Υπάρχει ένας τρόπος να ισχυρίζεσαι πως κάνεις πολιτική και μάλιστα προοδευτική, ό,τι και αν σημαίνει πια ο όρος. Με το ένα χέρι να υπογράφεις συμφωνίες εκατοντάδων εκατομμυρίων με τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς και με το άλλο να κάνεις τον αυστηρό για τα μηνύματα των εφήβων στις πλατφόρμες. Να εμφανίζεσαι ως εκπρόσωπος της προοδευτικής ατζέντας ενώ σπεύδεις να αντιμετωπίσεις γέροντες σε πικετοφορίες για τη Γάζα ως επικίνδυνους τρομοκράτες. Να αντλείς από τα ληγμένα σοσιαλφιλελεύθερα γιατρικά αντικαθιστώντας απλώς τον «Σαντάμ Χουσεΐν» (της εποχής Μπλερ) με τον Βλαδίμηρο Πούτιν, στον κλασικό ρόλο του κακού.
Από μια άποψη, ο Κιρ Στάρμερ ενσάρκωσε ένα ύφος καιροσκοπικής μετριοπάθειας που έχει γίνει τοξικό υλικό με τα χρόνια. Σαν επιτομή μιας πολιτικής η οποία ανακυκλώνει κάποιες ένδοξες λέξεις των ΄90ς δίχως όμως το ταλέντο και τις επιχειρηματικές πατίνες της μπλερικής εποχής. Ο Στάρμερ δεν θέλησε ούτε μπόρεσε να μιλήσει για τη γενοκτονία στη Γάζα, για την οικονομική δυσπραγία των νεότερων Βρετανών, ούτε να αλλάξει πράγματα στη στοιχειωμένη σχέση με τις ΗΠΑ. Δεν κατάφερε να εμποδίσει τη διάβρωση πόλεων και χωριών της Βρετανίας από την εθνικιστική, δημαγωγική Δεξιά.
Μπορεί να σκεφτεί κανείς πως το Εργατικό Κόμμα, αν εξαιρέσουμε τις έντιμες προσπάθειες ανασύνταξης από τον συκοφαντημένο Κόρμπιν, είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα ενός μεγαλύτερου αδιεξόδου στην περιοχή της συμβατικής προοδευτικής πολιτικής. Το αδιέξοδο προέρχεται από την προσπάθεια μιας πολιτικής που πρέπει πάντα να αρέσει στο Σίτι και συγχρόνως να απαντήσει με στοιχειώδη επάρκεια σε όλο και πιο επείγοντα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και οικονομικά προβλήματα. Μια πολιτική που τα λόγια της είναι σαν υπαγορευμένα από κάποιο AI πρόγραμμα, με λιπόθυμες γενικότητες και στρογγυλάδες, μια κενή ρητορική που δεν λέει πια τίποτα, γιατί αν αρθρώσει κάτι αριστερό θα δυσαρεστηθούν οι μεν και αν ψελλίσει κάτι δεξιό θα αγανακτήσουν οι δε. Από εδώ πακτώθηκε ένα σύστημα ελώδους βολής, το βασίλειο των αμήχανων υπεκφυγών και της κουβέντας που δεν χρωματίζει παρά μια συνεχή άσκηση διάσωσης των επαγγελματιών του πολιτικού προσωπικού.
Είχε νόημα γεννώντας κάποιες πολιτικές σε μια εποχή όπου η μεσαία τάξη ανέβαινε, όπου ένας εκσυγχρονιστικός προοδευτισμός μπορούσε να συνδυάζει τον ατομικισμό των φιλελεύθερων life style με την κοινότητα και τη συνεργατική κουλτούρα που προερχόταν από την Αριστερά. Αυτός ο εκσυγχρονιστικός προοδευτισμός γέννησε ένα παιχνίδι λέξεων και, όπως λέγεται συχνά, ένα μείγμα πολιτικών. Ηταν η εποχή της ευελιξίας με ασφάλεια, δηλαδή ο καιρός όπου επινοούνταν σωρηδόν ευφημισμοί της νεοφιλελεύθερης ζωής. Ομως είμαστε στο έτος 2026, με τετράχρονο πόλεμο στην Ουκρανία, με ερείπια που καπνίζουν στην Παλαιστίνη, με έναν άλλον πόλεμο που αναβοσβήνει ακόμα στο Ιράν, με τη Βρετανία εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τα σκληρά σύνορα, το μεταναστευτικό, η γεωπολιτική και ιδεολογική κρίση της «Δύσης», όλα αυτά θρυμματίζουν τα αδύναμα και ανιαρά προϊόντα της εποχής όπως ήταν ο Στάρμερ και οι Εργατικοί του.
Είμαστε άλλωστε σε μια συγκυρία όπου ο καπιταλισμός αιχμής αποτελείται από οπαδούς ζοφερών μοναρχικών οραμάτων και μετανθρωπιστές που απεργάζονται το Κράτος-Εταιρεία. Τι μπορεί να εκπροσωπήσει κοινωνικά και, θα το πω, ηθικά ο Στάρμερ και ο κάθε αντίστοιχος απέναντι σε αυτό;
Αναμφισβήτητα η κινητικότητα ιδεών και παθών έχει περάσει στην εθνικιστική και ταυτοτική Δεξιά. Αυτοί έχουν κάτι να πουν, απωθητικό και εχθρικό μεν (για τις εξισωτικές και δημοκρατικές αξίες), όμως με έναν χαρακτήρα, με μια κάποια ταυτότητα. Ο Στάρμερ ως Εργατικός δεν θα τολμούσε να είναι ένας πραγματικός νεοσυντηρητικός, δεν επιδίωξε όμως και ποτέ να γίνει Σάντσεθ ή έστω να σπρώξει το σκάφος προς τα αριστερά. Είναι φυσικά δύσκολη η περίσταση και η Βρετανία ένα σύνθετο πλέγμα δυνάμεων, αναμνήσεων και τραυμάτων. Επιπλέον, στις περισσότερες χώρες η πολιτική τάξη δεν μπορεί πια να σταθεί και να πάρει ανάσα ανάμεσα σε αντιφατικές απαιτήσεις, στο έλεος του ενός ή άλλου ινφλουένσερ και τικ-τόκερ, ιδίως όμως με τις υπέρμετρες εξουσίες των γιγάντων της τεχνολογίας και την ενεργειακή κρίση. Εχουμε μπει σε μια περίοδο όπου ελάχιστοι πια καταλαβαίνουν τι ακριβώς παίζεται στην τεχνολογία, στην εργασία, στα στρατιωτικά εργαστήρια και σε δίκτυα επιρροής που έχουν υφάνει ένα διεθνικό σύστημα συναλλαγών.
Ο Στάρμερ εξομολογήθηκε πως αγάπησε την πολιτική και τα αξιώματα που του δόθηκαν αλλά η αγάπη του δεν βρήκε ανταπόκριση. Ο ορατός διάδοχός του, ο πρώην δήμαρχος του Μάντσεστερ Αντι Μπέρναμ, αγαπάει την ανεξάρτητη ροκ σκηνή (πολύ καλό νέο αυτό), όμως διαβεβαιώνει πως θα ακολουθήσει τον δημοσιονομικό δρόμο και τη σύνεση του έως τώρα δρόμου. Το γνωστό ζεύγος που έχει εξαντλήσει τον δυναμισμό του φαίνεται πως επιμένει: λίγος πολιτισμικός προοδευτισμός και δειλός οικονομικός κομφορμισμός, ίσως με την ελπίδα μιας πολιτικής πιο φιλικής με δημόσιους και κοινωνικούς στόχους.
Πριν από επτά χρόνια, πάνω στα πάθη του Brexit, o Ιαν Μακ Γιούαν είχε γράψει τη νουβέλα «Η Κατσαρίδα», όπου ένας βρετανός πρωθυπουργός με το όνομα Τζιμ Σαμς, είχε υπάρξει κατσαρίδα στην προηγούμενη ζωή του. Η αντεστραμμένη καφκική σάτιρα είχε τότε στόχο τον Μπόρις Τζόνσον και τον ρόλο του στην οικονομία και στα ιδεολογικά παθήματα του Brexit. Η ίδια όμως εντομολογική Μεταμόρφωση ταιριάζει και σε άλλους χαρακτήρες και σε αυτόν που αποχωρεί τώρα από το παιχνίδι. Στην πολιτική, το στυλ των μεταμορφώσεων δίχως αρχές μεγεθύνει απλώς τη δυσπιστία ενός μέρους και την ακροδεξιά απλούστευση ενός άλλου τμήματος του έθνους. Συχνά όμως κατασκευάζει ένα μείγμα και από τα δύο υλικά και η απλούστευση γίνεται ένα με τη δυσπιστία και την εντύπωση πως έχουμε πέσει, συλλογικά, θύματα μιας μεγάλης εξαπάτησης.
Μακάρι η Βρετανία να γνωρίσει κάτι άλλο από μια εναλλαγή μεταξύ χλιαρού κομφορμισμού και «αντικομφορμιστικής» Ακροδεξιάς, μεταξύ ξεθυμασμένου Κέντρου και εθνικιστικών παιάνων με τραμπικές νότες.
Νικόλας Σεβαστάκης, είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, συγγραφέας.



