Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) παρουσιάζει έναν συνολικό πολιτικό απολογισμό της περιόδου 2019-2026, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια επταετία χαμένων ευκαιριών, βαθύτερων κοινωνικών ανισοτήτων και σοβαρής υποχώρησης της θεσμικής λειτουργίας του κράτους.
Σύμφωνα με την ΕΛ.Α.Σ., πίσω από την εικόνα της οικονομικής επιτυχίας που επιχειρεί να προβάλλει η κυβέρνηση, κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα: η ακρίβεια συμπιέζει τα εισοδήματα, οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η φορολογική επιβάρυνση μεταφέρεται στους πολλούς, ενώ η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά υποθέσεων που, κατά την παράταξη, έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Η ΕΛ.Α.Σ. που πραγματοποίησε συνέντευξη τύπου χθες για να παρουσιάσει αυτή την Μαύρη Βίβλο υποστήριξε ότι η κυβέρνηση επένδυσε περισσότερο στην επικοινωνία παρά στην ουσία. Όπως αναφέρει, αντί για μια αντικειμενική αποτίμηση του κυβερνητικού έργου, παρουσιάστηκαν επιλεκτικά στοιχεία και συγκρίσεις που δημιουργούν μια εικόνα μεγαλύτερης επιτυχίας από εκείνη που προκύπτει, κατά την άποψή της, από τα επίσημα δεδομένα.
Οικονομία των αριθμών και καθημερινότητα των πολιτών
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η οικονομία. Σύμφωνα με τον τομεάρχη Οικονομικών Φραγκίσκο Κουτεντάκη, η κυβέρνηση επιλέγει διαφορετικά έτη σύγκρισης για να εμφανίσει θεαματική μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ αν χρησιμοποιηθεί κοινή βάση αναφοράς, η εικόνα είναι αισθητά διαφορετική. Αντίστοιχα, αμφισβητείται ο τρόπος παρουσίασης της αύξησης της απασχόλησης, καθώς η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι οι νέες θέσεις εργασίας είναι σημαντικά λιγότερες από όσες επικαλείται η κυβέρνηση.
Η ίδια κριτική επεκτείνεται και στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι η αύξηση που παρουσιάζεται βασίζεται σε ονομαστικές τιμές, οι οποίες ενσωματώνουν τον υψηλό πληθωρισμό, αποκρύπτοντας τη μικρότερη πραγματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Για εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά, τονίζει, οι αριθμοί δεν αντανακλώνται στην καθημερινότητά τους, καθώς το διαθέσιμο εισόδημα εξανεμίζεται από το αυξημένο κόστος ζωής.
Η ακρίβεια αποτελεί έναν από τους βασικότερους άξονες της κριτικής. Η ΕΛ.Α.Σ. επισημαίνει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες όπου οι αυξήσεις στις τιμές βασικών αγαθών επηρέασαν δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Παρά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, υποστηρίζει ότι η αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί με ανεπαρκείς ελέγχους απέναντι σε φαινόμενα αισχροκέρδειας, ενώ μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα κατέγραψαν υψηλή κερδοφορία την ίδια στιγμή που οι πολίτες δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες.
Σημαντικό μέρος της κριτικής αφορά και τη φορολογική πολιτική. Παρά τις συνεχείς αναφορές της κυβέρνησης σε δεκάδες φορολογικές ελαφρύνσεις, η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι το συνολικό φορολογικό βάρος όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε. Ως βασικό στοιχείο προβάλλεται η μεγάλη αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ και τους έμμεσους φόρους, οι οποίοι επιβαρύνουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα. Κατά την παράταξη, δεν έχει σημασία πόσες μειώσεις φόρων ανακοινώνονται επικοινωνιακά, αλλά ποιο είναι το πραγματικό βάρος που επωμίζονται οι πολίτες.
Η ΕΛ.Α.Σ. αμφισβητεί επίσης το αφήγημα περί ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Υποστηρίζει ότι, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν, οι εισαγωγές αυξήθηκαν με ακόμη μεγαλύτερο ρυθμό, οδηγώντας σε διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος και επιβεβαιώνοντας, κατά την ίδια, τις διαρθρωτικές αδυναμίες του παραγωγικού μοντέλου.
Το μοντέλο διακυβέρνησης και το πλήγμα στους θεσμούς
Πέρα από την οικονομία, η ΕΛ.Α.Σ. αφιερώνει μεγάλο μέρος του απολογισμού στη λειτουργία των θεσμών. Κατά την παράταξη, η περίοδος διακυβέρνησης χαρακτηρίστηκε από διαδοχικές υποθέσεις που προκάλεσαν σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τον σεβασμό του κράτους δικαίου. Στην καταγραφή περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η υπόθεση των υποκλοπών, η τραγωδία των Τεμπών και η πολιτική διαχείρισή της, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι απευθείας αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων, καθώς και η υπόθεση διαρροής προσωπικών δεδομένων αποδήμων.
Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι όλες αυτές οι υποθέσεις δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά αλλά εντάσσονται σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που συγκεντρώνει εξουσίες στο κέντρο, περιορίζει τους μηχανισμούς ελέγχου και αποδυναμώνει την ανεξαρτησία κρίσιμων θεσμών. Σύμφωνα με την παράταξη, η λογοδοσία υποχωρεί όταν προκύπτουν πολιτικές ευθύνες, ενώ οι κυβερνητικές απαντήσεις εξαντλούνται σε επικοινωνιακή διαχείριση.
Ο Διονύσης Τεμπονέρας υποστήριξε ότι στην καταγραφή της ΕΛ.Α.Σ. περιλαμβάνονται περισσότερα από σαράντα κυβερνητικά στελέχη, υπουργοί, βουλευτές, γενικοί γραμματείς και κομματικά στελέχη που συνδέθηκαν, με διαφορετικό τρόπο το καθένα, με σοβαρές υποθέσεις που απασχόλησαν τη δημόσια ζωή. Κατά την ΕΛ.Α.Σ., το εύρος αυτών των υποθέσεων δημιουργεί μια πρωτοφανή εικόνα για τη μεταπολιτευτική περίοδο και επιβάλλει ουσιαστική διερεύνηση και λογοδοσία.
Η εκπρόσωπος Τύπου Θεώνη Κουφονικολάκου υποστήριξε ότι σκοπός της πρωτοβουλίας δεν είναι η δημιουργία εντυπώσεων αλλά η ανάδειξη πραγματικών στοιχείων και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην πολιτική διαδικασία. Όπως τόνισε, η δημοκρατία προϋποθέτει ενημερωμένους πολίτες, πλήρη διαφάνεια και δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της εξουσίας.
Η ΕΛ.Α.Σ. καταλήγει ότι η χώρα διαθέτει σημαντικές δυνατότητες, ανθρώπινο δυναμικό και παραγωγικές προοπτικές, οι οποίες όμως, κατά την άποψή της, δεν αξιοποιήθηκαν κατά την τελευταία επταετία. Αντί μιας πολιτικής που θα ενίσχυε την κοινωνική συνοχή, τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη θεσμική αξιοπιστία, θεωρεί ότι επικράτησαν επιλογές που διεύρυναν τις κοινωνικές ανισότητες και ενίσχυσαν την αίσθηση ατιμωρησίας.
Για την ΕΛ.Α.Σ., το πολιτικό διακύβευμα των επόμενων ετών δεν περιορίζεται στην οικονομική ανάπτυξη αλλά αφορά το ίδιο το μοντέλο διακυβέρνησης της χώρας. Το δίλημμα που θέτει είναι σαφές: συνέχιση μιας πορείας που, κατά την παράταξη, χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση εξουσίας, αδιαφάνεια και κοινωνικές ανισότητες ή επιλογή μιας διαφορετικής πορείας με προτεραιότητα στη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την ενίσχυση των δημόσιων θεσμών, τη δίκαιη ανάπτυξη και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δημοκρατία.





