Ο μεγαλύτερος κίνδυνος όταν γράφεις για ζητήματα αυτονόητα για εσένα και το κοντινό περιβάλλον σου (την περιβόητη φούσκα των φίλων και γνωστών μας), αλλά διόλου αυτονόητα στον δημόσιο λόγο, είναι η κόπωση. Oχι ο θυμός ή η απογοήτευση, αλλά μια αργή παραίτηση, ανεπαίσθητη σαν φύλλο που πέφτει.
Πόσες φορές, για παράδειγμα, αντέχει κανείς να μιλάει και να συνεχίζει να μιλάει για το Μεταναστευτικό και τα εγκλήματα που διεξάγονται καθημερινά στη Μεσόγειο ενάντια σε ξεριζωμένους ανθρώπους που ρισκάρουν τη ζωή τους για ένα καλύτερο μέλλον στην Ευρώπη; Eνα μέλλον που συχνά καταλήγει στον πάτο της θάλασσας με μια φοβική και φοβισμένη κοινωνία να επαινεί τη σωτηρία της από την «αλλοίωση του πολιτισμού της».
Χλευασμός
Ή πόσες φορές θα επιμείνεις να μιλάς για την κλιματική κρίση, την καταστροφή των δασών, την υπερθέρμανση και τη λειψυδρία, όταν καλείσαι καθημερινά να αντιμετωπίσεις τον χλευασμό αν κάνεις ανακύκλωση, αν προσπαθείς να αποφεύγεις το κρέας ή να μην κάνεις άσκοπη χρήση των υδροβόρων προγραμμάτων τεχνικής νοημοσύνης;
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο κόπωσης παρακολούθησα την εβδομάδα που μας πέρασε τις δημόσιες αντιδράσεις για την πρόσφατη γυναικοκτονία στην Καλαμάτα.
Ο καταιγισμός των αυτοματισμών το πρώτο 24ωρο μού προκάλεσαν ένα ασήκωτο βάρος. Για άλλη μία φορά ακριβώς οι ίδιες αυθόρμητες αντιδράσεις που συνειδητά ή μη θέλουν να αποσιωπήσουν από το γεγονός τον βαθιά μισογυνικό του χαρακτήρα.
Ακούσαμε λοιπόν πάλι για την ομορφιά του θύματος, την απήχησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις ώρες που γυρνούσε τα βράδια. Ολη η σαθρή κατασκευή της ζήλειας ως άλλοθι. Η σύνδεση της ομορφιάς και της όποιας υπόνοιας σεξουαλικότητας της γυναίκας ως απειλής για τον άνδρα, σε ένα επιτόπιο άλμα λογικής που θέλει να παρουσιάσει τον θύτη ως τον δήθεν ευάλωτο, αδικημένο και απειλούμενο.
Και όταν η ίδια η ομολογία του θύτη έρχεται να αναιρέσει το οτιδήποτε άλλο, ξεκινά το αφήγημα περί τραγωδίας, παιδιών που θα μείνουν ορφανά και τραυματισμένα, η υπαρξιακή διερώτηση για το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά και το πόσο κακό είναι το πάθος. Ερωτήσεις φυσικά αφηρημένες, που σκοπό έχουν ακριβώς να κρατήσουν στο περιθώριο το βασικό χαρακτηριστικό της γυναικοκτονίας, που είναι η δολοφονία μιας γυναίκας ακριβώς επειδή είναι γυναίκα. Οχι επειδή «δεν πρόσεχε» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (γιατί δεν έφυγε; γιατί δεν τον κατήγγειλε; γιατί δεν έμαθε καράτε;), αφού τίποτα από αυτά δεν στάθηκε αρκετό, όπως ξέρουμε. Αλλά επειδή κάποιος πίστεψε ότι έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω της. Και το άσκησε.
Μέσα σε αυτή την παράθεση δημοσιευμάτων και αναρτήσεων, φημών και κουτσομπολιών, κάθε γυναικοκτονία μένει στη δημοσιότητα για μερικές μέρες χτυπώντας ακριβώς το θυμικό των θεατών, που αντιμετωπίζονται ως καταναλωτές ενός ακόμη αιμοσταγούς θεάματος. Και αυτό που εν τέλει διαρκεί δεν είναι το γεγονός αλλά το πλήθος των δημοσιευμάτων με τους πηχυαίους τίτλους, ένας θόρυβος πληροφορίας που δεν διαφωτίζει, ούτε κινητοποιεί τη σκέψη, αλλά αφήνει τα πράγματα με την υπόνοια μιας φυσικής και αναπόδραστης κατάστασης.
Αντεπίθεση
Και μέσα σε αυτή τη θεαματική φαντασμαγορία, η αντιδραστική αντεπίθεση στις γυναίκες και τα δικαιώματά τους συνεχίζεται αμείλικτη. Οι «ενεργοί μπαμπάδες» (ή «ραδιενεργοί» κατά τον επιτυχημένο χαρακτηρισμό), οι πολέμιοι της άμβλωσης, οι αυτόκλητοι υπερασπιστές ενάντια στη δημογραφική απειλή συνεχίζουν να ισχυροποιούν την ατζέντα τους και την επέκταση της ρητορικής τους στον δημόσιο χώρο. Μοιάζει παράδοξο, αλλά την ίδια στιγμή που αισθανόμαστε ότι μιλάμε επιτέλους για τις γυναικοκτονίες (κι ας μου τις «κοκκινίζει» ο κορέκτορας), ότι δηλαδή λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, είναι που ενισχύεται όλο και περισσότερο ο αντιδραστικός λόγος. Κάτι που δείχνει πολλά για τη θεσμική και βαθιά θεσμοποιημένη απειλή που υφίστανται γυναίκες και θηλυκότητες.



