Διανύουμε επίσημα τις ημέρες που ο Ηλιος φτάνει (από την οπτική του γήινου πληθυσμού πάντα) στο υψηλότερο σημείο της τροχιάς του, σηματοδοτώντας το θερινό ηλιοστάσιο. Η μέρα σταματά να μεγαλώνει, η άνοιξη ολοκληρώνεται και το καλοκαίρι ετοιμάζεται να εισβάλει (και ημερολογιακώς) στη ζωή μας.
Σε απόσταση περίπου οκτώ λεπτών φωτός από τον Ηλιο, οι άνθρωποι, εκπαιδευμένοι από καιρό, διεκδικούμε τις χάρες και χαρές της εποχής: τα μπάνια, τη ραστώνη, την επαφή με έναν χρόνο που δεν θα βιώνεται μέσα από την ασφυκτική πίεση της καθημερινότητας.
Προστασία
Πράγματι, αυτό συνέβαινε κάποτε –και συμβαίνει ίσως ακόμα σε μερικές περιπτώσεις. Ωστόσο, ο τρόπος που συλλογικά διαλέξαμε να καλύψουμε αυτή τη διεκδίκηση δεν υπήρξε ο πλέον κατάλληλος για την προστασία αυτού που ζούσαμε. Για να μη μακρηγορώ και μην αναλώνομαι σε κουραστικές εισαγωγές (ειδικά με τις θερμοκρασίες να έχουν αγγίξει τους 30 βαθμούς Κελσίου), αρκεί να πετύχει κανείς μποτιλιάρισμα σε νησί το καλοκαίρι για να καταλάβει τι εννοώ. Ναι, όπου κι αν πας, ο Κηφισός θα σε ακολουθεί, που θα έλεγε και ο ποιητής.
Και κάπως έτσι, το καλοκαίρι δεν έρχεται μόνο να δηλώσει την παρουσία του. Ετοιμάζεται να ζητήσει τον φόρο που καλείται να αποδώσει ο άνθρωπος για να συνεχίσει να φέρεται στη φύση ως απλό αντικείμενο για κατανάλωση, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι η φράση των εμπόρων «μέχρις εξαντλήσεως των αποθεμάτων» μπορεί να τον αγγίζει πιο πολύ από ό,τι φαντάζεται.
Στα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας, για παράδειγμα, διάβασα στην ιστοσελίδα του «Βήματος» ότι «σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας τίθενται για τους επόμενους τρεις μήνες η Αλόννησος και η Τήνος». Και πρέπει να σας πω (αν δεν το διαβάσατε ήδη σε άλλο σημείο της εφημερίδας) ότι συνολικά αυτά τα νησιά είναι τουλάχιστον δέκα.
Πέρα από τις διοικητικές συνέπειες, όπως, για παράδειγμα, την ευκολότερη εκταμίευση πόρων για έργα που αλλιώς θα προϋπέθεταν την υπέρβαση της μέγγενης της πατροπαράδοτης ελληνικής γραφειοκρατίας, δυσκολεύομαι να καταλάβω τι άλλα πρακτικά αποτελέσματα έχουν παρόμοιες αποφάσεις. Επικοινωνιακά, π.χ., θα έκαναν κάποιον ή κάποια από εμάς να αλλάξει τις ταξιδιωτικές του συνήθειες;
Αυτό θα ήταν ίσως ένα καλό διανοητικό πείραμα (στα οποία τακτικοί αναγνώστες και άτακτες αναγνώστριες ξέρετε πόσο αρέσκεται η στήλη). Πόσο διατεθειμένοι και διατεθειμένες θα ήμασταν να συναινέσουμε σε μια περιστολή των μετακινήσεών μας ή μείωση των υποψήφιων προορισμών μας, αν αυτό σήμαινε την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τοπικού περιβάλλοντος των νησιών; Αν θέλετε τη γνώμη μου, δεν θα πόνταρα τα λεφτά μου σε αυτό το άλογο. Και μάλλον δικαίως. Δεν θα συνιστούσε εξάλλου αυτό μία ακόμα έκφραση της περιβόητης ατομικής ευθύνης, που εγκαλεί τους πολίτες για αυτά που η πολιτεία θα έπρεπε να έχει φροντίσει;
Ρυθμίσεις
Και εδώ νομίζω βρίσκεται το (καυτό από τη ζέστη) ζουμί της υπόθεσης. Μπροστά στην πολιτισμική ανελαστικότητα της ανάγκης του πληθυσμού για διακοπές, σε συνδυασμό και με την ένταση των τουριστικών ροών, αναπόδραστα προκύπτει η αναγκαιότητα μιας ρύθμισης. Πρέπει να αποφασίσουμε στις ευαίσθητες περιβαλλοντικά περιοχές ποιο είναι το όριο αντοχής των υποδομών και των φυσικών πόρων. Να βάλουμε έναν «κόφτη», που θα δείξει και πόσο σέβεται η χώρα το «προϊόν» της.
Και μαζί με αυτό, αντίστοιχα, να βάλουμε και κάποιους κανόνες που θα ανταποκρίνονται σε τοπικές ιδιαιτερότητες. Ποιος χρειάζεται, π.χ., πισίνα σε ένα νησί; Ή πόσα αυτοκίνητα «σηκώνει» μια περιοχή με στενούς δρόμους που φτιάχτηκαν να καλύπτουν πιο ταπεινές ανάγκες, όπως η τροφοδοσία.
Ισως είναι ήδη πολύ αργά για κάποια από αυτά τα μέτρα, αλλά αύριο θα είναι μία μέρα αργότερα…



