Το περιστατικό μού το ανέφερε μια φίλη. Μαθήτρια, λέει, πιάστηκε με κινητό τηλέφωνο κατά τη διάρκεια των Πανελλαδικών. ΟΚ, μέχρι εδώ καμία είδηση, θα μου πείτε. Αυτό ωστόσο που κινητοποίησε τη φίλη για να μου το μεταφέρει ήταν η στάση της μαθήτριας. Αρχικά, με απόλυτη ψυχραιμία αρνήθηκε τα πάντα. Οταν, έπειτα, απειλήθηκε ότι θα κληθεί η Αστυνομία, υποστήριξε με πλήρη ηρεμία ότι το χρησιμοποιούσε απλώς για να εκτελέσει πράξεις. Αυτό που σόκαρε το κοινό, συνέχισε η φίλη, ήταν ο κυνισμός της μαθήτριας, η παντελής έλλειψη φόβου εμπρός στην τιμωρία.
Προς τι το σοκ;
Απορώ ωστόσο τι είναι αυτό που μας σοκάρει. Οι Πανελλαδικές αποτελούν κάθε χρόνο το μεγάλο σόου της νεοελληνικής κοινωνίας. Η έναρξή τους τουλάχιστον. Γιατί αυτό που άρχισα να σκέφτομαι μετά τη συνάντηση με τη φίλη είναι ότι η εξέλιξη του ενδιαφέροντός μας για τις εν λόγω εξετάσεις ακολουθεί την πορεία του ενδιαφέροντός μας για το γυμναστήριο μετά τις κραιπάλες των εορτών: αρχικά ο ενθουσιασμός βρίσκεται στο ζενίθ, για να εγκαταλειφθεί σιγά-σιγά μέχρι ανυπαρξίας – εκτός φυσικά αν εμπλέκεσαι άμεσα ως συμμετέχων/ουσα ή έστω ως γονέας.
Παρόμοια, η έναρξη των Πανελλαδικών τραβάει πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας σε υπερθετικό βαθμό. Η επί μακρόν σύνδεση των εξετάσεων με την κοινωνική κινητικότητα κατέστησε τη διαδικασία μια αγχώδη περιπέτεια στην οποία διακυβεύεται το ίδιο το επαγγελματικό και – γιατί όχι; – το ταξικό μέλλον των συμμετεχόντων. Το ενδιαφέρον της κοινωνίας μετατίθεται ως πίεση στα ίδια τα παιδιά. Η δυσκολία ή η «βατότητα» των θεμάτων, οι ευχές και οι ευλογίες, οι αναλύσεις στα κανάλια συντελούν στο να είναι όλα τα φώτα στραμμένα πάνω στα 18χρονα.
Ωστόσο, σταδιακά και όσο πλησιάζουμε προς το τέλος των εξετάσεων το ενδιαφέρον φθίνει, για να ανανεωθεί μόνο το διάστημα κατά το οποίο ανακοινώνονται οι βάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Σε όλο αυτό το μεσοδιάστημα, ανάμεσα στις εξετάσεις και την ανακοίνωση των βάσεων, η δημόσια σφαίρα αποσύρει τα φώτα της από τους συμμετέχοντες.
Την ίδια στιγμή ωστόσο το άγχος των μαθητών και των μαθητριών παραμένει, και μάλιστα εντείνεται. Λίγο πριν από τις πρώτες μετασχολικές διακοπές, οι νέοι και οι νέες αφήνονται στο ιδιωτικό τους δράμα: «Πού θα είμαι του χρόνου;», «Θα πετύχω τους στόχους μου ή θα αποτύχω;». Ενα ολόκληρο συναισθηματικό φορτίο που συνδέεται με τις ισχυρότερες κοινωνικές πιέσεις μένει να βιώνεται κατά μόνας ή ακόμα χειρότερα στο οικογενειακό περιβάλλον.
Πολλές από τις εντός ή εκτός εισαγωγικών παραβατικές πρακτικές των μαθητών και των μαθητριών μπορούν να γίνουν έτσι περισσότερο κατανοητές μέσα σε αυτό το συχνά ασφυκτικό πλαίσιο. Οσο πιο ανταγωνιστικό γίνεται το παιχνίδι τόσο πιο ακραίοι γίνονται οι τρόποι αντίδρασης: Από τη μία η παραίτηση και η συναισθηματική κατάπτωση. Από την άλλη, η σκληρότητα, ο κυνισμός και η εξαπάτηση. Αν είναι τόσο σημαντικός ο σκοπός, γιατί να μην επιτρέπονται όλα τα μέσα;
Το αδιάβλητο
Προφανώς και η παθογενής αυτή απόληξη της όλης διαδικασίας είναι γνωστή. Δεν θυμάμαι πόσα χρόνια συζητιέται η αντικατάστασή τους και προτείνονται νέα συστήματα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πάντα ωστόσο όλα αυτά στο τέλος μένουν στην άκρη εξαιτίας της συλλογικής εμμονής σε ένα σύστημα που παραμένει τουλάχιστον αδιάβλητο. Ο φόβος της νόθευσης είναι τόσο πολύ χαραγμένος στο συλλογικό ασυνείδητο που μάλλον προτιμούμε να θυσιάζουμε τα παιδιά μας παρά να φανταστούμε μια βιώσιμη εναλλακτική.
Μοιάζει να βλέπουμε πολύ καθαρά πόσο σημαντικό είναι αυτό που βρίσκεται στη ζωή μετά τις Πανελλαδικές, αλλά να μην μπορούμε να διανοηθούμε καν τον κόσμο χωρίς τις συγκεκριμένες εξετάσεις. Εστω και αν το θύμα αυτής της έλλειψης φαντασίας είναι η ίδια η παιδεία.



