Το «Κανένας» εδώ και αρκετό διάστημα είναι (σχεδόν) η πρώτη επιλογή του δημοσκοπικού κοινού όσον αφορά την καταλληλότητα για την πρωθυπουργία. Είτε λόγω της αποστασιοποίησης ενός μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος είτε επειδή η νεότερη γενιά επιλέγει την αντίδραση ακόμη και πριν να υπάρξει δράση, το αποτέλεσμα είναι σαφές: θέλουμε κάτι άλλο, χωρίς να ξέρουμε τι είναι αυτό.
Ομως η απόσταση από το «Κανένας» μέχρι το «Οποιοσδήποτε» μικραίνει διαρκώς. Το είδαμε και με την περίπτωση του Στέφανου Κασσελάκη, που εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά στην αλγοριθμική και εν τέλει στην πραγματική πολιτική ζωή. Αντιμετωπίστηκε αρχικά ως Μεσσίας, για να τον διώξουν τελικά ως ψευδοπροφήτη.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν μοιάζει μια «οποιαδήποτε». Εκπροσώπησε τον συλλογικό πόνο που προκάλεσε η τραγωδία των Τεμπών, μετατρέποντας το προσωπικό της μαρτύριο σε έναν δημόσιο αγώνα απέναντι σε ένα ξεχαρβαλωμένο σύστημα ακατάλληλων σταθμαρχών και επικίνδυνων υπουργών (και το ανάποδο). Η μαχητικότητά της εξελίχθηκε σταδιακά σε πολιτικό κεφάλαιο, που ενισχυόταν συγκέντρωση με τη συγκέντρωση και πόρισμα με το πόρισμα.
Η απόφασή της να περάσει στην απέναντι όχθη, αυτή της πολιτικής, την καθιστά αυτομάτως μέρος του συστήματος που μέχρι τώρα αμφισβητούσε. Δηλώνει ότι δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερή, επιχειρώντας να χαράξει μια οριζόντια γραμμή για να προκαλέσει ένα βαθύ ρήγμα.
Ωστόσο, η επιλογή της να πολιτευτεί συνιστά μια καθαρά κάθετη κίνηση γιατί κανείς πολιτικός δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς θέσεις για οποιοδήποτε μεγάλο ζήτημα. Οσο ακόμη αναμένουμε να δούμε ποιο είναι το πολιτικό της πρόγραμμα, ποιοι θα τη στελεχώσουν και αν οι συμβολισμοί (και οι γερόντισσες;) που τη συνοδεύουν θα αντέξουν στο φως της πολιτικής πραγματικότητας, η μετάβασή της από κοινωνικό αγώνα σε πολιτική μάχη παραμένει μια προσωπική παράσταση. Ενα one woman show που δημιουργεί ανησυχία στα κόμματα που υπάρχουν και σε όσα ετοιμάζονται.
Το πού μπορεί να φθάσει και αν θα καταφέρει να προσφέρει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό είναι πρόωρο να κριθεί. Οχι μόνο επειδή οι εκλογές απέχουν ακόμη τουλάχιστον μια ντουζίνα μήνες, αλλά και επειδή η ίδια επιμένει ότι η πολιτική δεν ήταν μέρος του αρχικού της σχεδίου, άρα εμμέσως πλην σαφώς λέει ότι δεν είναι έτοιμη.
Μικρής σημασίας το τελευταίο και εδώ βρίσκεται η ουσία του «Κανένας». Κανένας δεν είναι επιθυμητός, αλλά και ελάχιστοι μπορούν να πουν τι ακριβώς ζητούν από εκείνον ή εκείνη που θα εμπιστευτούν. Αυτό είναι και το προνόμιο και το ρίσκο της δημοκρατίας: ο Κανένας και ο Καθένας μπορούν να λένε ό,τι θέλουν. Τα δύσκολα αρχίζουν όταν έρθει η ώρα να κάνουν όσα είπαν.



