ελλάδα έχει μεγάλες μορφολογικές κλίσεις εδάφους που επίσης δημιουργούν προϋποθέσεις για πλημμύρες. «Το υπέροχο ανάγλυφο είναι το “δώρο” που παίρνουμε από τη σεισμικότητα της χώρας. Μαζί του ωστόσο έρχονται και οι μεγάλες κλίσεις του εδάφους που ευνοούν τη γρήγορη επιφανειακή απορροή. Τα παλιά χρόνια που οι άνθρωποι ασχολούνταν με τη γη έφτιαχναν αναβαθμούς για να δημιουργήσουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις σε περιοχές με πολύ μεγάλη κλίση. Οι αναβαθμοί αυτοί είχαν και μια άλλη χρηστικότητα, συγκρατούσαν τα εδάφη και επιβράδυναν την απορροή του νερού» αναφέρει η συντονίστρια της έρευνας. Πλέον, στις τουριστικές περιοχές της χώρας η γη εγκαταλείφθηκε και έτσι το ανάγλυφο απέκτησε πάλι την απότομη μορφολογική κλίση που είχε και σε κάθε βροχή το νερό παρασύρει το έδαφος, δημιουργώντας λασπορροές που προκαλούν μεγαλύτερες λασπώδεις πλημμύρες και καταστροφές στις περιοχές που βρίσκονται χαμηλότερα. «Στα ανάντι χάνουμε το έδαφος, η βλάστηση δεν μπορεί να ξαναγεννηθεί και μπαίνουμε σε έναν ατέρμονο φαύλο κύκλο» τονίζει η κυρία Ευελπίδου.
Το μέλλον δεν είναι καθησυχαστικό. Παρότι οι περισσότεροι θεωρούν ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη χώρα μας είναι οι σεισμοί, «οι πλημμύρες είναι και θα παραμείνουν η Νο1 φυσική καταστροφή στη Μεσόγειο και στην Ελλάδα» σημειώνει η καθηγήτρια, καθώς το μοτίβο των βροχοπτώσεων αλλάζει διαρκώς.
Στη δίνη του κυκλώνα
Η Ελλάδα βρίσκεται στη δίνη του κυκλώνα. «Η χώρα μας είναι συνολικά ένα hot spot για πλημμύρες. Διαθέτουμε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που οδηγούν σε πλημμυρικό κίνδυνο, δηλαδή το έντονο ανάγλυφο, το μοτίβο των βροχοπτώσεων, τις παρατεταμένες ξηρασίες, την έλλειψη βλάστησης, τις πυρκαγιές και τα κακώς κείμενα που έχουμε ως κοινωνία, δηλαδή την άναρχη δόμηση και διάφορες άλλες παρεμβάσεις» υπογραμμίζει η ίδια. Ως προς την εποχική κατανομή των πλημμυρών, τα στοιχεία που έχει επεξεργαστεί η ομάδα του ΕΚΠΑ δείχνουν ξεκάθαρα ότι το φθινόπωρο είναι η πιο επικίνδυνη περίοδος.
«Το ξέραμε εμπειρικά, τώρα τεκμηριώνεται και από τη στατιστική ανάλυση. Περισσότερες από τις μισές πλημμύρες (52%) σημειώνονται το φθινόπωρο, με τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο να συγκεντρώνουν σχεδόν το 40% όλων των πλημμυρικών γεγονότων των τελευταίων 130 ετών. Ακολουθούν ο Ιανουάριος, ο Δεκέμβριος, ο Ιούνιος και άλλοι μήνες πιο χαμηλά» καταλήγει η καθηγήτρια.
Η ψηφιακή πύλη (https://historicfloods.org) του Πανεπιστημίου Αθηνών που παρουσιάζει τα ιστορικά πλημμυρικά δεδομένα με διαδραστικούς χάρτες είναι δυναμική, καθώς συνεχώς εμπλουτίζεται με νέα δεδομένα και εξελίσσεται με νέα εργαλεία. Μάλιστα, για θεσμικά όργανα που λαμβάνουν αποφάσεις (υπουργεία, περιφέρειες, δήμοι κ.λπ.) η πλατφόρμα μπορεί να λειτουργήσει «α λα καρτ» με πληροφορίες που θα εξυπηρετούν περισσότερο τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για μια συγκεκριμένη περιοχή, υπό συγκεκριμένες συνθήκες και προϋποθέσεις.






