Κάθε μεγάλη θρησκευτική γιορτή είναι, πέρα από το τελετουργικό της, και μια δοκιμασία για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη θέση της πίστης στον σύγχρονο κόσμο· όχι μόνον ως ιδιωτική υπόθεση αλλά και ως δύναμη που διαπερνά και συνέχει την κοινωνία. Ας μην ξεχνάμε τη ριζοσπαστική ισονομία που ενυπάρχει στον ίδιο τον πυρήνα του χριστιανικού μηνύματος, όπως διατυπώνεται στην προς Γαλάτας επιστολή: «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού». Η φράση αυτή, διαχρονικά, υπονομεύει κάθε απόπειρα ιεραρχικής κατηγοριοποίησης των ανθρώπων με βάση το φύλο, την καταγωγή, την κοινωνική θέση.

Κι όμως, αυτή η εξισωτική δυναμική συχνά υποχωρεί μπροστά σε ερμηνείες που επιδιώκουν ακριβώς το αντίθετο: την επαναφορά της ανισότητας ως «φυσικής» ή ακόμη και «θεόσταλτης» τάξης.
Αυτό φαίνεται καθαρά στις ΗΠΑ, όπου τμήματα του χριστιανικού εθνικισμού συνδέονται με προσπάθειες περιορισμού της εκλογικής συμμετοχής, ιδίως των γυναικών· μια ρητορική που επιδιώκει να καθορίσει ποιος ανήκει πλήρως στο πολιτικό σώμα και ποιος όχι. Οταν, όμως, η πίστη επιστρατεύεται για να περιορίσει ανθρώπινα δικαιώματα, τότε παύει να είναι θρησκευτική και γίνεται απλώς ιδεολογικό όπλο.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στην Ευρώπη, με διαφορετικές μορφές: Από τη μία πλευρά, ένα ριζοσπαστικό Ισλάμ που αμφισβητεί ευθέως τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, προτάσσοντας θρησκευτικούς κανόνες έναντι του δικαίου και αρνούμενο θεμελιώδεις αρχές, όπως η ισότητα των φύλων. Από την άλλη, ακροδεξιοί χριστιανικοί κύκλοι που φαινομενικά τοποθετούνται εναντίον του Ισλάμ, αλλά στην ουσία επιδιώκουν κάτι συγγενές: την επαναφορά της θρησκείας ως κανονιστικής αρχής του δημόσιου βίου, με όρους επιβολής. Η αντίθεση, έτσι, αποδεικνύεται προσχηματική: ως προς τις πολιτικές τους επιδιώξεις, οι ακραίοι θρησκευόμενοι συγκλίνουν: θέλουν μια κοινωνία όπου η ισότητα υποχωρεί μπροστά στη «θεόπνευστη» ιεραρχία και όπου το κοσμικό κράτος αντικαθίσταται από μια μορφή θρησκευτικής επιτήρησης και αυταρχισμού.

Η έρευνα για τη σχέση τμημάτων της Ορθοδοξίας με τη σύγχρονη ακροδεξιά αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη διολίσθηση: τη μετατροπή της πίστης σε ιδεολογικό όχημα για τον αποκλεισμό και τον αυταρχισμό. Δεν πρόκειται για θεολογική αναγκαιότητα, αλλά για πολιτική επιλογή που μασκαρεύεται πίσω από έναν θρησκευτικό μανδύα.

Στην Ελλάδα, το πρόσφατο περιστατικό στη Θεσσαλονίκη, με την εισβολή σε εκκλησία και τη διακοπή μουσικής εκδήλωσης, υπενθύμισε πόσο εύκολα η θρησκεία μπορεί να γίνει όπλο. Οταν ομάδες οικειοποιούνται τον ιερό χώρο για να επιβάλουν τη δική τους αντίληψη περί «ορθού», δεν υπερασπίζονται την πίστη· την υπονομεύουν μαζί με τον δημόσιο χώρο.

Ο δημόσιος χώρος, όμως, σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, είναι κοινός τοις πάσι. Αυτό δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης ούτε ιδεολογικό διακύβευμα· είναι η αφετηριακή συνθήκη που καθιστά δυνατή κάθε περαιτέρω διαφωνία. Μόνον εφόσον γίνει απολύτως αποδεκτό ότι όλοι χωρούν ισότιμα στον δημόσιο βίο μπορούμε να προχωρήσουμε σε ουσιαστικές συγκρούσεις ιδεών. Αν, αντιθέτως, τεθεί υπό αίρεση το ποιος δικαιούται να είναι παρών, τότε η ίδια η δημοκρατία παύει να λειτουργεί ως κοινό πλαίσιο.

Γι’ αυτό ο χωρισμός κράτους και θρησκείας δεν στρέφεται κατά της πίστης – αντίθετα, την προστατεύει. Διασφαλίζει ότι καμία θρησκεία, είτε χριστιανισμός είτε Ισλάμ, δεν θα μετατραπεί σε υποχρεωτικό κανόνα για όλους. Και κυρίως, ότι η πίστη θα παραμείνει αυτό που κατ’ ουσίαν είναι: μια ελεύθερη επιλογή, όχι ένας μηχανισμός επιβολής.

Το Πάσχα, με το φορτίο της θυσίας και της ανάστασης, προσφέρεται ιδιαίτερα για έναν αναστοχασμό: ως «διάβαση», σηματοδοτεί ακριβώς το πέρασμα από έναν κόσμο σε έναν άλλον, την υπέρβαση του δεδομένου, την ικανότητα μιας κοινωνίας να αφήνει πίσω της φόβους και κλειστά συστήματα σκέψης. Ετσι, η αληθινή ανάσταση δεν μπορεί να είναι παρά η μετάβαση σε κάτι πιο ανοιχτό, πιο συμπεριληπτικό, πιο ελεύθερο.