Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Τι ζητούν οι τουρίστες; Τι ψάχνουν να βρουν στο ταξίδι τους στην Ελλάδα. Ροδάκια από βαλίτσες ακούγονται στους δρόμους της πρωτεύουσας. Ορδές τουριστών φτάνουν στην Ελλάδα από γη, αέρα και θάλασσα για να βιώσουν το greek summer.

Ανάμεσα στην πραγματικότητα και την προσδοκία, πάνω σε μια λεπτή γραμμή στέκονται οι ξεναγοί. Μεταφραστές όχι μόνο γλώσσας, αλλά χρόνου, τόπου, νοημάτων. Οι άνθρωποι που λειτουργούν ως «γέφυρες» ανάμεσα στην αρχαιότητα και το σήμερα, ανάμεσα στο στερεότυπο και την αλήθεια.

Κάθε ερώτηση που δέχονται είναι κι ένα δείγμα του πώς μας βλέπει ο κόσμος. Κάθε απάντησή τους, μια απόπειρα να μείνει η Ελλάδα κάτι παραπάνω από καρτ ποστάλ με κρυστάλλινα νερά και κίονες.

Ποιες είναι οι πιο συχνές απορίες των τουριστών; Ποιες οι πιο συνηθισμένες παρανοήσεις; Πέρα από τον πολιτισμό που παραμένει το ισχυρότερο πλεονέκτημα της Ελλάδας, ποια στοιχεία κεντρίζουν το ενδιαφέρον τους; Υπάρχουν συνθήκες που τους κάνουν να νιώθουν ντροπή απέναντι στους επισκέπτες; Τρεις ξεναγοί απαντούν στο ΒΗΜΑ.

Τζέμμα Οικονομοπούλου: «Έχω δει τουρίστες στην Ακρόπολη να δακρύζουν»

37 καλοκαίρια μετά την πρώτη της ξενάγηση, η Τζέμμα Οικονομοπούλου, πρόεδρος του Σωματείου Διπλωματούχων Ξεναγών, μιλά για ένα καλοκαίρι επιφυλακτικότητας. Όπως εξηγεί στο BHMA παρότι έχει κινηθεί ικανοποιητικός αριθμός επισκεπτών, η αβεβαιότητα που προκαλούν ο πόλεμος και η οικονομική αστάθεια στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε ευρωπαϊκές χώρες κάνει τον κλάδο να κρατά στάση αναμονής για το επόμενο διάστημα, δηλαδή για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο.

«Φαίνεται ότι η Αθήνα και λόγω της κρουαζιέρας έχει ικανοποιητικά ποσοστά επισκεψιμότητας, το ίδιο και τα νησιά. Από την άλλη δεν υπάρχει η αναμενόμενη επισκεψιμότητα στους αρχαιολογικούς χώρους και στα μουσεία. Βέβαια, τελευταία έρευνα δείχνει μια αύξηση εσόδων και αυτό λόγω της αύξησης της τιμής των εισιτηρίων, αλλά την ίδια στιγμή είναι γεγονός ότι έχει μειωθεί η επισκεψιμότητα».

τουρίστες

Photo Credits: AP Photo/Petros Giannakouris

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ στους αρχαιολογικούς χώρους, κατά το δωδεκάμηνο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου 2025 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του έτους 2024, παρατηρείται μείωση κατά 4,9% στον αριθμό επισκεπτών, αύξηση κατά 7,7% στους επισκέπτες ελεύθερης εισόδου και κατά 44,6% στις αντίστοιχες εισπράξεις (η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αύξηση των εισιτηρίων).

«Οι επισκέπτες επιλέγουν ένα άλλο είδος τουρισμού και ίσως έχει παίξει μεγάλο ρόλο και η ανατίμηση των εισιτηρίων στους αρχαιολογικούς χώρους. Για παράδειγμα, στην Αθήνα η Ακρόπολη είναι στα 30 ευρώ.

Παλαιότερα υπήρχε ο θεσμός του ενιαίου εισιτηρίου. Κάποιος επισκεπτόταν την Ακρόπολη και τους περιφερειακούς αρχαιολογικούς χώρους με ένα εισιτήριο. Οφείλω να ομολογήσω βέβαια ότι για αυτό που προσέφερε το ενιαίο ήταν μια τιμή χαμηλή.

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Hellenic Statistical Authority (@statistics.gr)

Είχαμε προτείνει λοιπόν είτε να αυξηθεί το ενιαίο είτε να γίνει η Ακρόπολη με έναν άλλον αρχαιολογικό χώρο σε ένα συγκεκριμένο αντίτιμο. Δεν εισακούστηκε ούτε η μία ούτε η άλλη ιδέα. Χώροι οι οποίοι ήταν στα 8 ευρώ ή στα 12 ευρώ ξαφνικά βρέθηκαν στα 20 ευρώ», επισημαίνει η Τζέμμα Οικονομοπούλου.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τη Σπιναλόγκα, έναν χώρο αρχαιολογικό και ιστορικό με εισιτήριο 20 ευρώ, όπου εδώ και λίγο καιρό έχουν ξεκινήσει εργασίες ανάπλασης που έχουν καταστήσει την πρόσβαση πολύ δύσκολη: «η προκυμαία απ’ όπου αποβιβάζονται και επιβιβάζονται οι επισκέπτες έχει καταληφθεί από μηχανήματα βαρέως τύπου και οικοδομικά υλικά. Ανάλογο πρόβλημα εντοπίζεται και στον χώρο της Κνωσού».

Η σύνδεση με την κλασική αρχαιότητα

Τι ρωτούν περισσότερο οι τουρίστες και τι θέλουν να μάθουν; «Πρώτο και βασικό ζητούμενο παραμένει το ιστορικό στοιχείο. Στα 37 μου χρόνια στο επάγγελμα έχω δει το προφίλ του επισκέπτη να αλλάζει· παλαιότερα οι τουρίστες ήταν πολύ πιο συνειδητοποιημένοι για το ταξίδι τους, με ενδιαφέρον καθαρά ιστορικό και πολιτιστικό.

Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα παραμένει δημοφιλής προορισμός κυρίως λόγω ιστορίας και αρχαιολογίας, όμως οι επισκέπτες δεν περιμένουν πλέον την πληθώρα δυνατοτήτων που τελικά ανακαλύπτουν».

Όπως περιγράφει, δημιουργείται μια σχέση σεβασμού και αγάπης, καθώς οι άνθρωποι βλέπουν μέσα από τα μάτια των ξεναγών τόσο την Ελλάδα του χθες όσο και του σήμερα — ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, φροντίζοντας πάντα να «διασκεδάζουν κάπως τις εντυπώσεις».

τουρίστες

Photo Credits: AP Photo/Petros Giannakouris, File

Η εθνικότητα, σύμφωνα με την Τζέμμα Οικονομοπούλου, διαφοροποιεί σημαντικά τα ερωτήματα που θέτουν οι τουρίστες. «Οι Αμερικανοί επισκέπτες ενδιαφέρονται ιδιαίτερα και για τη σύγχρονη ιστορία: τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη θέση της Ελλάδας διεθνώς και τη σημερινή πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.

Οι Ευρωπαίοι, αντίθετα, καθώς μοιράζονται την ίδια ήπειρο, γνωρίζουν συχνά περισσότερα εκ των προτέρων». Θυμίζει πάντως πως οι επισκέπτες από την Ευρώπη έχουν, όπως λέει, πιο ισχυρά σημεία αναφοράς για την Ελλάδα σε σχέση με εκείνους που έρχονται από την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Νέα Ζηλανδία ή την Αμερική.

«Η πλειονότητα των επισκεπτών γνωρίζει περισσότερο την αρχαία Ελλάδα και ειδικότερα την κλασική αρχαιότητα, εκείνη που συνδέεται άμεσα με τον Παρθενώνα -ένα μνημείο-σύμβολο- καθώς και με την Αθήνα, την Κόρινθο και τη Σπάρτη. Τα θρησκευτικά γκρουπ διαθέτουν επιπλέον γνώση τοποθεσιών που σχετίζονται με τον Απόστολο Παύλο. Αντίθετα, οι τρεις μεγάλοι εμβληματικοί πολιτισμοί, ο Κυκλαδικός, ο Μινωικός και ο Μυκηναϊκό, δεν είναι τόσο γνωστοί στο ευρύ κοινό, το ίδιο και τα βυζαντινά χρόνια. Όταν όμως οι τουρίστες έρθουν σε επαφή με αυτό το κομμάτι, εντυπωσιάζονται ιδιαίτερα».

Πέρα από το συρτάκι και τον μουσακά

Τη ρωτώ ποια θεωρεί τη μεγαλύτερη παρανόηση που συναντά από την πλειοψηφία των επισκεπτών. «Παλαιότερα υπήρχαν στερεότυπα όπως λέμε συρτάκι, μουσακάς και χωριάτικη σαλάτα. Αυτό έχει καταρριφθεί.

Το γαστρονομικό κομμάτι ήταν και παραμένει σημαντικό· εκπλήσσονται με το πόσο νόστιμη είναι η χωριάτικη σαλάτα και το κάθε φαγητό εδώ, αλλά δεν περιμένουν να δουν μόνο αυτό. Ξέρουν πια ότι δεν είναι μόνο αυτό η Ελλάδα. Ο τουρισμός είναι μια μεγάλη βιομηχανία, αλλά εξαρτάται σε ποια χέρια βρίσκεται. Τόσο για την προβολή του όσο και για την διεκπεραίωση του».

Είναι για όλους η Ακρόπολη;

Ιδιαίτερα επιβαρυμένη περιγράφει η ίδια την προσβασιμότητα στην Ακρόπολη: «υπάρχουν μέρες που το αναβατόριο λειτουργεί κανονικά, αλλά και μέρες που κάποιος μπορεί να ανέβει και να μην μπορεί να κατέβει, με αποτέλεσμα να χρειάζεται και πάλι η επέμβαση της Πυροσβεστικής.

Η κατάσταση αυτή με πληγώνει προσωπικά· κατανοώ τη συνθήκη, αλλά πλέον δεν μπορώ να την αποδεχτώ. Για εμας είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό. Πώς να εξηγήσεις σε έναν τουρίστα που έχει ταξιδέψει χιλιάδες μίλια για να ανέβει στον Παρθενώνα ότι τελικά δεν μπορεί να το κάνει;».

Επισημαίνει ότι οι άνθρωποι με κινητικά προβλήματα και τα άτομα με αναπηρία αποτελούν πλέον σημαντικό κομμάτι της τουριστικής κίνησης διεθνώς, προερχόμενοι συχνά από χώρες όπου τα ζητήματα προσβασιμότητας έχουν λυθεί εδώ και καιρό, ενώ στην Ελλάδα ακόμη διαπραγματευόμαστε τα αυτονόητα. Αντίστοιχα προβλήματα, σημειώνει, υπάρχουν σχεδόν σε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας, με αποτέλεσμα αυτή η κατηγορία επισκεπτών να αποκλείεται εκ προοιμίου.

Κλείνοντας, μιλά με εμφανή συγκίνηση για την ενέργεια που αποπνέουν οι ιστορικοί τόποι της Ελλάδας, μια αίσθηση φιλοξενίας και άνεσης. «Ίσως γιατί πρόκειται για χώρους όπου άνθρωποι συγκεντρώνονταν με καλό σκοπό, είτε στην αρχαιότητα είτε σε μεταγενέστερες εποχές, όπως αποκαλώ σε ένα “κοινωνικό πανηγύρι”».

Λίγο πριν την αποχαιρετήσω η Τζέμμα Οικονομοπούλου κάνει τον απολογισμό της, καταλήγοντας σε ένα συμπέρασμα που την πονά. «Ενώ είμαστε στην πρώτη γραμμή θα ήθελα να είχαμε περισσότερο την υποστήριξη της πολιτείας που δυστυχώς δεν την έχουμε.

Αναγνωριζόμαστε από τον επισκέπτη, αναγνωριζόμαστε από φορείς, από συνεργάτες και η πολιτεία δυστυχώς μας το κάνει και πιο δύσκολο. Μας γυρνάει την πλάτη».

Δημητρία Παπαδοπούλου: «Δυστυχώς για τους περισσότερους τουρίστες, Ελλάδα σημαίνει Αθήνα, Μύκονος, Σαντορίνη»

Ο Περικλής και η οικονομική κρίση

Η Δημητρία Παπαδοπούλου εργάζεται ως ξεναγός από το 2011 και περιγράφει ένα κοινό που, πέρα από τον πολιτισμό, τα μνημεία και την ιστορία της χώρας, ενδιαφέρεται εξίσου έντονα για την καθημερινή ζωή και την πολιτική κατάσταση της Ελλάδας. Όπως εξηγεί στο ΒΗΜΑ, τα ενδιαφέροντα διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με την εθνικότητα των επισκεπτών.

«Οι Γάλλοι, που έχουν επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό από την παιδική τους ηλικία, στρέφονται περισσότερο στην ιστορία, τη μυθολογία και τα μνημεία, ενώ οι Αμερικανοί, με λιγότερη προηγούμενη γνώση της ελληνικής ιστορίας, ενδιαφέρονται κυρίως για τη σημερινή κατάσταση, την πολιτική και την οικονομία.

Η πρώτη ερώτηση που κάνουν οι περισσότεροι τουρίστες μετά την οικονομική κρίση είναι πώς είναι η κατάσταση στην Ελλάδα σε σχέση με την οικονομία σήμερα, αν έχει βελτιωθεί και πώς ζουν οι Έλληνες», αναφέρει.

Θυμάται μάλιστα πως στα χρόνια της κρίσης, όταν οι επισκέπτες έβγαιναν έξω και έβλεπαν τα μαγαζιά γεμάτα, μια συχνή ερώτηση ήταν «πώς γίνεται και υπάρχει τόσος πολύς κόσμος έξω;». «Τώρα πλέον δεν το ρωτάνε τόσο πολύ», σημειώνει, εκτιμώντας πως οι τουρίστες πλέον έρχονται πιο προετοιμασμένοι, γνωρίζοντας ήδη ότι θα συναντήσουν πολύ κόσμο στην Ελλάδα.

τουρίστες

Photo Credits: AP Photo/Thanassis Stavrakis

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η περιγραφή της για το στερεότυπο σουβλάκι-μουσακάς-συρτάκι-σπάσιμο πιάτων, το οποίο χαρακτηρίζει «μια παγίδα στην οποία πέφτουν» οι επισκέπτες.

Η παγίδα της «αυθεντικής Ελλάδας»

«Οι τουρίστες ψάχνουν το αυθεντικό, το μη τουριστικό, και παρά την επιθυμία πέφτουν στην παγίδα του τουριστικού», εξηγεί, περιγράφοντας πώς η χώρα έχει διαμορφώσει, όπως λέει, «μια κατασκευασμένη αυθεντικότητα», μια εικόνα με συρτάκι, πιάτα που σπάνε, σουβλάκι και θάλασσα, φτιαγμένη ακριβώς για να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των επισκεπτών.

«Παρόλο που αυτοί ψάχνουν την αυθεντική Ελλάδα, στην πραγματικότητα ψάχνουν μια κατασκευασμένη Ελλάδα, έτσι όπως αυτή ανταποκρίνεται στα στερεότυπα που έχουν στο μυαλό τους κι όχι στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα», καταλήγει.

Το γαστρονομικό στοιχείο, σημειώνει, αποτελεί ζήτημα αυξανόμενου ενδιαφέροντος τα τελευταία χρόνια, ιδίως ως έκφραση του πολιτισμού μέσα από τη γαστρονομία.

Πιστεύει ότι οι σύγχρονοι τουρίστες αισθάνονται την ανάγκη «να διαφοροποιηθούν μεταξύ τους και να βγουν από το ρεύμα του μαζικού τουρισμού», γι’ αυτό και αναζητούν όλο και περισσότερο επισκέψεις εκτός πεπατημένης. Ωστόσο, όπως παραδέχεται με ειλικρίνεια, «δυστυχώς για τους περισσότερους τουρίστες, Ελλάδα σημαίνει Αθήνα, Μύκονος, Σαντορίνη.

Photo Credits: Eurokinissi

Όσο κι αν θέλουμε να ισχυριζόμαστε και να βαυκαλιζόμαστε ότι προωθούμε τον εναλλακτικό τουρισμό και ασχολούμαστε με τη βιώσιμη ανάπτυξη, ακολουθούμε την πεπατημένη όλων των τουριστικών προορισμών οι οποίοι έχουν υπερκορεστεί», λέει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η φέρουσα ικανότητα αυτών των προορισμών δεν αντέχει άλλο τόσους τουρίστες.

Ο τουρισμός στην ηπειρωτική Ελλάδα, ένας τουρισμός «που ξεφεύγει από τα όρια της καλοκαιρινής περιόδου», παραμένει κατά την άποψή της «ανεπαρκώς προωθημένος».

Προς επίρρωση των λόγων της, το 2025, η Αθήνα υποδέχθηκε 8,7 εκατομμύρια ξένους επισκέπτες, αριθμός αυξημένος κατά 800.000 σε σχέση με το 2024 και κατά 36% σε σύγκριση με το 2019.

Ο ανελκυστήρας της Ακρόπολης

Αναφορικά με την προσβασιμότητα, η Δημητρία Παπαδοπούλου είναι κατηγορηματική: «Έχουμε πάρα πολύ μεγάλα προβλήματα. Καταρχάς, ξεκινώντας από την Ακρόπολη· ό,τι κι αν έχετε ακούσει είναι αλήθεια. Παίρνουμε τηλέφωνο δέκα λεπτά πριν για να δούμε αν λειτουργεί το ασανσέρ της Ακρόπολης.

Δέκα λεπτά πριν λένε ότι τώρα λειτουργεί, αλλά δεν ξέρουμε σε δέκα λεπτά που θα έρθετε αν θα λειτουργεί. Αυτή είναι η μεγάλη πληγή. Πραγματικά, μας πονάει τόσο πολύ ως ξεναγούς», λέει, ομολογώντας πως αισθάνεται προσωπικά ντροπή κάθε φορά που ακούει «για εγκαίνια ανελκυστήρων και προσβασιμότητα», γνωρίζοντας την πραγματική κατάσταση στο πεδίο.

«Τα τελευταία πέντε χρόνια έχω έρθει άπειρες φορές σε πάρα πολύ δύσκολη θέση να αναγκαστώ να πω σε κάποιον που είναι σε αναπηρικό αμαξίδιο ότι δυστυχώς πήραμε τηλέφωνο πριν από μισή ώρα και λειτουργούσε, αλλά δυστυχώς τώρα δεν λειτουργεί ο ανελκυστήρας», αποκαλύπτει.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως εξηγεί, προτιμά να προετοιμάζει τους επισκέπτες εξαρχής: «Τους λέω ότι υπάρχουν μισές πιθανότητες να λειτουργεί και μισές πιθανότητες να μην λειτουργεί το ασανσέρ και δεν θα ήθελα να απογοητευτείτε αν δεν καταφέρουμε να ανέβουμε».

Σημειώνει μάλιστα ότι πολλοί τουρίστες είναι ήδη ενήμεροι για τα ζητήματα προσβασιμότητας της Ακρόπολης πριν καν φτάσουν στη χώρα: «Διαβάζουν σε διάφορα fora τι συμβαίνει και με ρωτάνε από την πρώτη κιόλας στιγμή».

Χαρακτηριστικά αναφέρει πως τη ρωτούν «αν ανέβουμε και λειτουργεί το ασανσέρ και σταματήσει να λειτουργεί, όσο είμαστε πάνω στην Ακρόπολη πώς θα κατέβουμε; Αναγκάζεσαι να καλύψεις κάποια κενά που δύσκολα καλύπτονται έτσι ώστε να μην εκτεθείς εντελώς και εσύ και η χώρα και ο αρχαιολογικός χώρος», καταλήγει.

Δημήτρης Σαρμανιώτης: «Ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους Αμερικάνους, η σχέση της Ελλάδας με την Τουρκία»

Ο Δημήτρης Σαρμανιώτης (Guide of the north), ιστορικός, διπλωματούχος ξεναγός και Έφορος του Συνδέσμου Ξεναγών Θεσσαλονίκης και Βορείου Ελλάδος, ξεναγεί εδώ και τέσσερα χρόνια κυρίως αγγλόφωνα γκρουπ: Αμερικανούς, Καναδούς, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς, Άγγλους, Ιρλανδούς, ενώ τελευταία, όπως αναφέρει στο ΒΗΜΑ, «έχουμε πολλούς Ολλανδούς τουρίστες που έρχονται για city break».

Παράλληλα με τα οργανωμένα γκρουπ, εξυπηρετεί και ιδιωτικές ξεναγήσεις για οικογένειες, μικρές παρέες ή επαγγελματικές αποστολές που οργανώνουν μόνες τους το ταξίδι τους και αναζητούν κάποιον να τους γνωρίσει την πόλη.

Γαστρονομικός τουρισμός

Ξεχωριστή θέση στην αφήγησή του κατέχουν τα food tours. «Η Θεσσαλονίκη είναι η πρώτη ελληνική πόλη που εντάχθηκε στο Δίκτυο Δημιουργικών Πόλεων Γαστρονομίας της UNESCO, οπότε είναι προορισμός για το φαγητό», εξηγεί, σημειώνοντας ότι κάθε χρόνο αυξάνονται οι επισκέπτες που έρχονται ήδη γνωρίζοντας κάτι για την ελληνική κουζίνα.

Οι Αμερικανοί, όπως παρατηρεί, είναι πιο εξοικειωμένοι με τα εστιατόρια της ομογένειας και φτάνοντας στην Ελλάδα περιμένουν μια πιο στερεοτυπική εικόνα· ωστόσο, όπως λέει, «βλέπουν εδώ κάτι πιο δυναμικό, πιο σύγχρονο».

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που επισημαίνει είναι πόσο άγνωστη παραμένει η ίδια η Θεσσαλονίκη στους περισσότερους επισκέπτες. «Οι περισσότεροι τουρίστες που έρχονται δεν έχουν ακούσει ποτέ στη ζωή τους τη Θεσσαλονίκη. Δεν την ξέρουν. Για παράδειγμα, στην κρουαζιέρα τούς δίνουν το πρόγραμμα κι έτσι έρχονται στην πόλη.

Photo Credits: Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Στην Ελλάδα ξέρουν την Αθήνα, τη Μύκονο, τη Σαντορίνη, την Πάρο και κάποιοι πιο ψαγμένοι ξέρουν την Ολυμπία, τους Δελφούς και τις Μυκήνες».

Τι εντυπωσιάζει τελικά τους επισκέπτες στη Θεσσαλονίκη, μόλις τη γνωρίσουν; «Αυτό που μου λένε όλοι είναι το vibe, η ενέργεια της πόλης, η οποία δεν προσδιορίζεται επακριβώς. Είναι η αίσθηση που τους αφήνει», απαντά.

Στα ερωτήματα που δέχεται συχνότερα περιλαμβάνονται εκείνα για την οικονομία και την πολιτική κατάσταση της χώρας. «Όλοι ρωτούν για την οικονομία της Ελλάδας και για την πολιτική κατάσταση», αναφέρει, εξηγώντας πως ο δικός του στόχος ως ξεναγού είναι να δείξει στους επισκέπτες την πραγματικότητα της χώρας.

«Τους λέω ότι τα πράγματα δεν είναι ιδανικά. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν έρθει εδώ να δουν μια Ντίσνεϊλαντ, για αυτό και πρέπει να τους δώσουμε μια αυθεντική εικόνα για το τι συμβαίνει», λέει, τονίζοντας πως αυτό γίνεται «με μια βαθιά αγάπη για τον τόπο και τα μνημεία και την ιστορία» αλλά και «με μια αλήθεια».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρει είναι η απορία πολλών Αμερικανών όταν βλέπουν τις ταβέρνες γεμάτες παρά την οικονομική δυσκολία της χώρας: «Ο Έλληνας μπορεί να δυσκολεύεται οικονομικά, αλλά θα βρει 20 ευρώ να πάει στην ταβέρνα. Είναι κομμάτι της κουλτούρας μας», τους εξηγεί.

Δύο ακόμη ερωτήματα και εικόνες που συναντά συχνά στην πράξη. Το ένα αφορά στην Τουρκία: «Μας ρωτάνε πάρα πολλοί. Ενδιαφέρει τους Ευρωπαίους και ιδιαίτερα τους Αμερικάνους, η σχέση της χώρας με τη γείτονα», λέει. Το άλλο αφορά σε μια εικόνα που σοκάρει τους επισκέπτες: «Ένα άλλο που βλέπουν όλοι και παθαίνουν σοκ είναι η κακή κατάσταση των αδέσποτων ζώων».

Ξεναγήσεις στην εποχή του ChatGTP

Ο Δημήτρης Σαρμανιώτης περιγράφει και μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο που ταξιδεύει πλέον ο κόσμος. «Έχει αλλάξει πάρα πολύ ο τουρισμός. Ο κόσμος έχει γενικά κουραστεί με το στημένο.

Τις πληροφορίες που θέλει να βρει, θα τις βρει στο ChatGPT σε μηδενικό χρόνο», λέει, εξηγώντας πως αυτό που πραγματικά αναζητούν οι τουρίστες είναι μια προσωπική σύνδεση με όσα ακούνε: «Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να μπορέσει αυτό που θα τους πεις να τους κάνει μια σύνδεση, δηλαδή να μιλήσει οντολογικά με συμβολισμούς. Είναι σημαντικό να συνδέσεις τις πληροφορίες και με τα προσωπικά σου βιώματα».

Σε αυτό το πλαίσιο, όπως αναφέρει, ο ίδιος αλλά και πολλοί συνάδελφοί του στη Θεσσαλονίκη μιλούν συχνά για την ανταλλαγή των πληθυσμών τη δεκαετία του ’20 και πώς αυτή επηρέασε το δημογραφικό, την κουζίνα και την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Ο ίδιος μοιράζεται μάλιστα και τη δική του οικογενειακή ιστορία με τους επισκέπτες: «Η γιαγιά μου, ο παππούς μου, από τη μητέρα μου, ήρθαν από την ανταλλαγή», λέει.

Στο ζήτημα της προσβασιμότητας, ο Σαρμανιώτης μοιράζεται μια πρόσφατη εμπειρία με ένα ζευγάρι από την Αμερική, όπου η γυναίκα βρισκόταν σε αναπηρικό αμαξίδιο. «Πήγαμε Πέλλα, Βεργίνα και όλα πήγαν πολύ καλά. Υπήρχαν τουαλέτες για άτομα με αναπηρία, το ασανσέρ δούλευε κανονικά. Γυρίσαμε όλο το μουσείο, δεν χάσαμε τίποτα», αφηγείται.

Ωστόσο, δεν παραλείπει να επισημάνει και το αντίθετο: «Δεν μπορώ να μην πω ότι υπάρχει τεράστιο πρόβλημα στη Θεσσαλονίκη με τις ράμπες για τα άτομα με αναπηρίες».

Βαριά «βιομηχανία» ο πολιτισμός

Μιλώντας για τη Θεσσαλονίκη ως προορισμό, τη χαρακτηρίζει «ανερχόμενο τουριστικό προορισμό», προσθέτοντας πως «το πολύ σημαντικό στοίχημα είναι να αποφύγουμε την υπερβολή», κάνοντας ταυτόχρονα σύγκριση με την πρωτεύουσα.

τουρίστες

Photo Credits: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΗΡΑΣ

Είναι δεδομένο ότι η Αθήνα εξελίσσεται σε πόλη ραγδαίας τουριστικοποίησης. Ιδίως στις κορεσμένες γειτονιές, τίθενται ζητήματα βιωσιμότητας του αστικού ιστού, της κατοικίας και της ποιότητας ζωής των μόνιμων κατοίκων

Αναφορικά με το θεσμικό πλαίσιο του επαγγέλματος, εξηγεί ότι οι ξεναγοί υπάγονται στο Υπουργείο Τουρισμού, ενώ έχουν στενή συνεργασία και με το Υπουργείο Πολιτισμού λόγω της δραστηριότητάς τους σε μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους.

Αναγνωρίζει πως το Υπουργείο Πολιτισμού «έχει κάνει κάποια θετικά βήματα», ωστόσο, όπως τονίζει, «υπάρχουν όμως πολλά που πρέπει να διορθωθούν». Ξεκάθαρος είναι και σχετικά με το πώς αντιμετωπίζεται ο κλάδος: «Εμείς ως κλάδος δεν θεωρούμε ότι η αντιμετώπιση που έχουμε είναι αυτή που θα έπρεπε προς το επάγγελμά μας».

Ιδιαίτερα κατηγορηματικός είναι όταν μιλά για τη σχέση τουρισμού και πολιτισμού στην Ελλάδα. «Η βαριά βιομηχανία της χώρας δεν είναι ο τουρισμός, είναι ο πολιτισμός. Εκεί είναι το λάθος που κάνουν οι ηγεσίες των υπουργείων. Δεν μπορούμε να μιλάμε για τουρισμό χωρίς να μιλάμε για πολιτισμό. Πρέπει να είμαστε οι μόνοι που το κάνουμε στον κόσμο», λέει.

Στο ίδιο πνεύμα, απορρίπτει κατηγορηματικά το γνωστό στερεότυπο: «Το σουβλάκι, μουσακάς και μπουζούκι δεν υφίσταται. Είναι μόνο στα σποτ του ΕΟΤ. Δεν είναι αυτό η Ελλάδα σε καμία περίπτωση. Η Ελλάδα είναι ο πολιτισμός της», τονίζει, προσθέτοντας πως «είμαστε υπερήφανοι για τον πολιτισμό μας, αλλά η πολιτική ηγεσία κάνει τη δουλειά μας δύσκολη».

Τέλος, ένα ακόμη ζήτημα που θίγει είναι το φαινόμενο των παράνομων περιηγήσεων, ιδιαίτερα στην Αθήνα, από ανθρώπους που δεν είναι αναγνωρισμένοι ξεναγοί. «Δεν υπάρχει κανένας έλεγχος. Θα έπρεπε να είναι κεντρική επιδίωξη του εκάστοτε υπουργείου», σημειώνει, καταλήγοντας πως «θεωρούμε ως ξεναγοί ότι δεν λαμβάνουμε την προσοχή την οποία θα έπρεπε».

Ο τουρισμός σε αριθμούς

  • Σε 43,31 εκατ. ανήλθαν οι ξένοι ταξιδιώτες που επισκέφθηκαν την Ελλάδα το 2025.
  • Οι συνολικές εισπράξεις ανήλθαν σε 23,63 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 9,4%.
  • Η Γερμανία παρέμεινε ο σημαντικότερος τροφοδότης ταξιδιωτών με 5,95 εκατ. αφίξεις (+10,2%), ακολουθούμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο με 4,89 εκατ. (+7,6%).
  • Το 2025, η Αθήνα υποδέχθηκε 8,7 εκατομμύρια ξένους επισκέπτες, αριθμός αυξημένος κατά 800.000 σε σχέση με το 2024 και κατά 36% σε σύγκριση με το 2019.
  • Σε σχέση με το 2024, η Ελλάδα παρέμεινε αμετάβλητη σε κατάταξη στην αγορά των ΗΠΑ, έπεσε κατά 1 θέση στις αγορές του Καναδά και της Αυστραλίας, ενώ ανέβηκε 9 θέσεις στην Ινδία και 3 θέσεις στην Κίνα.
  • Για την αγορά των ΗΠΑ, η Ελλάδα βρίσκεται στην 13η θέση μετά την Ιταλία στην 5η θέση, τη Γαλλία στην 7η θέση και την Ισπανία στην 8η θέση.
  • Πάνω από 20 εκατομμύρια – έστω και οριακά – εξακολούθησαν να είναι οι επισκέπτες των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων μας το 2025.
  • Το 2025 από τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας εισπράχθηκαν συνολικά 244.556.000 ευρώ.
  • Πρώτο σε επισκέπτες ήταν το Μουσείο Ακρόπολης, με σχεδόν 2 εκατ επισκέπτες (1.994.050) και σχεδόν ίσους με το 2024.
  • Από τους αρχαιολογικούς χώρους, τα περισσότερα άτομα τα δέχτηκε η Ακρόπολη των Αθηνών με 4.609.113 και αύξηση 1,1% έναντι 4.557.693 του 2024.