Αποχωρεί η Κριστίν Λαγκάρντ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πριν από τη λήξη της θητείας της; Το πρωτοσέλιδο των «Financial Times» την περασμένη Πέμπτη προκάλεσε έντονες συζητήσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Συνομιλητές μας που βρίσκονταν σε κάποιες από αυτές μεταφέρουν ένα κλίμα βαθιάς ανησυχίας, διότι μια προσωπικότητα όπως η Λαγκάρντ είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται η Ευρώπη αυτή τη στιγμή. Αλλωστε η επικεφαλής της ΕΚΤ αντιμετώπισε με σιδηρά πυγμή τις πολυκρίσεις της θητείας της – πανδημική, εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ενεργειακή πίεση, πόλεμο δασμών ΗΠΑ – ΕΕ – και έχει την εμπιστοσύνη των ευρωπαίων ηγετών.
Η θητεία της ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2019 και λήγει τον Οκτώβριο του 2027. Είναι οκταετής και φαινομενικά δεν υπάρχει κανένας λόγος για να βιαστεί να αποχωρήσει. Ωστόσο, αν το δημοσίευμα των «FT» ευσταθεί, συμμερίζεται τις ανησυχίες του Εμανουέλ Μακρόν και του Φρίντριχ Μερτς για το ενδεχόμενο νίκης της ευρωσκεπτικιστικής Εθνικής Συσπείρωσης της Λεπέν και θέλει να τους διευκολύνει προκειμένου να ορίσουν νέο επικεφαλής στην ΕΚΤ πριν από τις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας.
Η αντίδραση της ΕΚΤ στο δημοσίευμα ήταν χλιαρή: «Η πρόεδρος Λαγκάρντ είναι πλήρως αφοσιωμένη στην αποστολή της και δεν έχει λάβει καμία απόφαση σχετικά με τη λήξη της θητείας της» ανέφερε η τυπική ανακοίνωσή της. Η μάχη της διαδοχής, όμως, έχει αρχίσει και ήδη προβάλλονται ισχυρά ονόματα, όπως ο ισπανός πρώην κεντρικός τραπεζίτης Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος και ο Ολλανδός Κλάας Νοτ. Σταδιακά εμφανίζονται και άλλοι ενδιαφερόμενοι, καθώς πέρα από το Παρίσι, το Βερολίνο και τη Μαδρίτη και άλλες πρωτεύουσες επιθυμούν να ελέγξουν σε ποια χέρια θα πέσουν οι ισχυροί ευρωπαϊκοί θεσμοί.
Αυτά συμβαίνουν σε χώρες και σε κυβερνήσεις που οι πολιτικοί και οι αξιωματούχοι δεν σκέφτονται με κριτήριο την καρέκλα. Στην Ελλάδα συζητούμε για την ενδεχόμενη τρίτη θητεία του Γιάννη Στουρνάρα, υπό το πρίσμα της συνέντευξης που έδωσε στην «Ομάδα Αλήθειας», μιας ατυχούς επιλογής για τον επικεφαλής της εποπτικής αρχής του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με εχέγγυα ανεξαρτησίας. Αν ανανεώσει τη θητεία του, θα βρίσκεται στο τιμόνι της Τράπεζας της Ελλάδος επί 18 συνεχόμενα χρόνια. Ιστορικό προηγούμενο υπάρχει, ο Ξενοφών Ζολώτας διετέλεσε τρεις φορές διοικητής της ΤτΕ, αλλά όχι σε συνεχόμενες θητείες.
Η αλήθεια είναι ότι ο κεντρικός τραπεζίτης προωθεί ενεργά τη διεκδίκησή του. Και από ό,τι φαίνεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Κυριάκος Πιερρακάκης είναι ευθυγραμμισμένοι προς την κατεύθυνση της ανανέωσης της θητείας του, προφανώς σκεπτόμενοι και την επόμενη ημέρα των εκλογών με τον απροσδιόριστο αυτή τη στιγμή συσχετισμό δυνάμεων.
Το ερώτημα που τίθεται, όμως, δεν αφορά τα πρόσωπα. Αφορά τους θεσμούς, ιδίως όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξαγγέλλει ότι στη συνταγματική αναθεώρηση θα προτείνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να έχει μία θητεία διάρκειας έξι ετών. Η πρόταση αυτή βρίσκει σύμφωνο το 64% της κοινής γνώμης (Metron Analysis).
Ο ανώτατος πολιτειακός άρχων δεν έχει ουσιαστικές αρμοδιότητες και τα έτη που θα περάσει στο Μέγαρο της Ηρώδου Αττικού τίποτα δεν επηρεάζουν. Ισως να ήταν πιο ουσιαστική αλλαγή να τεθούν όρια σε άλλες θητείες, που παίζουν ρόλο στα δημόσια πράγματα και ενώ, για ευνόητους λόγους, θα έπρεπε να υπάρχει εναλλαγή προσώπων, βλέπουμε ισόβιους προέδρους, ορισμένους από αυτούς πνιγμένους στα ρουσφέτια, την κακοδιαχείριση και τα σκάνδαλα, όπως δείχνουν οι πρόσφατες αποκαλύψεις σε δημόσιους οργανισμούς και συνδικαλιστικούς φορείς. Μία χωρίς έλεγχο ιδιοποίηση της συλλογικής περιουσίας.
Θα αντιτείνει κάποιος το επιχείρημα ότι πολλοί από αυτούς είναι αιρετοί, όμως η ίδια η διαδικασία της εκλογής υφαίνει τον ιστό των πελατειακών δικτύων. Οπως έγραψε στο βιβλίο Να αναπλάσουμε τη Δημοκρατία (εκδ. Σιδέρης, 1982) ο προερχόμενος από τη γκωλική Δεξιά γάλλος συγγραφέας και πολιτικός Μορίς Ντριόν, «η υποψηφιότητα φθείρει τη δημοκρατία. Γιατί το να είσαι υποψήφιος σημαίνει να συμπεριφέρεσαι σαν άνθρωπος που ζητά. Αυτή η υποχρέωση εμπνέει απέχθεια στις υπερήφανες ψυχές, εκείνες ακριβώς που είναι πιο άξιες για το λειτούργημα (…). Το να θέτεις υποψηφιότητά έχει και μια άλλη συνέπεια, ότι οι εκλογείς θεωρούν από πριν τον εκλεγμένο ως οφειλέτη τους». Η άποψη αυτή εμπεριέχει μεγάλη δόση ελιτισμού αλλά και αλήθειας. Απόδειξη ότι όσες προσπάθειες έκαναν τα ελληνικά κόμματα να προσελκύσουν επιτυχημένους επαγγελματίες κατέληξαν είτε στα γνωστά πρόσωπα του κομματικού σωλήνα είτε σε άτομα που αναζητούσαν καταφύγιο στην πολιτική.
Οσο ο εκλεγμένος-οφειλέτης προσπαθεί να εξοφλήσει το χρέος του στους ψηφοφόρους-πιστωτές τόσο υπονομεύει τη δημοκρατία. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, με διαπιστωμένο το θεσμικό έλλειμμα, βρίσκεται πολύ χαμηλά στις ευρωπαϊκές μετρήσεις για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Με μέσο όρο τις 3,6 μονάδες, η χώρα μας έχει 2,5 και είναι τέταρτη από το τέλος, μπροστά μόνο από την Κροατία, τη Βουλγαρία και την Ουγγαρία.
Σειρά ερευνών της Metron Analysis δείχνουν ότι οι πολίτες αναζητούν θεσμικά αντίβαρα απέναντι στην κυβέρνηση μετά το σκάνδαλο των υποκλοπών και την αντιμετώπιση των ανεξάρτητων αρχών που το ερευνούσαν. Η αναζήτηση δεν έχει πάψει, κρίνοντας από τη συνεχιζόμενη δυσαρέσκεια, η οποία επιτείνεται από τα συνεχή σκάνδαλα, αλλά και από ότι το 63% επιθυμεί να εκλέγεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών, όχι με 151 όπως έγινε τον περασμένο Φεβρουάριο, και παράλληλα να ενισχυθούν οι αρμοδιότητές του.
Οι πολίτες, δηλαδή, αναζητούν ένα σημείο αναφοράς, έναν διαιτητή ανάμεσα σε αυτούς και την κυβέρνηση. Ενδεχομένως να τον χρειάζεται και η κυβέρνηση, καθώς, όπως επισημαίνει κορυφαίος υπουργός, «σκάνδαλα πάντα υπήρχαν, δεν είναι αυτά που επηρεάζουν τη σχέση μας με τους πολίτες. Η κυβέρνηση κρίνεται από το αν σκοράρει, αν βάζει γκολ, δηλαδή από το αν κάνει τη δουλειά της όπως οφείλει. Την κάνουμε πάντα;» θέτει το ερώτημα. Η απάντηση πιθανότατα θα έρθει μέσω TikTok.



